Του Δημήτρη Καντηλιεράκη
Στην αρχαιότητα, ο μύθος του βασιλιά Ερυσίχθονα περιέγραφε τον απόλυτο εφιάλτη της ύβρεως: έναν άνθρωπο καταδικασμένο σε ακατάσχετη πείνα, που όσο περισσότερο κατανάλωνε τόσο πιο πεινασμένος γινόταν, μέχρι που κατέληξε να καταβροχθίσει τις ίδιες του τις σάρκες. Στη σύγχρονη Ελλάδα του 2026, ο μύθος αυτός βρίσκει την τέλεια μετενσάρκωσή του στις συστημικές τράπεζες.
Τις τελευταίες εβδομάδες έγινε γνωστό ότι οι ελληνικές τράπεζες προχωρούν στην επιβολή μηνιαίας χρέωσης για τη διατήρηση των καταθετικών λογαριασμών. Πρόκειται για ένα μέτρο που, αν και φαίνεται αμελητέο στην κλίμακα του μεμονωμένου συναλλασσόμενου (0,60 έως 0,80 ευρώ τον μήνα), μεταφράζεται για τις συστημικές τράπεζες σε επιπλέον έσοδα 256 έως 341 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Κι αυτός ο αριθμός αποκαλύπτει μια βαθύτερη και πολύ πιο ενοχλητική πραγματικότητα: την ασύμμετρη σχέση που έχει διαμορφωθεί ανάμεσα στο τραπεζικό σύστημα και την ελληνική κοινωνία. Ένα σύστημα που ιδιωτικοποιεί τα κέρδη, κοινωνικοποιεί τις ζημιές και μετατρέπει σταδιακά τον πολίτη από πελάτη σε χρηματοδότη, εγγυητή και ανέξοδο εργαζόμενο, καθώς του μετακυλούν εργασίες που παλαιότερα διεκπεραίωναν τραπεζικοί υπάλληλοι.
Για να κατανοήσουμε γιατί αυτή η χρέωση είναι κάτι παραπάνω από μια απλή επιχειρηματική απόφαση, πρέπει να θυμηθούμε τι συνέβη τα χρόνια των μνημονίων. Οι συστημικές τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν τρεις φορές με κρατικά κεφάλαια που ανήλθαν κοντά στα 60 δισ. Ευρώ, χρήματα των φορολογουμένων και δανεικά με εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, που έσωσαν ιδρύματα οδηγημένα στα πρόθυρα της κατάρρευσης από τις δικές τους επιλογές. Αργότερα, μέσω του σχεδίου «Ηρακλής», το κράτος παρείχε εγγυήσεις δισεκατομμυρίων για να «εξυγιάνουν» τους ισολογισμούς τους από τα κόκκινα δάνεια. Στη συνείδηση μεγάλης μερίδας της κοινωνίας, πάντως, τα δάνεια αυτά απλώς άλλαξαν χέρια: αν και οι εισπρακτικές εταιρίες είναι νομικά ανεξάρτητες, η αδιαφάνεια των μεταβιβάσεων, η στενή σχέση τραπεζών, funds και εισπρακτικών εταιριών, καθώς και οι πιο επιθετικές πρακτικές είσπραξης που βίωσαν πολλοί δανειολήπτες, ενίσχυσαν την εντύπωση ότι ο μηχανισμός πίεσης παρέμεινε ο ίδιος. Ιδιαίτερη αγανάκτηση προκάλεσε το γεγονός ότι τα δάνεια μεταβιβάστηκαν σε χαμηλές τιμές, χωρίς ανάλογη δυνατότητα εξαγοράς από τους ίδιους τους οφειλέτες. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις εφαρμόστηκε το δόγμα «too big to fail», δηλαδή είναι πολύ μεγάλο για να καταρρεύσει, εξ ου και ο όρος «συστημικές τράπεζες». Αυτή η βεβαιότητα επιτρέπει στις μεγάλες τις συστημικές τράπεζες να αναλαμβάνουν ρίσκα, μετακυλίοντας το επιχειρηματικό ρίσκο στους φορολογούμενους, αφήνοντας τις μικρές επιχειρήσεις απροστάτευτες στο έλεος του ασύδοτου ανταγωνισμού. Με άλλα λόγια, με τις πλάτες του κράτους να γιγαντώνονται, να ιδιωτικοποιούν τα κέρδη και να κοινωνικοποιούν τις ζημιές, καταβροχθίζοντας τις μικρομεσαίες.
Η «λογιστική αλχημεία» του αναβαλλόμενου φόρου
Το πλέον αδιαφανές και συνάμα πιο αποκαλυπτικό κεφάλαιο αυτής της ιστορίας αφορά τον Αναβαλλόμενο Φόρο (Deferred Tax Credit, DTC). Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εμφανίζουν δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας (CET1) της τάξης του 15-18%, που τις κάνουν να φαίνονται εύρωστες στα χαρτιά. Όμως ένα τεράστιο μέρος αυτών των κεφαλαίων — συχνά πάνω από το μισό — δεν αποτελείται από πραγματικό χρήμα, αλλά από μια λογιστική υπόσχεση του κράτους ότι κάποτε η τράπεζα θα καταβάλλει φόρους. Αυτή η «λογιστική αλχημεία» τούς επιτρέπει να παρουσιάζουν κέρδη περίπου 4,5 δισ. ευρώ συνολικά για το 2025, χωρίς να καταβάλλουν τους αντίστοιχους φόρους, διανέμοντας παράλληλα υψηλά μερίσματα στους μετόχους τους. Πρόκειται για ένα σύστημα όπου η κρατική εγγύηση δεν λειτουργεί μόνο ως δίχτυ ασφαλείας σωσίβιο σε περιόδους κρίσης, αλλά και ως καύσιμο κερδοφορίας σε περιόδους ευημερίας.
Η ίδια λογική διαπερνά και το ζήτημα του επιτοκιακού spread, που παραμένει ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Τα επιτόκια καταθέσεων κυμαίνονται από 0,03% έως 1,05%, ενώ τα δάνεια κοστίζουν στις επιχειρήσεις έως 4,78%, στα επαγγελματικά 6,48%, στα καταναλωτικά 11,21%, και στις πιστωτικές κάρτες συχνά πάνω από 20%. Θεωρητικά, το spread αντικατοπτρίζει τον πιστωτικό κίνδυνο που αναλαμβάνει η τράπεζα. Αλλά, αν σε ακραίες συνθήκες αυτόν τον κίνδυνο τον αναλαμβάνει τελικά ο φορολογούμενος, τότε το υψηλό spread δεν αντανακλά πραγματικό ρίσκο — αποτελεί απλώς μεταφορά πλούτου από δανειολήπτες και καταθέτες προς μετόχους.
Η ψηφιοποίηση ως διπλή εκμετάλλευση
Σε αυτό το ήδη δυσμενές πλαίσιο, η επιβολή τελών διατήρησης λογαριασμών αποκτά ιδιαίτερη οξύτητα όταν εξεταστεί μέσα από το πρίσμα της ψηφιοποίησης. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι τράπεζες μείωσαν δραστικά το προσωπικό τους, από περίπου 60.000 υπαλλήλους στις αρχές της κρίσης σε λιγότερο από τους μισούς σήμερα, κλείνοντας παράλληλα εκατοντάδες υποκαταστήματα. Ταυτόχρονα, μετέφεραν στον πελάτη τις εργασίες που κάποτε εκτελούσε το προσωπικό τους, όπως τις αναλήψεις μέσω ΑΤΜ, ηλεκτρονικά εμβάσματα, online αιτήσεις δανείων. Το αποτέλεσμα είναι εξοργιστικό. Επειδή, ενώ ο πελάτης εκτελεί αυτές τις εργασίες δωρεάν για λογαριασμό της τράπεζας, χρεώνεται 0,50 έως 1,00 ευρώ για κάθε ηλεκτρονικό έμβασμα, 1,50 έως 2,50 ευρώ για κάθε ανάληψη από ΑΤΜ. Και τώρα επιπλέον το τέλος διατήρησης λογαριασμού — με το επιχείρημα ότι οι «ψηφιακές επενδύσεις» έχουν κόστος. Όταν οι τράπεζες είχαν υψηλό λειτουργικό κόστος, δεν επέβαλλαν τέτοιες χρεώσεις. Τώρα που έχουν μετακύλίσει αυτό το κόστος στον πελάτη, ζητούν και πληρωμή για την τεχνολογία που το επέτρεψε. Με άλλα λόγια, οι τράπεζες επαναφέρουν σχέσεις φεουδαρχίας: μετατρέπουν τον συναλλασσόμενο σε ψηφιακό δουλοπάροικο που πληρώνει για την ψηφιακή αγγαρεία που τον εξαναγκάζουν να κάνει.
Δημιουργία χρήματος εκ του μηδενός
Υπάρχει ακόμα μια διάσταση που σπάνια συζητείται δημόσια. Οι τράπεζες δεν δανείζουν χρήματα που ήδη κατέχουν: μέσω του συστήματος μερικής αποθεματοποίησης (fractional reserve banking), δημιουργούν χρήμα εκ του μηδενός κάθε φορά που εγκρίνουν ένα δάνειο ή επιτρέπουν τη χρέωση μιας πιστωτικής κάρτας. Με αποθεματικό μόλις 1% στην Ευρωζώνη, για κάθε 100 ευρώ που «δημιουργεί» η τράπεζα μέσω δανείου, οφείλει να διατηρεί μόλις 1 ευρώ ως πραγματικό απόθεμα. Το προϊόν που παρέχεται είναι, κατά βάση, μια λογιστική εγγραφή — κι όμως το αντίτιμό της μετριέται σε πραγματικό χρόνο, κόπο και εργασία: τόκος άνω του 20% στις κάρτες, spread 4,78% έως 11,21% στα δάνεια. Και αν αυτός ο «αέρας» αποτύχει; Τότε το κόστος επιστρέφει, για μια ακόμα φορά, στον αποταμιευτή και στον φορολογούμενο. Είναι το απόλυτο παράδοξο: μια επιχείρηση που δεν παράγει τίποτα χειροπιαστό, που δανείζει κάτι που δεν έχει, και που αν αποτύχει, την πληρώνει αυτός που δανείστηκε.
Από μέσο σε αυτοσκοπό: η θεσμική καρκινογένεση
Το τραπεζικό σύστημα υποτίθεται ότι είναι η «καρδιά» της οικονομίας: ο μηχανισμός που στέλνει ρευστότητα στις επιχειρήσεις, στα νοικοκυριά, στην παραγωγή. Όταν όμως αυτή η «καρδιά» αρχίζει να κρατά το αίμα για τη δική της ανάπτυξη, παραλύουν τα άκρα: οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι νέοι που ψάχνουν στεγαστικό, οι εργαζόμενοι με πιστωτικές κάρτες. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες βρίσκονται σήμερα σε φάση «χρυσής κερδοφορίας», με κέρδη περίπου 4,5 δισ. ευρώ το 2025 και μερίσματα-ρεκόρ. Ταυτόχρονα επιδίδονται σε αγώνα δρόμου για να αντικαταστήσουν τον «λογιστικό αέρα» του αναβαλλόμενου φόρου με πραγματικό χρήμα — όχι για να επωφεληθεί η κοινωνία, αλλά για να αποδεσμευτούν από την εποπτεία της ΕΚΤ και να εξασφαλίσουν ακόμα μεγαλύτερα μερίσματα. Στην ουσία, χρησιμοποιούν την τρέχουσα συγκυρία των υψηλών επιτοκίων για να «φουσκώσουν» τα κεφαλαιακά τους μαξιλάρια εις βάρος δανειοληπτών και καταθετών — έτοιμες για το επόμενο σοκ, που αν έρθει, θα ξαναπληρώσει ο φορολογούμενος.
Μια σχέση που πρέπει να αλλάξει
Η επιβολή τελών διατήρησης λογαριασμών δεν είναι, από μόνη της, κάτι το ανήκουστο — στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες τέτοιες χρεώσεις υπάρχουν εδώ και χρόνια. Το πρόβλημα δεν είναι το μέτρο καθαυτό, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνεται: κρατικές εγγυήσεις, φορολογικές απαλλαγές μέσω DTC, ολιγοπωλιακή δύναμη, μηδενικό ουσιαστικό λειτουργικό κόστος λόγω ψηφιοποίησης και από τα υψηλότερα περιθώρια κέρδους στην Ευρώπη. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε νέα επιβάρυνση του πολίτη δεν είναι απλώς άδικη — είναι οικονομικά αδικαιολόγητη. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει ήδη διαπιστώσει την ολιγοπωλιακή δομή του κλάδου. Αλλά η ουσιαστική αλλαγή απαιτεί πολιτική βούληση: ενίσχυση του ανταγωνισμού, διαφάνεια στην τιμολόγηση και σταδιακή απεξάρτηση από τον αναβαλλόμενο φόρο. Κυρίως, απαιτεί την αναγνώριση ότι ένα σύστημα που σώζεται από τους πολίτες σε περιόδους κρίσης οφείλει να λογοδοτεί σε αυτούς και σε περιόδους ευημερίας. Η ιδιωτικοποίηση των κερδών και η κοινωνικοποίηση των ζημιών δεν αποτελεί «ελεύθερη αγορά» — είναι η αναίρεσή της. Και ένα τραπεζικό σύστημα που επιβιώνει με κρατικά δεκανίκια και τρέφεται από τον ιδρώτα των πολιτών δεν υπηρετεί την κοινωνία. Την εκμεταλλεύεται. dimkantilierakis@gmail.com



