Με σαφή πολιτικά μηνύματα αλλά χαμηλούς τόνους και αποφυγή μετωπικών συγκρούσεων ολοκληρώθηκε το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, επιβεβαιώνοντας μια στρατηγική επιλογή: Όχι απλά αυτόνομη πορεία, αλλά πλέον με αποκλεισμένο κάθε σενάριο και σκιά για μετεκλογική συνεργασία με τη ΝΔ – με καθαρό αντιδεξιό στίγμα δηλαδή, σε μία ξεκάθαρη επιλογή να πετύχει την επανασύνδεση με τα παραδοσιακά κοινωνικά στρώματα του προοδευτικού χώρου.
Το συνέδριο, μετά από τρεις μέρες εργασιών, φιλοδοξεί να αποτελέσει μία διπλή τομή στην πορεία του ΠΑΣΟΚ προς τις εκλογές:
· Αφενός να πετύχει μία επανεκκίνηση, να κλείσει ένας φθοροποιός κύκλος εσωτερικών τριβών, αντιπαραθέσεων και καχυποψίας. Ο δρόμος προς τις εκλογές μπορεί να είναι χωρίς το άγχος μίας νέας εσωστρέφειας. Και να πέσουν όλες οι δυνάμεις σε αυτή τη μάχη.
· Αφετέρου, ολοκληρώνεται και δεσμευτικά πέραν πάσης αμφιβολίας η στροφή του ΠΑΣΟΚ στην προοπτική μίας προοδευτικής διακυβέρνησης, αφού φεύγει από τον ορίζοντα οποιοδήποτε μοντέλο συγκυβέρνησης με τη ΝΔ.
Κεντρική πολιτική απόφαση του συνεδρίου αποτέλεσε η υιοθέτηση της θέσης «καμία συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία μετεκλογικά σε κάθε περίπτωση». Πρόκειται για μια γραμμή που είχε ήδη διατυπωθεί με συνέπεια τους τελευταίους μήνες από τον Χάρη Δούκα και εντός συνεδρίου ενισχύθηκε περαιτέρω από τον Παύλο Γερουλάνο, ο οποίος ζήτησε ρητή και δεσμευτική αποσαφήνιση. Στη γραμμή αυτή συναίνεσαν κι άλλα στελέχη (για τη σαφή δεσμευτική διατύπωση στην πολιτική απόφαση δηλαδή) και η διαφαινόμενη πλειοψηφία της στο σώμα του συνεδρίου, οδήγησε την ηγεσία να την υιοθετήσει.
Η τελική διατύπωση έκλεισε ουσιαστικά κάθε σενάριο συγκυβέρνησης με τη ΝΔ, μετατοπίζοντας το κόμμα προς έναν πιο καθαρό αντιδεξιό προσανατολισμό.
Λογική ελεγχόμενης εκτόνωσης
Παρά τη σημασία της συγκεκριμένης απόφασης, το συνέδριο δεν εξελίχθηκε σε πεδίο έντονων αντιπαραθέσεων. Αντίθετα, κυριάρχησε μια λογική «ελεγχόμενης εκτόνωσης», με την ηγεσία να αποφεύγει κινήσεις που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν εσωκομματική κρίση.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η απόφαση του Νίκου Ανδρουλάκη να αποσύρει την προτεινόμενη καταστατική αλλαγή που προέβλεπε συνέδριο πριν από κάθε εκλογή προέδρου, καθώς και αυστηρότερους όρους υποψηφιότητας (υπογραφές από το 15% των συνέδρων). Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως τακτική υποχώρηση, με στόχο την αποφυγή μετωπικής σύγκρουσης με στελέχη όπως ο Δούκας και άλλοι που είχαν εκφράσει έντονες επιφυλάξεις.
Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ φαίνεται να διασφαλίζει τον έλεγχο των εσωκομματικών συσχετισμών, καθώς εκτιμάται ότι θα διαθέτει πλειοψηφία στη νέα Κεντρική Επιτροπή. Αυτό του δίνει τη δυνατότητα να καθορίσει την πορεία του κόμματος στην επόμενη φάση, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις που εκφράστηκαν.
Συνολικά, το συνέδριο κατέγραψε μια ισορροπία ανάμεσα στη διαφοροποίηση και τη σύνθεση. Από τη μία πλευρά, υιοθετήθηκε μια πιο καθαρή πολιτική ταυτότητα, με απομάκρυνση από σενάρια συνεργασίας με τη ΝΔ και ενίσχυση του «αντιδεξιού» αφηγήματος. Από την άλλη, αποφεύχθηκαν ρήξεις που θα μπορούσαν να διαταράξουν την εσωτερική συνοχή.
Το μήνυμα σε Μητσοτάκη και Τσίπρα
Το συνέδριο όπως εξελίχθηκε προσπαθεί να ενισχύσει τον αυτόνομο ρόλο του ΠΑΣΟΚ, βάζοντας «αναχώματα» στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Αλέξη Τσίπρα, ενόψει μίας διαφαινόμενης «παλινόρθωσης» του διδύμου της περιόδου 2016-2023.
– Η «φραγή» στη διείσδυση Μητσοτάκη: Με το «όχι σε συγκυβέρνηση με τη ΝΔ», το ΠΑΣΟΚ πετάει το μπαλάκι στον πρωθυπουργό για το πώς θα κυβερνήσει εάν είναι πρώτος εκλογές. Του στερεί ένα δυνητικό σύμμαχο – έστω και στη ρητορική -, μειώνοντας τις επιλογές του και εμφανίζοντάς τον απομονωμένο. Θα αναγκαστεί να καταφύγει ακόμα περισσότερο στη ρητορική της αυτοδυναμίας, που όμως ακούγεται πλέον σαν υπερφίαλος και μη ρεαλιστικός στόχος.
Το ΠΑΣΟΚ αποδέχεται ότι όποιος δεξιόστροφος ψηφοφόρος του θα προτιμήσει πλέον ανοιχτά τη ΝΔ, ουσιαστικά ήταν χαμένος εξ αρχής και στα σκληρά προεκλογικά διλήμματα θα υπέκυπτε στον εκβιασμό και θα κατευθύνονταν έτσι κι αλλιώς στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Πλέον κρατά όσους κεντρώους επιθυμούν πραγματικά πολιτική αλλαγή και όχι ντεμί καταστάσεις.
– Το φράγμα στην επάνοδο Τσίπρα: Με τον πρώην πρωθυπουργό να επανέρχεται το επόμενο διάστημα σε ρόλο «σωτήρα» της προοδευτικής παράταξης, το ΠΑΣΟΚ κινδύνευε να λεηλατηθεί και από αριστερά, εάν διατηρούνταν στο προσκήνιο τα σενάρια περί ενδεχόμενης συνεργασίας του με τη ΝΔ μετεκλογικά. Θα ήταν «βούτυρο στο ψωμί» του Αλέξη Τσίπρα εάν παρέμεναν αυτές οι σκιές και η ΝΔ μπορούσε να διατηρήσει ζωντανό και να επικαλείται την προοπτική συγκυβέρνησης με το ΠΑΣΟΚ. Ο κ. Τσίπρας θα μπορούσε να μονοπωλεί το ενδιαφέρον του καθαρόαιμου αντιδεξιού κομματικού της κεντροαριστεράς, δείχνοντας και εκείνος το ΠΑΣΟΚ ως μελλοντικό συνεταίρο του κ. Μητσοτάκη.
Το συνέδριο έχτισε… οχυρωματικά έργα στην επίθεση του πρώην πρωθυπουργού – διαμήνυσε ότι ο προοδευτικός χώρος έχει εκφραστή αυτή την ώρα το ΠΑΣΟΚ και μάλιστα σε ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης. Με αδιαπραγμάτευτη επιλογή μετωπικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση και διακηρυγμένη θέση την προοδευτική διακυβέρνηση.
Οι προτεραιότητες
Στην πραγματικότητα όλοι κερδίζουν χρόνο στο ΠΑΣΟΚ – και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ επίσης. Καμία πλευρά δεν είχε λόγο, δυνάμεις ή ολοκληρωμένη εναλλακτική, για να πάει την όποια κόντρα στα όρια.
Ο κ. Ανδρουλάκης έχει προτεραιότητα και εκεί θα κριθεί, να ενισχύσει το ΠΑΣΟΚ στις δημοσκοπήσεις – και περαιτέρω στις κάλπες, από το αποτέλεσμα των οποίων θα κριθεί άλλωστε.
Οι κύριοι Δούκας και Γερουλάνος, που έθεσαν θέματα για την πορεία του ΠΑΣΟΚ γνώριζαν εξαρχής ότι στο οργανωμένο ΠΑΣΟΚ αυτή την ώρα δεν διαθέτουν πλειοψηφικές δυνάμεις και άρα επιχείρησαν να βάλουν πολιτικό στίγμα, με τον δήμαρχο της Αθήνας να το πετυχαίνει πιο διακριτά.
Άλλα προβεβλημένα στελέχη όπως η Άννα Διαμαντοπούλου ή και ο Μανώλης Χριστοδουλάκης που επιχειρεί να πλασαριστεί ως νεοδελφίνος, είτε δεν θέλησαν, είτε δεν μπορούσαν να διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο σε αυτό το συνέδριο.
Κερδισμένοι και χαμένοι
Η συνεδριακή εξίσωση έδωσε σίγουρα κερδισμένους, αλλά και κάποιους που κινούνται ανάμεσα στην «παύση» και την ήττα:
Δύο συν δύο κερδισμένοι:
1. Νίκος Ανδρουλάκης: Διατήρησε τον έλεγχο του κομματικού μηχανισμού, απέφυγε εσωτερική σύγκρουση και κέρδισε πολιτικό χρόνο ενόψει εκλογών, έστω κι αν έκανε κάποιες υποχωρήσεις.
2. Χάρης Δούκας: Είδε τη βασική πολιτική του γραμμή να υιοθετείται επίσημα, ενισχύοντας το πολιτικό του αποτύπωμα εντός κόμματος. Κατάφερε ουσιαστικά να διατηρήσει το ρόλο, που είχε κατακτήσει στις εσωκομματικές εκλογές του 2024, παρότι στο μεταξύ έχασε συμμάχους όπως ο Μανώλης Χριστοδουλάκης. Είναι ο βασικός εναλλακτικός πόλος στο ΠΑΣΟΚ.
Συν 2:
Παύλος Γερουλάνος: Κατέγραψε σαφή παρέμβαση υπέρ της καθαρής στρατηγικής, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της τελικής θέσης. Δεν ήταν εξαρχής η δική του στρατηγική, καθώς είχε θέσει θέματα πιο μετωπικά όπως η «βελόνα» – που δεν έχει κουνηθεί – ή η έκρηξη εσωκομματικής δημοκρατίας, ωστόσο με την συνεδριακή του ομιλία έγραψε θετικό ισοζύγιο.
Μιχάλης Κατρίνης: Συντάχτηκε με την αντιδεξιά γραμμή του Χάρη Δούκα και καταγράφηκε ως κρίσιμος κρίκος στις εσωκομματικές διεργασίας με το δικό του στίγμα.
Χαμένοι ή στη γκρίζα ζώνη:
· Όσοι ήθελαν να παραμείνει, έστω και εμμέσως ζωντανό το «σενάριο συνεργασιών» με τη ΝΔ και ζητούσαν να μην υπάρξει απόφαση του συνεδρίου – Άννα Διαμαντοπούλου, Νίκος Χριστοδουλάκης και άλλοι της «δεξιάς πτέρυγας» του κόμματος.
· Στελέχη που περίμεναν το συνέδριο ως ευκαιρία να καθιερωθούν στη χορεία των κορυφαίων, ου μην και να καταγραφούν ως μελλοντικοί δελφίνοι, όπως ο Μανώλης Χριστοδουλάκης. Το συνέδριο δεν έδωσε τέτοια ευκαιρία, εκτός από το γεγονός της εκλογής στην κεντρική επιτροπή κάποιων πιστών στελεχών.



