Σε μια κρίσιμη καμπή για την εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή, ο πρώην επικεφαλής της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών MI6, Σερ Άλεξ Γιάνγκερ, προχωρά σε μια αποκαλυπτική ανάλυση που ανατρέπει τα μέχρι τώρα δεδομένα.
Μιλώντας στον Economist, ο άνθρωπος που ηγήθηκε των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών επί εξαετία, εκτιμά ότι η Τεχεράνη έχει καταφέρει να αποσπάσει το «πάνω χέρι» στη σύγκρουση, εκμεταλλευόμενη τις στρατηγικές αστοχίες της Δύσης και επιδεικνύοντας μια απρόσμενη ανθεκτικότητα απέναντι στην αεροπορική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η απώλεια της στρατηγικής πρωτοβουλίας από την Ουάσινγκτον
Σύμφωνα με τον Σερ Άλεξ Γιάνγκερ, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να υποτίμησαν το μέγεθος και την πολυπλοκότητα της αναμέτρησης με το Ιράν. Παρά τις προσπάθειες του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε διπλωματική υποχώρηση μέσω στρατιωτικών απειλών κατά των ενεργειακών της υποδομών και του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ, η πρωτοβουλία των κινήσεων έχει μετατοπιστεί.
Ο πρώην αρχηγός της MI6 επισημαίνει ότι η Τεχεράνη προχώρησε ήδη από τον περασμένο Ιούνιο σε καίριες κινήσεις, όπως η διασπορά των στρατιωτικών της δυνατοτήτων και η εκχώρηση εξουσιοδότησης χρήσης όπλων σε χαμηλότερα επίπεδα διοίκησης. Αυτή η τακτική «αποκέντρωσης» κατέστησε το ιρανικό οπλοστάσιο ανθεκτικό απέναντι στην ισχυρότατη αμερικανική αεροπορική εκστρατεία, επιτρέποντας στο καθεστώς να διατηρήσει την ικανότητα ανταποδοτικών πληγμάτων.
Η παγκοσμιοποίηση της σύρραξης και το «όπλο» της ενέργειας
Μια από τις πλέον αποτελεσματικές, αν και αρχικά αμφιλεγόμενες, κινήσεις της Τεχεράνης ήταν η υιοθέτηση της λεγόμενης «οριζόντιας κλιμάκωσης». Η εκτόξευση ρουκετών κατά στόχων σε ολόκληρη την περιοχή, αν και χαρακτηρίστηκε παράλογη από πολλούς αναλυτές, κατάφερε να επιβάλει ένα έμμεσο κόστος στις ΗΠΑ, διεθνοποιώντας και τελικά παγκοσμιοποιώντας τη σύγκρουση.
Ο Γιάνγκερ υπογραμμίζει τη σημασία των drones σε αυτή τη στρατηγική. Ακόμη και με το 10% των αρχικών της αποθεμάτων, η Τεχεράνη μπορεί να κρατά σε ομηρία τα Στενά του Ορμούζ. Ο στόχος δεν είναι πλέον τα στρατιωτικά επιτελεία, αλλά οι πλοιοκτήτες και οι καπετάνιοι των πετρελαιοφόρων. Η απειλή κατά της παγκόσμιας ενεργειακής ροής δίνει στο Ιράν ένα ισχυρό πλεονέκτημα, περιορίζοντας δραματικά τις επιλογές των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Από τη Θεοκρατία στη Στρατιωτική «Χούντα» των Φρουρών
Η εσωτερική δομή του ιρανικού καθεστώτος διέρχεται μια ιστορική μετάλλαξη μετά τον θάνατο του Αλί Χαμενεΐ στην αρχή του πολέμου και τη δολοφονία του Αλί Λαριτζανί την περασμένη εβδομάδα. Ο Σερ Άλεξ Γιάνγκερ παρατηρεί το τέλος της παραδοσιακής θεοκρατίας, καθώς ο διάδοχος του Χαμενεΐ, ο Μοτζτάμπα, στερείται του κύρους και των ερεισμάτων του πατέρα του.
Στην πράξη, τον έλεγχο της χώρας έχουν αναλάβει οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC), υπό τη νέα ηγεσία του Στρατηγού Βαχιντί. Ο Γιάνγκερ περιγράφει το νέο σχήμα λιγότερο ως δικτατορία και περισσότερο ως στρατιωτική χούντα.
Αυτοί οι νέοι ηγέτες, αν και εξίσου αδίστακτοι, θεωρούνται πιο πραγματιστές, καθώς αποτελούν τους κύριους ωφελούμενους της «μαύρης οικονομίας» που δημιουργήθηκε από τις μακροχρόνιες κυρώσεις. Η διατήρηση της εξουσίας τους συνδέεται άμεσα με τη διαιώνιση της έντασης, η οποία τους παρέχει τη νομιμοποίηση για ακόμη μεγαλύτερη εσωτερική βιαιότητα.
Ο παράδοξος ρόλος του πολέμου στην επιβίωση του καθεστώτος
Παρά τη στρατιωτική ανθεκτικότητα, ο Γιάνγκερ εκτιμά ότι το καθεστώς βρίσκεται σε «επιθανάτιο ρόγχο». Η εξέγερση του Ιανουαρίου κατέδειξε ότι το 80% του ιρανικού πληθυσμού έχει απορρίψει τη θεοκρατική ιδεολογία της ολοκληρωτικής αντίστασης. Ωστόσο, ο πόλεμος λειτουργεί ως παράταση ζωής για την ηγεσία της Τεχεράνης.
Σε συνθήκες αεροπορικών βομβαρδισμών, η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να οργανωθεί, ενώ το καθεστώς αποκτά το πρόσχημα να καταστέλλει κάθε φωνή αμφισβήτησης με πρωτοφανή αγριότητα. Κατά ειρωνικό τρόπο, η μεγαλύτερη απειλή για την επιβίωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας δεν είναι η στρατιωτική σύγκρουση, αλλά η ειρήνη.
Καθώς η σύγκρουση εξελίσσεται από έναν «πόλεμο επιλογής» για τις ΗΠΑ σε έναν «πόλεμο επιβίωσης» για το Ιράν, οι πιθανότητες μιας ομαλής δημοκρατικής μετάβασης παραμένουν αβέβαιες. Ο Γιάνγκερ προτρέπει τους διεθνείς δρώντες να παρακολουθήσουν στενά τη στάση του Μασούντ Πεζεσκιάν, ο οποίος, αν και θεωρείται μεταρρυθμιστής, βρίσκεται επί του παρόντος υπό τον απόλυτο έλεγχο των Φρουρών της Επανάστασης.



