Σε τροχιά σύγκρουσης με την ανώτατη ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος στην Κρήτη βρίσκεται η Ένωση Υπαλλήλων Πυροσβεστικού Σώματος (Ε.Υ.Π.Σ.) του νησιού, με αφορμή την επιβολή μέτρων επιφυλακής που κρίνονται ως αδικαιολόγητα από τη βάση των εργαζομένων. Η νέα καταγγελία, η οποία εστιάζει στη διαχείριση του προσωπικού κατά το τρέχον διήμερο 1 και 2 Φεβρουαρίου 2026, αναδεικνύει δομικά προβλήματα στη λειτουργία των υπηρεσιών και την καταπόνηση του προσωπικού σε ένα περιβάλλον διαρκούς ετοιμότητας.
Με επίσημη επιστολή της προς τον Συντονιστή Επιχειρήσεων Βορείου, Νοτίου Αιγαίου και Κρήτης, Υποστράτηγο Μιχαήλ Σεληνιωτάκη, και τον Αναπληρωτή Διοικητή ΠΕ.Π.Υ.Δ. Κρήτης, Πύραρχο Παύλο-Αλέξανδρο Καπετανάκη, η Ένωση καταγγέλλει την επιβολή καθεστώτος μερικής επιφυλακής σε όλους τους νομούς της Κρήτης. Σύμφωνα με τους συνδικαλιστές, η απόφαση αυτή ελήφθη χωρίς να συντρέχουν οι απαιτούμενες καιρικές συνθήκες που θα δικαιολογούσαν ένα τέτοιο έκτακτο μέτρο.
Η παρέμβαση της Ένωσης εστιάζει στο γεγονός ότι, παρά την έκδοση δελτίου επικινδυνότητας για το τρέχον διήμερο, η πραγματική εικόνα των καιρικών φαινομένων στο πεδίο δεν συμβαδίζει με την αυστηρότητα των διαταγών. Το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίζεται ως επαναλαμβανόμενο, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στους πυροσβέστες που καλούνται να στελεχώσουν επιπλέον συνεργεία και οχήματα σε διασπορά για την αντιμετώπιση πλημμυρών και χιονοπτώσεων που, κατά την Ένωση, δεν εκδηλώθηκαν με την αναμενόμενη ένταση.
Η «ερμηνεία» των χρωμάτων επικινδυνότητας
Κεντρικό σημείο της διαμαρτυρίας αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο η Διοίκηση μεταφράζει τους δείκτες επικινδυνότητας της Ε.Μ.Υ. Η Ε.Υ.Π.Σ. Κρήτης θέτει το ερώτημα εάν έχει διαφοροποιηθεί ο ορισμός των «χρωμάτων» στον χάρτη πρόβλεψης, υποστηρίζοντας ότι η ΠΕ.Π.Υ.Δ. Κρήτης αντιμετωπίζει τον «πορτοκαλί» δείκτη με τα δεδομένα του «κόκκινου» συναγερμού.
Η σύγχυση αυτή, όπως αναφέρεται, δεν περιορίζεται μόνο στη χειμερινή περίοδο. Οι εργαζόμενοι καταγγέλλουν ότι και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού παρατηρούνται προφορικές μεταβολές στον χάρτη επικινδυνότητας, γεγονός που δημιουργεί ένα καθεστώς μόνιμης και αδικαιολόγητης πίεσης. Η συνεχόμενη επιφυλακή, χωρίς την ύπαρξη περιστατικών ή σχετικών αποφάσεων από αρμόδιες επιτροπές, τίθεται υπό αμφισβήτηση ως προς τη νομική και επιχειρησιακή της βάση.
Υποστελέχωση και το κόστος της ετοιμότητας
Πέρα από το επιχειρησιακό σκέλος, η καταγγελία αγγίζει τις εργασιακές επιπτώσεις της διαρκούς κινητοποίησης. Οι πυροσβέστες στην Κρήτη, παρά τον επαγγελματισμό και τη διάθεση προσφοράς που επιδεικνύουν, βρίσκονται αντιμέτωποι με τη χρόνια υποστελέχωση των υπηρεσιών τους.
Η επιβολή επιφυλακών σε περιόδους χωρίς ενεργά φαινόμενα οδηγεί στη συσσώρευση οφειλόμενων ημερών ανάπαυσης (ρεπό), τις οποίες οι υπάλληλοι αδυνατούν να λάβουν λόγω των αναγκών της υπηρεσίας. Αυτή η «προίκα» ημερών ανάπαυσης, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην επιστολή, οδηγεί συχνά τους εργαζόμενους στη δικαστική διεκδίκηση ηθικής και οικονομικής αποζημίωσης, επιβαρύνοντας περαιτέρω το κλίμα στις τάξεις του Σώματος.
Προς νομική διευθέτηση της διαφοράς
Η επιστολή της Ένωσης ολοκληρώνεται με έναν σαφή τόνο προειδοποίησης προς την ηγεσία. Οι εργαζόμενοι ζητούν άμεσες και επίσημες απαντήσεις για τη σκοπιμότητα των αποφάσεων που λαμβάνονται, θέτοντας προ των ευθυνών τους εκείνους που υπογράφουν τις διαταγές.
Η προαναγγελία προσφυγής σε κάθε πρόσφορο ένδικο μέσο καταδεικνύει ότι η βάση του Πυροσβεστικού Σώματος στην Κρήτη δεν είναι πλέον διατεθειμένη να αποδέχεται τη διαχείριση των δυνάμεων με όρους που κρίνει ως καταχρηστικούς. Η εξέλιξη της υπόθεσης αναμένεται να επηρεάσει όχι μόνο το ηθικό του προσωπικού, αλλά και τον σχεδιασμό της πολιτικής προστασίας στο νησί, καθώς η ισορροπία μεταξύ επιχειρησιακής ετοιμότητας και σεβασμού των εργασιακών δικαιωμάτων παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.



