Δημόσια παρέμβαση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Εμπορικού Συλλόγου Χανίων, Νίκου Βουρλάκη και Γιώργου Κανδηλιεράκη, εκλεγμένων με το ψηφοδέλτιο της «Αγωνιστικής Συνεργασίας Εμπόρων» με αφορμή ανακοίνωση που εξέδωσε η πλειοψηφία της διοίκησης την 1η Σεπτεμβρίου.
Στην ανακοίνωση τα μέλη της Αγωνιστικής Συνεργασίας εξαπολύουν δριμεία κριτική για τη στρατηγική κατεύθυνση του συνδικαλιστικού οργάνου, καταγγέλλοντας ότι η ηγεσία του συλλόγου ευθυγραμμίζεται με τις θέσεις των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και αποκρύπτει τις πραγματικές αιτίες που οδηγούν τους αυτοαπασχολούμενους και τους πολύ μικρούς καταστηματάρχες σε οικονομικό αδιέξοδο.
Παράλληλα, θέτουν ζήτημα νομιμοποίησης των επίσημων τοποθετήσεων, επισημαίνοντας ότι το επίμαχο κείμενο δεν συζητήθηκε ποτέ σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου.
Η διαφωνία για τον ορισμό των μικρομεσαίων και η άνιση αφετηρία του ανταγωνισμού
Στον πυρήνα της κριτικής της «Αγωνιστικής Συνεργασίας Εμπόρων» τίθεται η εξίσωση των πολύ μικρών επιχειρήσεων με τις μεγάλες εταιρείες κάτω από τον γενικόλογο όρο «μικρομεσαίες επιχειρήσεις» (ΜμΕ), όπως αυτός χρησιμοποιείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ).
Όπως υπογραμμίζουν οι κ.κ. Βουρλάκης και Κανδηλιεράκης, η συνειδητή αυτή σύγχυση αποπροσανατολίζει από την πραγματική δομή της ελληνικής αγοράς:
«Ένα δελτίο Τύπου που αποτελεί πρόκληση για την πλειοψηφία των μελών του συλλόγου που είναι αυτοαπασχολούμενοι και πολύ μικροί έμποροι και αγωνιούν καθημερινά για την επιβίωσή τους… όχι γενικά μικρομεσαίοι. Η Ε.Ε. ορίζει σαν μικρομεσαίες επιχειρήσεις όσες απασχολούν μέχρι 250 εργαζομένους… Ένα λάθος που γίνεται συνειδητά προκειμένου να θεωρήσουμε ότι όλες οι επιχειρήσεις “βράζουμε” στο ίδιο καζάνι. Στην Ελλάδα το 97% των μικρών επιχειρήσεων απασχολεί μέχρι 10 εργαζομένους».
Στηλιτεύοντας την αποστροφή της πλειοψηφίας ότι δεν αναζητά «ειδική μεταχείριση» ούτε «διεκδικεί προνομιακή μεταχείριση για το εγχώριο λιανεμπόριο», οι εκπρόσωποι της μειοψηφίας καταγγέλλουν ότι αποκρύπτεται η ανισότητα της εκκίνησης, καθώς οι μεγάλοι όμιλοι απολαμβάνουν φοροαπαλλαγές και πακτωλό χρηματοδοτήσεων από το ΕΣΠΑ και τα κρατικά ταμεία.
Αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι για την ΕΕ και τον Σύνδεσμο Ελλήνων Βιομηχάνων (ΣΕΒ), οι μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζονται ως «διαρθρωτικό πρόβλημα» και όχι ως ο πραγματικός κορμός της οικονομίας.
Επικαλούμενοι τα αποτελέσματα των πολιτικών ενίσχυσης των μονοπωλίων, σημειώνουν ότι κατά την προηγούμενη οικονομική κρίση 200.000 επιχειρήσεις έβαλαν λουκέτο, ενώ τα τελευταία χρόνια οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό στο εμπόριο μειώθηκαν κατά 48%.
Η ακρίβεια, οι καθηλωμένοι μισθοί και ο αντίκτυπος της Βάσης της Σούδας
Εξετάζοντας το ζήτημα της ακρίβειας που ροκανίζει το λαϊκό εισόδημα, οι δύο εκπρόσωποι των εμπόρων αναδεικνύουν ως βασικές γενεσιουργές αιτίες τους μισθούς των εργαζομένων, οι οποίοι παραμένουν καθηλωμένοι στα επίπεδα του 2010, καθώς και το αυξημένο κόστος ενέργειας.
Στο στόχαστρο της παρέμβασής τους μπαίνει και το αφήγημα γύρω από τον οικονομικό ρόλο των στρατιωτικών εγκαταστάσεων στα Χανιά:
«Καιρό τώρα μας παραμυθιάζουν ότι από την πολεμική οικονομία και τη λειτουργία της Βάσης της Σούδας που είναι πυλώνας ανάπτυξης, έχουν οικονομικό όφελος και οι αυτοαπασχολούμενοι και οι επαγγελματίες και ταυτόχρονα μας παρέχει ασφάλεια. Δεν έχουν υπόψη τους φαίνεται τα στοιχεία που δείχνουν την υπέρμετρη αύξηση των λογαριασμών της ΔΕΗ που πληρώνουμε και των τιμών των προϊόντων, ως αποτέλεσμα της πολεμικής ακρίβειας, της εμπλοκής της χώρας μας στον πόλεμο και της “πράσινης μετάβασης”».
Σύμφωνα με τους ίδιους, τα έσοδα από τις στρατιωτικές δραστηριότητες του ΝΑΤΟ καταλήγουν σε ελάχιστες μεγάλες επιχειρήσεις, την ώρα που το συνολικό κόστος αποβαίνει δυσβάσταχτο για τους μικρούς επαγγελματίες και την τοπική κοινωνία.
Το χρονικό των θεσμικών παρεμβάσεων και το αρνητικό πρόσημο των εκπτώσεων
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην αποτίμηση της πρόσφατης περιόδου των θερινών εκπτώσεων, όπου καταγράφεται ότι επτά στις δέκα μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δήλωσαν χαμηλότερο τζίρο. Η εικόνα αυτή, τονίζεται, επιβεβαιώνει ότι οι χαμηλές τιμές δεν επαρκούν όταν το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει κάτω από τα επίπεδα του 2009, υπό το βάρος των ανελαστικών εξόδων για ενοίκια, ρεύμα, φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.
Παράλληλα, οι συνδικαλιστές καταγράφουν τις διαδοχικές κυβερνητικές παρεμβάσεις που άλλαξαν τη λειτουργία της αγοράς εις βάρος των μικρών καταστηματαρχών:
-
Το 2013, η συγκυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ θέσπισε τις ενδιάμεσες εκπτώσεις και διεύρυνε τη λειτουργία των καταστημάτων τις Κυριακές, αφαιρώντας τον ελεύθερο χρόνο των μικρεμπόρων για ένα εισόδημα συχνά κατώτερο από το μεροκάματο του εργαζομένου.
-
Το 2017, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ επέκτεινε την κυριακάτικη λειτουργία από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο στις μεγάλες εμπορικές και τουριστικές ζώνες.
-
Το 2022, η κυβέρνηση της ΝΔ κατάργησε μεν τις ενδιάμεσες εκπτώσεις, ήρε όμως την απαγόρευση προσφορών σε ποσοστό άνω του 50% των ειδών και διατήρησε οκτώ θεσμοθετημένες Κυριακές λειτουργίας.
Όπως επισημαίνουν, το καθεστώς των συνεχών προσφορών ευνοεί αποκλειστικά τις πολυεθνικές, τις μεγάλες αλυσίδες και τις ψηφιακές πλατφόρμες που διαθέτουν κεφάλαια, εντείνοντας τη συγκέντρωση του εμπορίου και οδηγώντας τους μικρούς επαγγελματίες σε έναν αργό ή γρήγορο οικονομικό αφανισμό.
Η δέσμη διεκδικήσεων και η καταγγελία για παράκαμψη του Διοικητικού Συμβουλίου
Προκειμένου να υπάρξει ουσιαστική ανακούφιση για τους αυτοαπασχολούμενους, οι εκπρόσωποι της «Αγωνιστικής Συνεργασίας Εμπόρων» προτάσσουν ένα συγκεκριμένο πλαίσιο διεκδικήσεων, το οποίο περιλαμβάνει:
-
Κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης.
-
Θέσπιση αφορολόγητου ορίου στις 12.000 ευρώ, με προσαύξηση 3.000 ευρώ για κάθε προστατευόμενο τέκνο.
-
Κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα και μείωση του ΦΠΑ.
-
Ουσιαστική ρύθμιση των χρεών και θεσμική προστασία της κύριας κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης.
-
Νομοθετική κατοχύρωση της κυριακάτικης αργίας.
Κλείνοντας την παρέμβασή τους, οι κ.κ. Βουρλάκης και Κανδηλιεράκης σημειώνουν με νόημα ότι «η οικονομία χωρίζει τους ανθρώπους σε δυο κόσμους, δυο “πατρίδες” όπου η μια ζει και πλουτίζει σε βάρος της άλλης». Ταυτόχρονα, διαχωρίζουν ρητά τη θέση τους από το δελτίο Τύπου της 1ης Σεπτεμβρίου, καταγγέλλοντας ότι:
«Η πραγματικότητα είναι ότι αυτό είναι δελτίο Τύπου της πλειοψηφίας του Δ.Σ. του Εμπορικού Συλλόγου Χανίων και όχι απόφαση του Δ.Σ., μιας και το συγκεκριμένο θέμα δεν κουβεντιάστηκε ποτέ σε κανένα συμβούλιο και με κανέναν τρόπο».



