Η είδηση δεν είναι καινούργια αφού ο νόμος ψηφίστηκε στις 17 Μαρτίου του 2026, όμως με τις εκλογές στην Ελλάδα να πλησιάζουν μήπως να παρθεί μία παρόμοια πρωτοβουλία και στη χώρα μας;
Ακολουθεί η είδηση όπως δημοσιεύτηκε στο BBC:
Το Ουαλικό Κοινοβούλιο ψήφισε νόμο που καθιστά παράνομο για τους υποψηφίους να λένε ψέματα κατά τη διάρκεια των εκλογών του Σένεντ (Senedd).
Ο νέος νόμος ανοίγει τον δρόμο για ένα νέο ποινικό αδίκημα σχετικά με τη διατύπωση ψευδών ή παραπλανητικών δηλώσεων γεγονότων με σκοπό τη βοήθεια ενός εκλογικού υποψηφίου.
Συμφωνήθηκε παρά τις προειδοποιήσεις ότι οι εξουσίες αυτές θα μπορούσαν να περιορίσουν την ελευθερία του λόγου και να εμποδίσουν τον δημοκρατικό διάλογο την ώρα που οι ψηφοφόροι αποφασίζουν ποιο κόμμα θα υποστηρίξουν.
Ο νόμος δεν θα τεθεί σε ισχύ πριν από το 2030 το νωρίτερο και δεν θα ισχύσει για τις εκλογές του Μαΐου.
Το νομοσχέδιο θεσπίζει επίσης ένα σύστημα ανάκλησης, δίνοντας στους πολίτες την ευκαιρία να απομακρύνουν από το Ουαλικό Κοινοβούλιο πολιτικούς που επέδειξαν ανάρμοστη συμπεριφορά στο διάστημα μεταξύ των εκλογών.
Μόνο μία πολιτικός ψήφισε κατά της νομοθεσίας –η Λόρα Αν Τζόουνς (Laura Anne Jones) του κόμματος Reform– με 50 να την υπερψηφίζουν το βράδυ της Τρίτης.
Κατά την τελική συζήτηση, η γενική νομική σύμβουλος (counsel general) Τζούλι Τζέιμς (Julie James), η οποία εισήγαγε το νομοσχέδιο, χαρακτήρισε τη νομοθεσία «πρωτοποριακή» και δήλωσε ότι θα διασφαλίσει πως το επόμενο Σένεντ «αναγνωρίζει και αποδεικνύει την κεφαλαιώδη σημασία της λογοδοσίας των μελών απέναντι σε εκείνους που τους τοποθέτησαν εδώ».
Ο Άνταμ Πράις (Adam Price) του Plaid Cymru, ο οποίος έχει κάνει εκστρατεία για αυτό το ζήτημα εδώ και δεκαετίες, δήλωσε: «Κανένα κοινοβούλιο δεν έχει απαιτήσει από την κυβέρνηση διά νόμου να απαγορεύσει το σκόπιμο ψεύδος σε όλο το εύρος του προεκλογικού λόγου.
»Αυτό είναι το βήμα που κάνει η Ουαλία απόψε».
Η επικεφαλής των Ουαλών Φιλελεύθερων Δημοκρατών Τζέιν Ντοντς (Jane Dodds) δήλωσε στο Σένεντ ότι είχε αναφερθεί και στο παρελθόν σε μια κρίση εμπιστοσύνης στην πολιτική.
Πρόσθεσε: «Αυτό το νομοσχέδιο έχει σκοπό να απαντήσει σε αυτή την κρίση εμπιστοσύνης, είναι η δήλωσή μας ότι το Σένεντ δεν θα ανεχθεί μέλη των οποίων η συμπεριφορά υπονομεύει τον θεσμό μας».
Παρά την υποστήριξη υπήρχαν ακόμη κάποιες επιφυλάξεις· ο Πολ Ντέιβις (Paul Davies) των Συντηρητικών δήλωσε ότι υπήρχε «ακόμη ο κίνδυνος το νομοσχέδιο να περιορίσει ακούσια τον θεμιτό διάλογο και την πολιτική έκφραση».
Τόνισε ότι ήταν «σημαντικό οποιοδήποτε νέο σύστημα να είναι αναλογικό, εφαρμόσιμο και ικανό να επιφέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα».
Οι υπουργοί είχαν δεσμευτεί να αναλάβουν δράση κατά του ψεύδους στην πολιτική, αφού μια παρόμοια πρόταση παραλίγο να γίνει νόμος ενάντια στις επιθυμίες της ουαλικής κυβέρνησης το 2024, όταν ο Βον Γκέθινγκ (Vaughan Gething) ήταν πρώτος υπουργός.
Οι υποστηρικτές της απαγόρευσης του ψεύδους υποστήριξαν ότι θα μπορούσε να βοηθήσει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς τους πολιτικούς θεσμούς.
Ο νόμος επιβάλλει στους Ουαλούς υπουργούς το καθήκον να «απαγορεύσουν τη διατύπωση ή δημοσίευση ψευδών ή παραπλανητικών δηλώσεων πραγματικών περιστατικών πριν ή κατά τη διάρκεια εκλογών» με σκοπό να βοηθηθεί η εκλογή ενός υποψηφίου.
Τον Ιανουάριο εκφράστηκαν ανησυχίες ότι ο νόμος θα παρείχε «έκτακτες» εξουσίες περιορισμού της ελευθερίας του λόγου.
Μία επιτροπή ανέφερε ότι η ουαλική κυβέρνηση ζητούσε από το Σένεντ «να δώσει την έγκρισή του για τη δημιουργία ενός νέου σοβαρού ποινικού αδικήματος, το οποίο είναι αόριστο και θα μπορούσε να έχει καθοριστικές επιπτώσεις για τη ζωή των ατόμων».
Μια άλλη προειδοποίησε ότι ο τρόπος με τον οποίο συντάχθηκε εγκυμονούσε τον κίνδυνο να επιτρέψει σε μια μελλοντική κυβέρνηση να «παρεμποδίσει σοβαρά τον πλήρη και ορθό δημοκρατικό διάλογο κατά τη διάρκεια μιας προεκλογικής εκστρατείας».
Άσκησε κριτική στην έλλειψη διαβούλευσης και στο γεγονός ότι δεν ορίζει επακριβώς τι αποτελεί «ψευδή ή παραπλανητική» δήλωση, σε ποιους θα ισχύει ή πώς.
Αντ’ αυτού, απαιτεί από τους Ουαλούς υπουργούς να θεσπίσουν το ποινικό αδίκημα μόνο αφού το νομοσχέδιο γίνει νόμος.
Τα μέλη του Σένεντ που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα μπορούσαν επίσης να αντιμετωπίσουν μια εφάπαξ ψηφοφορία εντός της εκλογικής τους περιφέρειας σχετικά με το αν θα πρέπει να συνεχίσουν να υπηρετούν στο Κάρντιφ Μπέι (Cardiff Bay).
Αλλά σε αντίθεση με το Γουέστμινστερ, ο πολιτικός θα αντικαθίστατο από κάποιον άλλο από το ίδιο κόμμα.
Ομοίως, η διαδικασία ανάκλησης δεν θα τεθεί σε ισχύ άμεσα – οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το ποιο είδος αδικήματος θα ενεργοποιεί τη διαδικασία ανάκλησης δεν θα οριστικοποιηθούν παρά μόνο μετά τις επόμενες εκλογές.
Το νομοσχέδιο επιφέρει επίσης περαιτέρω αλλαγές στη διαδικασία δεοντολογίας του Σένεντ, επιτρέποντας τον διορισμό μη κοινοβουλευτικών μελών (lay members) εκτός του Ουαλικού Κοινοβουλίου στην επιτροπή δεοντολογίας, κάτι που ελπίζουν ότι θα φέρει εξωτερική τεχνογνωσία και ανεξαρτησία στο έργο της επιτροπής.
Δίνει επίσης στον επίτροπο δεοντολογίας νέες εξουσίες να ξεκινά δική του έρευνα αντί να βασίζεται σε καταγγελίες τρίτων.



