30.8 C
Chania
Tuesday, June 25, 2024

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ | ΗΠΕΙΡΟΣ – Του Στρατή Παπαμανουσάκη

Ημερομηνία:

Του Στρατή Παπαμανουσάκη

«Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
“Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.”
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:
“Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα».

(Δημοτικό)

Στην Ήπειρο συνυπάρχουν, περισσότερο από κάθε άλλη ελληνική περιοχή, οι μεγάλες αντιθέσεις της ζωής, της ιστορίας και των ανθρώπων. Ίσως γι αυτό ονομάστηκε Άπειρος, χωρίς πέρας, απέραντη, ανοικτή σε όλες τις διαδικασίες της συνθέσεως. Η Πίνδος και το Ιόνιο, το βουνό και η θάλασσα, η στάση και η κίνηση, το πρώτο αιώνιο αντιθετικό ζευγάρι, που η ΄Ηπειρος  συνενώνει. Στο σπήλαιο Ασπροχάλικο βρέθηκαν ίχνη του παλαιολιθικού ανθρώπου εκατό χιλιάδων χρόνων κι όμως κινδύνευσε η περιοχή από την ερήμωση, την ολιγανθρωπία, και τη λήθη. Από τις μεγάλες αντιθέσεις κι ο χωρισμός του τόπου σε βορρά και νότο, που παρά τις πολλές συνθέσεις, στην αρχαιότητα με το Κοινόν Ηπειρωτών, στα ύστερα βυζαντινά χρόνια με το Δουκάτο της Ηπείρου και στη νεότερη εποχή με τρεις ενοποιήσεις, την απελευθέρωση στους βαλκανικούς πολέμους, την Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου και το έπος του ΄40, μένει ακόμη χωρισμένος. Και πόσα ακόμη αντίθετα η Ήπειρος συνδέει, τη ζωή και τον θάνατο, το νεκρομαντείο του Αχέροντα και το θέατρο Δωδώνης, το ηρωϊκό Σούλι και το Ζάλογγο, την τυραννία του Αλή Πασά και τον νεοελληνικό διαφωτισμό. Κι ακόμη και η πύρρειος νίκη, του ηπειρώτη ηγεμόνα εναντίον της Ρώμης κι η ναυμαχία του Ακτίου με τον επακόλουθο θάνατο του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας, την κατάλυση της ενότητας ελληνικής Ανατολής και ρωμαϊκής Δύσης και η τραγωδία στη Λίμνη του έρωτα του Μουχτάρ και της Κυρά Φροσύνης, την προσέγγιση και τη διάσταση των δυο στοιχείων του τόπου. Και μένει το γεφύρι της Άρτας, σύμβολο του ανειρήνευτου αγώνα ενότητας διάσπασης, θέσης και αντίθεσης, της ζωής και του θανάτου.

Ασπροχάλικο

Οργανωμένο το ταξίδι μας στην Ήπειρο, ομαδικό, με τοπικό χανιώτικο γραφείο και μετά το θαλασσινό προοίμιο και τη διαδρομή ως την Πρέβεζα, είχαμε γίνει μια παρέα, με τον έμπειρο  οδηγό μας, τη γυναίκα του σε ρόλο ξεναγού, τα τραγούδια και τα ανέκδοτα, που συνθέτουν το πλαίσιο μιας τέτοιας εκδρομής.  Και όταν φθάσαμε, δεν θάταν για την πόλη αυτή, είπαμε, του Καρυωτάκη οι στίχοι, «Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους, ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους».  Η Πρέβεζα, από το σλαβικό τοπωνύμιο preveze-za, πέρασμα, φαίνεται πως δημιουργήθηκε με το κτίσιμο του οθωμανικού κάστρου της Μπούκας κατά τον 15 ο αιώνα κι αργότερα οχυρώθηκε με τάφρο και με τα κάστρα Αγίου Γεωργίου, Αγίου Ανδρέου και Παντοκράτορα. Κι όποιος περνά σήμερα από την υποθαλάσσια σήραγγα, από το Άκτιο, καταλαβαίνει πόσο πολύτιμη, για τη στρατηγική της θέση, ήταν η πόλη στους εμπόλεμους, στις οθωμανικές και ενετικές επιχειρήσεις του καιρού τους. Και από το θλιβερό τοπίο του Μεσοπολέμου μεταμορφώθηκε η πόλη στη  σημερινή ζωηρή, χαρούμενη, μοντέρνα Πρέβεζα, με την ωραία παραλιακή της λεωφόρο, το πλήθος των τουριστικών   σκαφών, τα νεοκλασικά, τα γραφικά στενάκια της παλιάς πόλης με τα ταβερνάκια, τα μουσεία της, το Σειτάν Παζάρ, τα οθωμανικά τεμένη, τον Πύργο του Ρολογιού, δίπλα στη μητρόπολη του Αγίου Χαραλάμπους,  και τα άλλα της μνημεία. Η αλήθεια είναι πως δεν την χαρήκαμε πολύ την Πρέβεζα, γιατί η εκεί παραμονή μας γέμισε με πολλές κοντινές επισκέψεις. Στη Νικόπολη με τα αρχαία τείχη και τα σπουδαία ερείπια της μέγιστης πόλης του Οκταβιανού, μετά τη νίκη του στο Άκτιο,  όπου δίδαξε ο στωϊκός φιλόσοφος Επίκουρος τον ιστορικό της εκστρατείας του Αλεξάνδρου Φλάβιο Αρριανό. Στην όμορφη κοιλάδα του Αχέροντα, που μόνο τόπος των νεκρών δεν φαίνεται να είναι, στο Νεκρομαντείο, στο αρχαίο πέρασμα προς την Αχερουσία Λίμνη, στο μέρος  όπου ο Λουκιανός, με τους Νεκρικούς Διαλόγους του σατίρισε τον Χάρο, εκεί που  φύση είναι τόσο πλούσια, που για τον οβολό του Μενίππου δεν ταιριάζει να μιλούμε. Στα Σύβοτα, με την απολαυστική τους θάλασσα, τα καραβάκια που περνούν ανάμεσα από τα πράσινα μαγευτικά νησάκια, και την υπέροχη πνοή του Ιονίου, που σε γεμίζει. Στην Πάργα, πέρασμα για τους Παξούς, τη γραφικότατη  πόλη της περιοχής, με το κάστρο, τα πολύβουα στενά, και το νησάκι της, όλο το χρώμα το νησιώτικο, που σε γεμίζει φως, ομορφιά και άρωμα του Ιονίου.    

Πρέβεζα, Φωτογραφία Νίκος Καββαδας / Unsplash

Από την Πρέβεζα ως την Ηγουμενίτσα, η ευθεία Ιόνια οδός καθόλου δεν μάς άφησε να νιώσομε το μάκρος της απόσταση της ηπειρωτικής ακτογραμμής  και μόνο απέναντι από την Κέρκυρα είδαμε πια πως φθάσαμε στο τέρμα της βορειοδυτικής Ελλάδας. Το νέο λιμάνι της Ηγουμενίτσας, έξοδος της χώρας προς Ιταλία και Δύση και είσοδος των ευρωπαίων στην Ελλάδα, σφύζει από ζωή και κίνηση. Και η νέα Εγνατία οδός, άξια διάδοχος της αρχαίας, που ξεκινά απ΄ την πόλη, συνδέει Δύση και Ανατολή, ήθη, αγαθά, πολιτισμούς, που η ιστορία πάντα με πόλεμο και ειρήνη γεφυρώνει. Μόλο που ο τόπος δείχνει ανθρώπινη παρουσία από τη μέση παλαιολιθική εποχή και η Θεσπρωτία αναφέρεται στα ομηρικά έπη, ο Θουκυδίδης πρώτος πιστοποιεί τη ίδρυση αποικίας των Κερκυραίων στην περιοχή. Προς το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. μαρτυρείται  η ίδρυση του «Κοινού των Θεσπρωτών» στην πόλη των Γιτάνων, μέσα στα όρια του σημερινού δήμου Ηγουμενίτσας και φαίνονται  κατοπινά ρωμαϊκά ερείπια μιας πόλης, που μπορεί να ήταν επίνειο της ρωμαϊκής αποικίας της Φωτικής. Ύστερα δεινοπάθησε ο τόπος από τις διαδοχικές επιδρομές, κτίστηκε εκεί ένα ενετικό φρούριο, που στη διαμάχη με τους τούρκους ανατινάχθηκε από τον Μοροζίνι, κι άρχισε να ακούγεται το «Porto delle Gomenizze», η Γουμενίτσα ως λιμάνι, και τέλος το 1908 ο Χαμήτ Μπέης ίδρυσε τη σημερινή πόλη, που πέρασε από το 1913, όπως και όλη η Ήπειρος, στην ελληνική επικράτεια. Μια μικρή στάση για καφέ, κάτω από τα δένδρα του παραλιακού δρόμου και το λαμπρό ηλιοβασίλεμα του Ιονίου αρχίζει να φωτίζει κόκκινο τον τόπο, καθώς αναχωρούμε για τα Γιάννενα, πρωτεύουσα, καρδιά και καύχημα όλης της Ηπείρου.

Ηγουμενίτσα

Και το βράδι, μετά μια σύντομη ανάπαυση στο ξενοδοχείο «Βυζάντιο», ξεκινήσαμε τη βόλτα μας στην πόλη, κατεβαίνοντας τη Λεωφόρο Δωδώνης. Παρατεταγμένα στη σειρά τα ιστορικά κτίρια της πόλης, Εμπορική Σχολή, Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία, Περιφέρεια, Συγκρότημα Βελή Πασά, Ρολόϊ, 8η Μεραρχία, Δημαρχείο, Αρχαιολογικό Μουσείο. Κάστρο. Κοντά και τα παλιά αρχοντικά Παρλαπά, Φρόντζου (Λαογραφικό Μουσείο), Λεβί, Πυρσινέλλα (Δημοτική Πινακοθήκη), Κατσάδημα, Σταμάτα. Πολυάνθρωποι δρόμοι, φώτα, κίνηση, γεμάτα μαγαζιά για τη νυκτερινή διασκέδαση και από τις όχθες της Λίμνης, με μια θαυμάσια γρανίτα φράουλα, το θέαμα από τα καραβάκια της γραμμής για το νησάκι. Την άλλη μέρα επισκεφθή-καμε τα άλλα αξιοθέατα, Οχυρό Λιθαρίτσια, Μουσείο Αλή Πασά, Καθεδρικό ναό Αγίου Αθανασίου, Άγιο Νικόλαο Κοπάνων, Καπλάνειο Σχολή και Τζαμί Καλούτσιανης κι ύστερα μπήκαμε στο Κάστρο. Από την κεντρική πύλη, τη στοά, τον βυζαντινό πύργο του Θωμά, την εβραϊκή συναγωγή, τις κατοικίες, δεξιά η νοτιοανατολική ακρόπολη, πυριτιδαποθήκη, Φετιγιέ Τζαμί, τάφος Αλή Πασά, θησαυροφυλάκιο, βυζαντινό  μουσείο και μουσείο αργυροτεχνίας. Αριστερά η βορειοανατολική ακρόπολη, Τζαμί Ασλάν Πασά (Εθνογρφικό Μουσείο), Μεντρεσές (Ιεροδιδασκαλείο), Τουρμπές (οθωμανικός τύμβος), βυζαντινή πύλη. Βόρεια τα οθωμανικά μνημεία της πλατείας Γλυκηδών, Βιβλιοθήκη, Χαμάμ λουτρό, Σουφαρί Σεράϊ.  Μεταβυζαντινά, οθωμανικά, νεοκλασικά, μοντέρνα, τα Γιάννενα αποτελούν αξιόλογο αρχιτεκτονικό σύνολο, που αναδεικνύει τα μνημεία του.

Πόλη της εποχής του Ιουστινιανού, πάνω σε αρχαίο οικισμό, πέρασε όλες τις αναταραχές της περιοχής, τις καταστροφές και τις συγκρούσεις των ισχυρών, μέχρι την τουρκική κατάκτηση το 1430. Διατήρησε τα βυζαντινά προνόμια της μέχρι την εξέγερση του Διονυσίου το 1611, συνέχισε όμως να προοδεύει και μετέπειτα για να φτάσει στην ακμή της κατά τα τέλη του 18 ου αιώνα, και μέχρι την Ένωση συνέχισε να δημιουργεί ιδρύματα, σχολές, οικοδομήματα. Και έκτοτε ακολούθησε τη μοίρα της Ελλάδας, πολέμους, καταστροφές, παρακμή και πάλι ανέγερση με προόδους και οπισθοδρομήσεις μέχρι σήμερα.

Ήσυχα τα πράσινα νερά  της Παμβώτιδας και στο νησάκι τα πλατάνια, το λιθόστρωτο, η Μονή Αγίου Νικολάου των Φιλανθρωπινών, όλα βγαλμένα από σελίδες ειδυλλίου. Μέχρι στο αρχονταρίκι του Αγίου Παντελεήμονα,  να δεις στο ξύλινο πάτωμα το σημάδι της σφαίρας, που έκοψε το νήμα της ζωής του αδάμαστου κατακτητή, σκληρού τουρκαλβανού, αντίζηλου του Σουλτάνου, ανεκτικού και δόλιου, διπλωμάτη, σκλάβου των παθών και κυνηγό του μεγαλείου. Ποιος ξέρει αν για τα δάκρυα της απατημένης νύφης του ή για τη δική του εκδίκηση ή για την κάθαρση της πόλης, διέταξε τον πνιγμό της Κυρά Φροσύνης και των άλλων, αυτός που τιμούσε ως σύζυγό του την κυρά Βασιλική, ελεύθερη στην πίστη της, με χριστιανική εκκλησία στο Σεράϊ. Θα μπορούσε η ομορφιά της Φροσύνης τάχα να συγκινήσει τόσο την Αλή, να μεταβάλλει τον πόθο  του σε μίσος, να κυριαρχήσει ο θάνατος στο δράμα και να τα καλύπτει όλα αυτά το μυστήριο, χαμένο στο βυθό της Λίμνης.

Παμβώτιδα

Η αλήθεια είναι πως από τον 17ο αιώνα η οικονομική προκοπή του τόπου συνοδεύτηκε και από μεγάλη πνευματική ανάπτυξη, ώστε να μετατραπούν τα Γιάννενα σε σημαντικό κέντρο του Νεοελληνικού Φωτισμού. Από ηπειρώτες ευεργέτες ανεγέρθηκαν οι σχολές Επιφανίου, Μπαλάνειος, Μπαρούτσιος, Καπλάνειος, Ζωσιμαία, όπου δίδαξαν σπουδαίοι διδάσκαλοι, οι Βησσαρίων Μακρής, Σουγδουρής, Παπαβασιλείου, Ανθρακίτης, Ψαλίδας, Βηλαράς, Βαλάνος. Κι έφτασαν έτσι τα Γιάννενα, στην εποχή του Αλή Πασά, «πρώτα στ΄ άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα». Έφθασαν στην Αυλή του  Αλή ξένοι μορφωμένοι επιστήμονες, μηχανικοί και αρχιτέκτονες, γιατροί, διπλωμάτες, πολεμιστές, που τους χρειαζόταν για να κτίσει το δικό του κράτος σε ολόκληρη την περιοχή της Αλβανίας, Ηπείρου, Θεσσαλίας και Στερεάς. Και κοντά του εκπαιδεύτηκαν αρκετοί μετέπειτα αγωνιστές της Επανάστασης, όπως ο Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος, Μπότσαρης και άλλοι. Μα αυτό δεν αναιρεί την τυραννία στον λαό, τις σφαγές, τον ξεριζωμό των Σουλιωτών, τη σκληρή φορολογία. Ο Αλή Πασάς δεν επρόκειτο ποτέ να γίνει «φωτισμένος», ούτε καν ανεξάρτητος ηγεμόνας. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ έβαλε οριστικό τέλος στα μεγάλα σχέδια του και άφησε ακέφαλο το σώμα μέσα στον τάφο του στο Κάστρο.

Ιωάννινα – Φωτογραφία: Sasha Matveeva / Unsplash

Μετά την πόλη των Ιωαννίνων πήραν σειρά τα κοντινά ενδιαφέροντα μνημεία, το Πέραμα με το ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους σπήλαιο, η Δωδώνη με το σπουδαίο Μαντείο και το θέατρο, που κτίστηκε επί Πύρρου, το Μπιζάνι με το χάνι του Εμίν Αγά, πολεμικό μουσείο. Εκεί εγκατέστησε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος το στρατηγείο του, το 1913, εξαπέλυσε την επίθεση με την υπερκέραση του ισχυρού οχυρού και ανάγκασε τον Εσσάτ Πασά να παραδώσει τα Ιωάννινα, υπογράφοντας εδώ την άνευ όρων συνθήκη. Το Μέτσοβο, με την ωραία φύση, τα πετρόκτιστα, την πλατεία, τα αγάλματα, τα απολαυστικά ψητά του, αποτέλεσε μια ιδιαίτερη εκδρομή. Και τέλος τα Ζαγοροχώρια, μια θαυμάσια περιοχή, με την άγρια φύση, τα γεφύρια στα ποτάμια, τα χωριά με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική. Ζαγόρι, «Πίσω απ το βουνό», στα σλάβικα, ο τόπος στους πρόποδες της Πίνδου, με τα 46 χωριά, τον Αώο ποταμό, το Μιτσικέλι και την Τύμφη. Στο Μονοδένδρι η πίττα στην πλατεία με τον τεράστιο πλάτανο, στο Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής η αμβροσία της θέας της χαράδρας του Βίκου. Ως το Μεγάλο Πάπιγκο σε μαγεύει η διαδρομή, τι να πρωτοθαυμάσεις, το βουνό, το δάσος, το χωριό, δύσκολο να διαλέξεις. Το μεσοχώρι, η πλατεία, η εκκλησία, ο πλάτανος, κοινά χαρακτηριστικά στα Ζαγοροχώρια. Και το σπίτι με την περιτοιχισμένη αυλή, τη στέγη από σχιστόπλακες, το χαγιάτι, τον οντά, το τζάκι, την κρεβάτα, σε μια τέλεια εναρμόνιση φύσης και κατοικίας. Άνθρωποι των ψηλών βουνών και του υψηλού φρονήματος, οι σαρακατσαναίοι, απόκτησαν το «Κοινόν των Ζαγορίων» από το 1431, διατήρησαν τα ιδιαίτερα έθιμα και τη διάλεκτο τους, και μάς έδοσαν, ζαγορίτες εμπόρους, τεχνίτες, ευεργέτες, πολλές προσωπικότητες, που δεν μας έφθασε, αυτός ο πανδαμάτωρ χρόνος να γνωρίσομε.

Δωδώνη

Παράκαμψη μετά για το Καλπάκι, Μνημείο του πολέμου του ΄40, κλειστό όμως το μουσείο της μάχης, που αντέστρεψε τη φορά του μετώπου και σήμανε την αρχή της νικηφόρας ελληνικής προέλασης. Ο στρατηγός Κατσημήτρος υπολόγισε σωστά, το ύψωμα της Γκραμπάλας άλλαξε χέρια δυο φορές, αλλά οι ιταλοί υποχώρησαν και άφησαν το πεδίο στον στρατό μας. Μικρή στάση στην Κόνιτσα, στο Μολυβδοσκέπαστο, στο μοναστήρι, τέρμα στην Κακαβιά, στα σύνορα με την Αλβανία, και πίσω.

Την άλλη μέρα ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής, μια στάση στο θαυμάσιο Μουσείο Βρέλλη, έργο ενός εμπνευσμένου ανθρώπου, που έδοσε τη ζωή του για να ζωντανέψει με τα κέρινα ομοιώματα την ευρύτερη ιστορία μας, κι άνοιξε πια ο δρόμος για την Άρτα. Η πόλη κτίστηκε στα ερείπια της Αρχαίας Αμβρακίας, που έφτασε στην ακμή της κατά τον 3ο αιώνα, με τον Πύρρο. Σώζονται ακόμη λείψανα από τον Ναό του Απόλλωνα, τα θέατρα, το Πρυτανείο, αλλά τα έργα τέχνης κλάπηκαν από τους ρωμαίους, σαν όλους τους κατακτητές, που με το ελληνικό πνεύμα εξωραϊζουν το δικό τους, το «agresti Latio». Η Άρτα (από το λατινικό arta, στενή), εμφανίστηκε κατά τον 10ο αιώνα και πέρασε από τους βυζαντινούς στους λατίνους, εντάχθηκε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου και της Άρτας αργότερα, πριν να υποκύψει στους οθωμανούς, αφού πέρασε τις διαμάχες Κομνηνών, Παλαιολόγων, Αγγέλων, Δουσάν, Ορσίνι, Ουρέση, Ερέδια, Τόκκων. Ήρθε κατόπιν ο Αλή Πασάς, η Επανάσταση, τα σύνορα του 1881 και η υπόλοιπη ελληνική ιστορία.

Πενήντα πέντε τοξωτά πέτρινα γεφύρια ενώνουν τις δυο όχθες του ποταμού Αράχθου στη διαδρομή του, από το Μέτσοβο ως τον Αμβρακικό. Αλλά μόνο το περίφημο της Άρτας το γεφύρι έζησε και ζει την ιστορία του τόπου, από το 1606 μέχρι σήμερα. Περνούσαν από πάνω του τα καραβάνια των εμπόρων από τον 17ο αιώνα και μετά, ανάμεσα τους και Ένας Έλληνας, ο  Μακρυγιάννης, όπως τον αποκάλεσε  ο Σεφέρης, που πρόκοψε στο εμπόριο στην Άρτα, μπήκε στη Φιλική Εταιρεία και αναδείχθηκε ο ήρωας, ο στρατηγός και ο συγγραφέας του αγώνα, ο πρωταγωνιστής της Επανάστασης της  Γ΄ Σεπτεμβρίου, ο οραματιστής της ελεύθερης πατρίδας. «Ότι αρχή και τέλος παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θηρία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε, τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν».

Γιοφύρι Άρτας – Φωτογραφία: KOSMAS HIOLOS / Unsplash

Πέρασαν από εκεί και οι πανουκλιασμένοι φεύγοντας το 1644-46, και οι εμπόλεμοι του 1821, Καραϊσκάκης, Μπότσαρης, Μπακόλας, Κιουταχής, Χουρσίτ, και οι αδικοχαμένοι Γαριβαλδινοί του Πέτα του 1822. Και ύστερα οι συνοριοφύλακες του 1881, οι αντιμαχόμενοι τσιφλικάδες και κολήγοι του 1882, οι νικημένοι πολεμιστές του Δρίσκου του 1912, οι γερμανοί ναζί του 1944, καίγοντας τα Τζουμέρκα και οι αντιμαχόμενοι πολεμιστές του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στα Δεκεμβριανά, προοίμιο του επακόλουθου φρικτού μας εμφυλίου. Δεν έμεινε ποτέ της μοναχή τού πρωτομάστορα η γυναίκα, πλήθος τα πτώματα, οι κομμένες κεφαλές, οι άπειρες πληγές, ολόκληρα ποτάμια αίμα κύλισαν στο ποτάμι, βάφοντας κατακόκκινη την ηπειρωτική ιστορία.

Η ολιγόωρη παραμονή στην Άρτα, στην ανατολική όχθη του Αράξου, δεν μας άφησε χρόνο, πέρα από τον καφέ, να δούμε παρά το λαογραφικό μουσείο, παλιό τουρκικό φυλάκιο και τελωνείο της άλλοτε ελληνοτουρκικής μεθορίου. Από πολύ μακριά το Κάστρο, αθέατο το Ρολόϊ, το Τζαμί του Φαϊκ Πασά, η επιβλητική Παναγία Παρηγορήτισσα, κρυμμένη για μας η κομψή Αγία Θεοδώρα και οι άλλες βυζαντινές εκκλησιές,  απροσπέλαστος κι ο Εύζωνας (Τσολιάς του 17)  στην πλατεία και το εμπορικό του αρτινού φιλικού Νικολάου Σκουφά, στην πόλη. Μονάχα το Γεφύρι στο ποτάμι, ήσυχο πια, γαλήνιο, ανέμελο, μας αφήνει ελεύθερους τους στοχασμούς για το παρόν, το παρελθόν, το μέλλον και για το ταξίδι, σύμβολο του χρόνου, της ζωής, των ανοικτών οριζόντων.

Φεύγοντας απ΄ την Άρτα είχε πια ουσιαστικά τελειώσει το ταξίδι μας, μια στάση και στη Ναύπακτο, με τα απαραίτητα τσιπουράκια κι έτοιμοι πια για τον Πειραιά και για την Κρήτη. Και τότε έγινε το αναπάντεχο, το πούλμαν μας αρνιόταν να  τρέξει, πατούσε ο οδηγός το γκάζι, τίποτα, μόνο με την πρώτη ταχύτητα κινιόταν. Κι είδαμε τότε πως αλλάζει ο άνθρωπος, όταν βρεθεί αντιμέτωπος με μια κατάσταση ανεξήγητη, το αυτοκίνητο καινούργιο, με το σέρβις του, και μας παίδευε με το πείσμα του, Κυριακή απόγευμα, όλα κλειστά και μετά τα κοσμητικά για όλους τους αγίους, να μονολογεί ο οδηγός «θα χάσουμε το πλοίο». Άρχισαν τα τηλέφωνα για βοήθεια και μια στιγμή, ψάχνοντας με το χέρι, νάτο το εμπόδιο, ένα κουτάκι σφηνωμένο κάτω από το πεντάλ, και χύθηκε ασυγκράτητο πια το πούλμαν στο δρόμο του. Κι αυτό ήταν το πιο ξεκαρδιστικό ανέκδοτο της εκδρομής, το τελευταίο. 

Επετειακό το άλλο μας ταξίδι, στη Βόρειο Ήπειρο, με πρακτορείο από την Αθήνα, την παραμονή της 28ης Οκτωβρίου. Και αφού περάσαμε ξανά τα γνωστά μέρη ως την Ηγουμενίτσα κι ύστερα τις Φιλιάτες και τη Σαγιάδα, μέχρι τον μικρό μεθοριακό σταθμό Μαυρομάτη, χωρίς πολλούς ελέγχους, μπήκαμε στο έδαφος της Αλβανίας.

Και ιδού η Βόρειος Ήπειρος, τόπος από αιώνων ακραιφνής ελληνικός, τώρα υπό τη σκιά του αλβανικού δικεφάλου. Από τα τρία αρχαία ελληνικά φύλα στα βόρεια μέρη της Ηπείρου, θεσπρωτούς, χάονες, μολοσσούς, οι χάονες κατείχαν τη Χαονία, μεγάλη χώρα ανάμεσα στα Κεραύνια όρη και στον ποταμό Καλαμά, και από την Αδριατική ως την Οχρίδα. Και ήταν γεμάτη η περιοχή από ελληνικές αποικίες, που ο μύθος τις συνδέει με τους ήρωες του Τρωϊκού Πολέμου, τον Ελπήνορα με τον Ωρικό και το Θρόνιο, τον Νεοπτόλεμο με τη Βύλλιδα, και τον Έλενο με το Βουθρωτό.  Και από τις άλλες μεγάλες πόλεις της περιοχής, Ογχησμό, Κεμάρες, Φοινίκη, Αμαντία, Αντιγόνεια, Αντιπάτρεια, Απολλωνία, άκμασαν ως τη ρωμαϊκή κατάκτηση, όταν ο Αιμίλιος Πύλος έκαψε εβδομήντα πόλεις της Ηπείρου, που υπερασπίστηκαν την ελευθερία της Μακεδονίας. Και συμμερίστηκε τη μοίρα της Ελλάδας η Βόρεια Ήπειρος έκτοτε, μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους, και τρεις φορές, 1912, 1914, 1940 ελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό κι από τους ηπειρώτες. Μα δεν αρκούσε αυτό, ούτε η δυο χιλιάδων χρόνων ιστορία, ούτε οι τριακόσιες χιλιάδες έλληνες ορθόδοξοι, στα συνέδρια της Φλωρεντίας, της Κέρκυρας και των Παρισίων για την Ένωση. Σαν να μην έφθαναν και μόνο τα ελληνικά σχολειά, που ίδρυσαν οι επίσκοποι Δρυϊνουπόλεως Ματθαίος, Αργυροκάστρου Σοφιανός και  Νεκτάριος Τέρπος από τον 17ο αιώνα  και ο Κοσμάς ο Αιτωλός τον 18ο, και η Νέα Ακαδημία της Μοσχόπολης και τα Ζωγράφεια Διδασκαλεία στο Κεστοράτι Αργυροκάστρου, και τα Ζάππεια Σχολεία  στο Λάμποβο. Ούτε κι ολόκληρη η μεταβυζαντινή τέχνη στη Βόρειο Ήπειρο, στην αρχιτεκτονική ναών, μονών, κατοικιών, γεφυρών, και στη ζωγραφική των αγιογράφων της, του γνωστού Ονουφρίου, του Δαυϊδ, με το νεομακεδονικό ύφος, και τόσων άλλων εκπροσώπων  της κρητικής σχολής, και στη σπουδαία ξυλογλυπτική των εκκλησιών. Και ακόμη και στη μουσική, με το βορειοηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδι και τους χορούς «Στα Δύο», «Στα Τρία», «Πωγωνήσιο» και «Συρτό», που διαλαλούν πάντα ελληνικό πολιτισμό. Και ρίχθηκε ξανά έτσι στον ζυγό του Ζώγου και του Χότζα η Βόρεια Ήπειρος, με ένα συνεχώς παραβιαζόμενο καθεστώς της μειονότητας, που άλλωστε καλύπτει μόνο ένα μέρος της. Και από τον Μεσοπόλεμο ξεκίνησε η αυθαίρετη, με τις δήθεν στατιστικές, συρρίκνωση του πληθυσμού. Κι ακολούθησε ο περιορισμός της παιδείας, η απαγόρευση της ορθόδοξης λατρείας και η αρπαγή της περιουσίας των κατοίκων. Και όσο κι αν βελτιώθηκαν τα τελευταία χρόνια τα πράγματα, με τον τερματισμό της εμπόλεμης κατάστασης Ελλάδας και Αλβανίας, ωστόσο καθόλου δεν σταμάτησαν επεισόδια, παραβιάσεις, διακρίσεις. Και γίναμε κι εμείς μάρτυρες του τελευταίου φονικού περιστατικού, καθώς θα δούμε παρακάτω.

Βουθρωτό

 Σε αντίθεση με τις κατάφυτες ελληνικές περιοχές, έρημο, ακαλλιέργητο, αφιλόξενο το τοπίο πέραν των συνόρων. Αλλά άλλαξε σε λίγο η εικόνα αυτή, στο Βουθρωτό, στη χερσόνησο με τη σπουδαία στρατηγική της θέση, οχυρωμένη, απέναντι απ΄ την Κέρκυρα, κέντρο των Χαόνων και με αρχαιολογικά ευρήματα, που χρονολογούνται μέχρι τον 12ο αιώνα π.Χ. Από τη λίμνη των Νυμφών, στον αρχαιολογικό χώρο συναντούμε το αρχαίο Θέατρο, το ιερό του Ασκληπιού, την Αγορά, τη Μέγιστη Βασιλική, το Βαπτιστήριο, τα Τρίκογχα Ανάκτορα. Και γύρω από τα μεγαλιθικά τείχη της Ακρόπολης φθάνομε μέχρι την Πύλη των Λεόντων, ανεβαίνομε και τα ελληνικά, ρωμαϊκά, χριστιανικά, μεσαιωνικά, ενετικά μνημεία μπροστά μας. Αντηχούν ως εδώ οι αγορεύσεις του Κικέρωνα κατά του εποικισμού του Καίσαρα, και πρόδηλη είναι η αγωνία του Αυτοκράτορα Αναστάσιου να προλάβει να κτίσει το μεγάλο τείχος,  που θα προστάτευε, μάταια, την πόλη από τους οστρογότθους, νορμανδούς και σλαύους. Και από την εξουσία των βυζαντινών, των Δεσποτών, ανδεγαυών, βενετών, οθωμανών, τίποτε πια δεν μένει. Ένα φευγαλέο πέρασμα από τους Αγίους Σαράντα, μια πυκνοκατοικημένη τουριστική πολιτεία στην πλαγιά, καθόλου δεν μας άφησε να δούμε αυτό το κέντρο της ελληνικής μειονότητας. Μόνο η φήμη του μοναστηριού πάνω στον λόφο, με τα σαράντα παρεκκλήσια, ένα για κάθε ένα από τους χριστιανούς μάρτυρες της Σεβάστειας, μας ακολούθησε καθώς έπεφτε γρήγορα στο πέλαγος ο ήλιος. Η νύκτα μάς επρόλαβε και ο δρόμος προχωρώντας, πέρασε μέσα από το ορεινό τοπίο, τις λαγκαδιές, τα δάση, χωρίς να δούμε την πηγή Μπλε Μάτι, κι έφθασε τέλος στο Αργυρόκαστρο, στο τέλος της μακριάς μας μέρας μες στη νύκτα.

Πρωϊ 28ης Οκτωβρίου, προς Κλεισούρα, στη Μονή Αγίου Νικολάου, Νεκροταφείο επτακοσίων νεκρών του μετώπου, Λειτουργία, Μνημόσυνο, κατάθεση στεφάνων. Προχωρούμε, δίπλα σε χωράφια  ανασκαμμένα, πρόχειρες ταφές, απ΄ όπου μεταφέρθηκαν τα λείψανα των πεσόντων στρατιωτών μας στο νεκροταφείο. Όμως αδύνατο να φθάσομε στο θρυλικό Ύψωμα 731, η Τροχαία μας γυρίζει πίσω, αδιάβατος λέει ο δρόμος για το πούλμαν… Επιστροφή, περνώντας από τα ελληνικά χωριά της περιοχής, μια στάση στη Δόμβραινα, πλατεία με ελληνικά αγάλματα, ορθόδοξη εκκλησία, ελληνικές επιγραφές στα μαγαζιά, που πουλούν τα περίφημα τα όσπρια του τόπου και στον τοίχο η επιγραφή «Ζήτω οι Έλληνες, Ζήτω το ΟΧΙ». Στις Βουλιαράτες, στο εκεί Στρατιωτικό Νεκροταφείο, τελετή, ελληνικές σημαίες, πλήθος κόσμου, έλληνες και αλβανοί επίσημοι, βουλευτές, η Πρέσβειρα μας, εκπρόσωποι των κομμάτων,  ελληνικά σχολεία, λόγοι και εθνικός παλμός. Ψάχνομε με συγκίνηση ανάμεσα στους τάφους, κρητικά ονόματα, βαθμούς, καταγωγές, η V Μεραρχία Κρητών είχε το μερίδιο της στις απώλειες. Και τότε διαδόθηκε αρχικά η φήμη πως σκοτώθηκε ένας ομογενής ή έλληνας, πέφτοντας από ψηλά, που είχε ανεβεί να παρακολουθήσει όλον αυτό τον εορτασμό. Ύστερα άρχισαν οι ντόπιοι να κοιτάζουν ψηλά κατά το βουνό, είπανε το όνομα του σκοτωμένου, μισόλογα για μια ελληνική σημαία, για κάποιο σύνθημα που έλεγε για Ένωση, για ανταλλαγή πυροβολισμών, θυμήθηκαν και μια προηγούμενη ανάλογη περίπτωση, του Γκούμα, κι άρχισε να διαλύεται όλη η μάζωξη. Και πια πίσω στο Αργυρόκαστρο ξεκαθάρισε, μια αστυνομική δολοφονία, με θύμα ένα νεαρό ελληνόπουλο, που διαδήλωσε τη μέρα αυτή για την Ελλάδα. Κι έγινε ο Κωνσταντίνος Κατσούφας τελευταίος νεκρός του Βορειοηπειρωτικού αγώνα.

Κλεισούρα, Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου

Στις 3 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο Μεταξάς διατύπωσε το ΟΧΙ : «Alors, c’ est la guerre». Και λίγο αργότερα ακούστηκε στο ράδιο, με τη χαρακτηριστική φωνή του Γεωργίου Σταυρόπουλου το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν. «Αἱ Ἰταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν ἀπό τῆς 5:30 πρωινῆς τῆς σήμερον τά ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως τῆς ἑλληνοαλβανικῆς μεθορίου. Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις ἀμύνονται του πατρίου ἐδάφους». Κι άρχισε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, μέρα τη μέρα διώχνοντας τους εισβολείς από τα εδάφη μας, και ελευθερώνοντας κατά σειρά, την Ερσέκα, Κοριτσά, Μοσχόπολη, Πόγραδετς, Πρεμετή, Αγίους Σαράντα, Δέλβινο, Αργυρόκαστρο  και Κλεισούρα, όλη τη Βόρεια Ήπειρο, γράφοντας την Εποποιΐα του ΄40. Και στην Κλεισούρα, εκεί στο Ύψωμα 731, απέκρουσε ο ελληνικός στρατός δεκαπέντε μέρες τις ιταλικές σκληρές αντεπιθέσεις και υποχώρησε ο εχθρός ταπεινωμένος. Και γι αυτό έπρεπε στον τόπο το προσκύνημα, αυτό που μας εμπόδισαν, γιατί δεν έχει λήξει ακόμη στην ουσία ο πόλεμος, πριν από την ελευθερία των υπόδουλων πατρίδων.

Όμορφη πόλη το Αργυρόκαστρο, σκαρφαλωμένη στην πλαγιά, κάτω από το κάστρο του, με τα παλιά διατηρημένα κτίρια, τα λιθόστρατα, την αγορά και το τζαμί του, μνημείο αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, κέντρο πολιτισμού, οικονομίας κι εμπορίου. Πρωτεύουσα, το 1914, της ολιγόχρονης  Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου, πατρίδα του αλβανού ηγέτη Εμβέρ Χότζα και του γνωστού συγγραφέα Ισμαήλ Κανταρέ, άλλοτε έδρα του μουσουλμανικού θρησκευτικού τάγματος των Μπεκτασήδων, σήμερα έδρα ορθόδοξης Επισκοπής, έδρα Πανεπιστημίου, διατηρεί τις παραδόσεις των τραγουδιών και των χορών, ελληνικών και αλβανικών, τα έθιμα και την πέτρινη μορφή της. Σκιάστηκε η μέρα μας από τα γεγονότα, παρέμεινε κλειστό και το Κάστρο και μόνο ένας θαυμάσιος καφές από ελληνικά χέρια, στον κεντρικό δρόμο, μας έκανε να ξεχαστούμε στην κουβέντα με τους ντόπιους. Δύσκολα χρόνια πέρασαν οι ομογενείς στα σαράντα χρόνια του  καθεστώτος Χότζα, μια ολότελα κλειστή, ιδιόρρυθμη, κομμουνιστική κοινωνία, αντιρεβιζιονιστική «μαρξιστική – λενινιστική», απόμακρη κι από τη Μόσχα κι από το Πεκίνο, κατέχοντας μονάχα αυτή τη μια και μόνη  «αλήθεια».  Και έτσι πορεύτηκε όλη η χώρα αυτά τα χρόνια, με σταλινικές μεθόδους, αστυνομοκρατία της περίφημης «Σιγκουρίμι», κομματικές εκκαθαρίσεις και διώξεις, σκεπασμένη απ΄ άκρη σ΄άκρη με τα 600.000 περίφημα, τσιμεντένια, σφαιρικά πολυβολεία, τα  bunker, που τα είδαμε κι εμείς παραιτημένα, γκρεμισμένα, λεηλατημένα, μάρτυρες αψευδείς της καθυστέρησης, της χρεωκοπίας της κατάρρευσης ενός αδιέξοδου κόσμου. Χωρίς αντιπροσώπευση, παιδεία, θρησκεία, ιδιοκτησία, η ελληνική μειονότητα κι όμως άντεξε, γιατί πάντα στο τέλος η ελευθερία υπερισχύει της καταπίεσης, το δίκαιο κατανικά τη βία και η ενότητα υπερβαίνει κάθε διάλυση.

Αργυρόκαστρο

Συνεχίζομε το άλλο πρωί για Τεπελένι, πατρίδα του Αλή Πασά. Στο κέντρο της πόλης το μνημείο του, επιβλητικό, για να θυμίζει τη δόξα και τον θάνατο του λιονταριού της Ηπείρου, που θέλησε να δημιουργήσει τη δική του αυτοκρατορία, αγνοώντας τις δυνάμεις εναντίον του. Περίπατος στον κεντρικό πεζόδρομο, δημόσια κτίρια, ορθόδοξη εκκλησία και στο τέρμα το κάστρο με το ανάγλυφο του Βύρωνα, επισκέπτη του Αλή Πασά στο ταξίδι του Τσάϊλντ Χάρολντ στην Ανατολή. Και στη συνέχεια φθάνομε στην αρχαία πόλη Απολλωνία, μεγάλη αποικία των Κορινθίων στην Ιλλυρία. Στο καταπράσινο τοπίο τα διατηρημένα ερείπια του Βουλευτηρίου, της Αγοράς, του Θεάτρου, του ναού του Νυμφαίου, (αυτού που έμελλε δυο χρόνια αργότερα από τους σύγχρονους  βανδάλους να καταρρεύσει πλήρως). Δίπλα ο Ναός της Παναγίας και στο Μουσείο τα εκθέματα από τον 12ο αιώνα π.Χ., αδιάψευστα τεκμήρια του ελληνικού πολιτισμού στις άκρες του αρχαίου κόσμου. Ένας καφές στο τουριστικό περίπτερο και παίρνομε το δρόμο για Μπεράτι, περνώντας από την περιοχή του Φιέρι. Σύγχρονη πόλη, που αναπτύχθηκε χάρη στο πετρέλαιο της περιοχής, με πυκνό δίκτυο δρόμων, που γεμίζουν με την οσμή του μαύρου χρυσού, πηγή ενόχλησης για μας και πλούτου για τους ντόπιους.

Ο αλβανικός θρύλος περιγράφει πως οι γίγαντες Τομόρ και Σφίραγκ συγκρούστηκαν για την αγάπη μιας πανέμορφης κοπέλας, σκοτώθηκαν και οι δυο στη μάχη, πέτρωσαν κι έγιναν τα αντίστοιχα βουνά κι από τα δάκρυα της κόρης δημιουργήθηκε ο ποταμός Άψος, που ρέει ανάμεσα τους. Η ονομασία Μπεράτι προέρχεται από τη βουλγαρική Μπελγκράντ, Λευκή Πόλη, που πήρε ο τόπος από τον 9ο αιώνα. Αλλά η πόλη βρίσκεται στη θέση της αρχαίας Αντιπάτρειας, Πόλης του Αντιπάτρου, και η μακρά ιστορία της καλύπτει όλες τις εποχές μακεδόνων, ρωμαίων, βυζαντινών, βουλγάρων, σέρβων και τούρκων. Και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην αναγέννηση των αλβανών, ως βάση της λεγόμενης Λίγκας του Πρίζεν, για την εθνική αφύπνιση  το 1878, και τόπος δημιουργίας της Προσωρινής Κυβέρνησης της Αλβανίας το 1944. Το Μπεράτι, στη δεξιά όχθη του ποταμού Άψου, πόλη -μουσείο, «πόλη των χιλίων παραθύρων» ή «πόλη των παραθύρων το ένα πάνω στο άλλο», καθώς είναι κτισμένη στον λόφο,  χωρίζεται στη Γκορίτσα, το Μαγκαλέμ και το Καλάγια, από όπου ξεκινήσαμε την περιήγηση μας. Η ακρόπολη της πόλης, με το επιβλητικό βυζαντινό της κάστρο, που κτίστηκε επί Θεοδοσίου Β΄, ενισχύθηκε επί Ιουστινιανού και συμπληρώθηκε από τον Δεσπότη της Ηπείρου Κομνηνό Δούκα, περιλαμβάνει σπουδαία μνημεία τέχνης. Περί τις είκοσι βυζαντινές εκκλησίες του 13ου αιώνα,  ανάμεσά τους η Παναγία της Βλαχέρνας, η Αγία Τριάδα, και η μητρόπολη του Αγίου Νικολάου, αγιογραφημένες από το χέρι του Ονουφρίου και του γιου του Νικόλα, κατά τον 16ο αιώνα, σπουδαίων καλλιτεχνών της πόλης, και διάσημων σε όλη την Αλβανία, γνωστών για το «κόκκινο του Ονούφρι» και τον εκφραστικό ρεαλισμό στην αποτύπωση των προσώπων. Κλειστό όμως ήταν το Μουσείο του Ονούφριου, κι ώσπου να κατεβούμε από το κάστρο νύκτωσε, χάσαμε τα μνημεία της πόλης, το Μολυβένιο Τζαμί, το Τζαμί των Εργένηδων, τον Τεκέ Χαλβετί, που ανήκει στη κοινότητα των Σούφι, των σοφών μουσουλμάνων ασκητών, που η διδασκαλία τους αποσκοπεί στην ένωση των πιστών με τον Θεό, κάτι ανάλογο με όσα  πρεσβεύει ο χριστιανικός μυστικισμός, από όπου φαίνεται πως άντλησε τις νεοπλατωνικές της ρίζες. Και ούτε και τον τάφο είδαμε του Σαμπατάϊ Τζβί, εβραίου από τη Σμύρνη, που πέθανε εδώ εξόριστος, αφού απότυχε ως Μεσσίας να οδηγήσει τους ομοεθνείς του από όλη την Ευρώπη στην πατρίδα τους, τη Γη της Επαγγελίας. Μόνο το λαμπρό θέαμα της φωτισμένης πόλης, της γέφυρας, του ποταμού, όλης της νυκτερινής όψης του Μπεράτι, αξέχαστη εικόνα σπάνιας ομορφιάς, μένει στα μάτια μας για πάντα.

Μπεράτι

Περάσαμε τη νύκτα στο Δυρράχιο και το πρωϊ η δυνατή βροχή, μόλις που μας επίτρεψε να δούμε το αξιόλογο μουσείο, κι  έμειναν μακριά τα βυζαντινά και τα ενετικά τείχη, και το ρωμαϊκό αμφιθέατρο  και το Ματσέλουμ (macellum, μάκελλον, αγορά). Η πόλη αποτέλεσε αποικία των Κορινθίων και Κερκυραίων με το όνομα Επίδαμνος, αυτή που δάμασε τη σκληρή, βραχώδη φύση της περιοχής (επί-δάμνημι) κι έγινε αφορμή να ξεσπάσει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, από τον ανταγωνισμό αθηναίων και κορινθίων. Και δεν είχαν ίσως άδικο οι ρωμαίοι, που φοβήθηκαν τόσο  το κακό, γι αυτούς, όνομα (δάμνος, damnum, καταραμένο), ώστε να το αλλάξουν σε Dyrrachium, Δυρράχιον (δυς-ραχία, δύσκολη ράχη, βραχώδης). Μετά τους κλασικούς χρόνους πέρασαν απ΄ εδώ ο Κάσσανδρος, ο Πύρρος, ο ιλλυριός Μονούτιος, η βασίλισσα Τεύτα, ο Ροβέρτος Γυισκάρδος, ο Μάνφρεντ Χοχενστάουφεν, ο Στέφανος Δουσάν, ο Κάρολος Τόπια. Το 1501 η πόλη έπεσε στους τούρκους κι έπειτα διαδοχικά στους σέρβους, αλβανούς, αυστριακούς, ιταλούς και γερμανούς, πριν καταλήξει οριστικά στην Αλβανία. Παρά τη μεταγενέστερη τουριστική ανάπτυξη της, φαίνεται πως η δυστυχία δεν εγκατάλειψε  ακόμη την πόλη, γνωστή και για τη μαζική αλβανική μετανάστευση μετά το 1990, και για την οικονομική καταστροφή του 1997, με την κατάρρευση του «συστήματος των πυραμίδων», του παράνομου «σχήματος Πόντσι», που ιδιοποιήθηκε την πυραμίδα κεφαλαίων των επενδυτών, έριξε τη χώρα σε αναρχία και προκάλεσε μια ιταλική «ειρηνευτική επέμβαση».

Μια σύντομη επίσκεψη στα Τίρανα, η πολυθόρυβη κεντρική λεωφόρος, η Πλατεία των Νερών, το ωραίο καφέ στο πάρκο και ο καθεδρικός ορθόδοξος Ναός της Αναστάσεως, ένα από τα πολλά αξιόλογα έργα του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου Τιράνων, σε σύνθετο μοντέρνο βυζαντινό ρυθμό, με τεράστιο θόλο και εξωτερικό καμπαναριό, είναι αρκετά για μας απ΄ την πρωτεύουσα της χώρας. Αναχωρούμε από την Πλατεία Σκερντέμπεη για την Κρούγια, πατρίδα του έθνικού ήρωα της Αλβανίας, του Γεωργίου Καστριώτη, εξισλαμισμένου χριστιανού, που φαίνεται πως είχε και ελληνικές και σερβικές ρίζες κι αντιστάθηκε χρόνια στον τουρκικό επεκτατισμό, αναπτύσσοντας την ιδέα της εθνικής ενότητας και ανεξαρτησίας. Σκαρφαλωμένη η πόλη στα ψηλά, με το κάστρο, το Μουσείο Σκερντέμπεη και το Εθνικό Εθνογραφικό Μουσείο, δεν μας άφησε και πολύ χρόνο να τη δούμε. Ο ανήφορος, το κρύο και το σκοτάδι μας έφεραν τέλος στο μικρό καφενείο του σταθμού των λεωφορείων κι εκεί θαυμάζοντας τη θέα, με ένα ποτήρι δυνατή ρακή, αποχαιρετήσαμε τον τόπο.

Τίρανα – Φωτογραφία: Drini Teta / Unsplash

Τελευταίο μας πρωϊνό στο Δυρράχιο και άρχιζε πια η κάθοδος προς Νότο, με πρώτο σταθμό το Ελβασάν, το ελληνικό Νεόκαστρον, εκεί που ο Μωάμεθ Β΄ «έβαλε το χέρι του στο κάστρο», στις βόρειες όχθες του ποταμού Σκούμπιν. Τετράγωνο, βαρύ, τρίπυλο, με βαθειά τάφρο γύρω στέκει και σήμερα το κάστρο που έκτισε ο Σουλτάνος για να αντιμετωπίσει τον Σκερντέμπεη και γύρω του αναπτύχθηκε η πόλη, έδρα του σαντζακίου, με τη μουσουλμανική, τη χριστιανική και τη βλάχικη συνοικία. Η πόλη αναπτύχθηκε αρκετά, τοπικά προϊόντα, εμπόριο, εργοστάσια, τόνωσαν οικονομικά τον τόπο, αλλά το τεράστιο μεταλλουργικό συγκρότημα, «Ατσάλι του Κόμματος», του Χότζα, τελευταία, κατέστρεψε σε μεγάλο βαθμό το περιβάλλον. Διασχίσαμε όλον τον πεζόδρομο, το παζάρι, την πλατεία, με στάσεις στην ορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Μαρίας, το θέατρο και την οικία-μουσείο Χριστοφίδη, μεταφραστή της Καινής Διαθήκης στα γκέγκικα και τόσκικα αλβανικά, συμβάλλοντας στην ενότητα μιας εθνικής γλώσσας. Και φεύγοντας έπεσε το μάτι μας σε μια ορειχάλκινη επιγραφή, μνημείο των γνωστών μας τσάμηδων, που φαίνεται πως τιμούνται εδώ για όσα εγκλήματα έπραξαν, τον τελευταίο πόλεμο, σε βάρος της Ηπείρου, μιας και η ιστορία κρίνεται ακόμη από δυο μεριές, όσο το παρελθόν σκιάζει το παρόν και το μέλλον.

Μέσα από το ορεινό και δασωμένο τοπίο, πλάϊ από τις δυτικές όχθες της λίμνης Οχρίδας, συνεχίζομε προς Πόγραδετς. Εδώ, στα σύνορα Ιλλυρίας και Χαονίας, ανακαλύφθηκαν λιμναίοι οικισμοί πάνω σε πασάλους της χαλκολιθικής εποχής. Κι εδώ απομόνωσαν οι κομμουνιστές ηγέτες της Αλβανίας ένα ωραιότατο φυσικό τοπίο για τις θερινές τους κατοικίες. Η πόλη του Πόγραδετς, πόλη «Κάτω από την πόλη», βρίσκεται πραγματικά κάτω από τον ιλλυρικό οικισμό, πάνω στον λόφο και είναι γνωστή για το Φεστιβάλ της Λίμνης, τους ποιητές και τους καλλιτέχνες της. Παραδεισιακό τοπίο η Λίμνη των Κύκνων, ανοικτό τώρα για τον καφέ των κοινών θνητών και για τις ονειροπολήσεις, περί της ματαιότητας των εγκοσμίων. «Sic transit gloria mundi».

Και αυτή η ματαιότητα, η δόξα του κόσμου που παρέρχεται, η παντοδυναμία του χρόνου, μάς βαραίνει στη Μοσχόπολη, επόμενο σταθμό μας. Μια πόλη φάντασμα σήμερα, ψηλά στο οροπέδιο της, ένας πετρόκτιστος οικισμός, η παλιά «Νέα Αθήνα». Ανάμεσα στον 14ο και τον 16ο αιώνα η ίδρυση της, από τον συνοικισμό των βλαχόφωνων της περιοχής, και από τον 17ο ως τον 19ο αιώνα η ακμή, η παρακμή, το τέλος της. Γνώρισε ο τόπος μια ταχύτατη δημογραφική, οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, μέσα στη σχετική ασφάλεια της περιοχής, με ένα πληθυσμό που έφθανε τις 60.000 κατοίκους. Ως βάση της η κτηνοτροφία, βυρσοδεψία, εριουργία, ταπητουργία, σιδηρουργία, αργυροχρυσοχοϊα, χαλκουργία, το εμπόριο και ως κορυφή η ελληνική παιδεία, το «Ελληνικόν Φροντιστήριον» (Νέα Ακαδημία), τα σχολειά, η τυπογραφία, η χριστιανική θρησκεία, οι περίφημες εκκλησίες της, η τέχνη, η αγιογραφία, η διακοσμητική, και οι τεχνίτες, καλλιτέχνες, διανοούμενοι του τόπου. Αλλά ήρθαν σχετικά σύντομα οι επιδρομές, τα ορλωφικά, ο Αλή Πασάς, οι πολεμικές καταστροφές, η εσωτερική εντροπία, η μετανάστευση και τέλειωσε η Μοσχόπολη. Η πόλη κέντρο νεοελληνικού φωτισμού, τόπος έκδοσης του Τετράγλωσσου Λεξικού (Ρωμαίικου, Βλάχικου, Βουλγάρικου, Αρβανίτικου) του λόγιου καθηγητή Δανιήλ Μοσχοπολίτη και με την προτροπή «Ρωμαίικη γλώσσα μάθετε. Μητέρα της Σοφίας», το 1794 και το 1802, πηγή ζωής, δύναμης και πλούτου, πατρίδα του λόγιου ιερομονάχου Κωνσταντινίδη, του μητροπολίτη Ιωάσαφ, των εμπόρων κι εθνικών ευεργετών Γεωργίου και Σίμωνος Σίνα, και του ήρωα στρατηγού Σμολένσκη. Και μένει σήμερα για μας η ιστορία, το άσβηστο πνεύμα του γένους, οι πέντε ορθόδοξοι ναοί του 17ου και του 18ου αιώνα, η Μητρόπολη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με το χαρακτηριστικό κωδωνοστάσιο της, ο Ναός του Αγίου Νικολάου με τις σπουδαίες τοιχογραφίες του Δαβίδ Σεληνιτζιώτη και των αδελφών Αθανασίου και Κωνσταντίνου και ο Ναός του Αγίου Αθανασίου, στο κοιμητήριο, όσες η καλοσύνη και η ευλάβεια του Παπά Θωμά μάς άνοιξε να μπούμε.

Κορυτσά

Βραδάκι πια στην Κορυτσά (Gorica, Bουναλάκι), μόλις 18 χιλιόμετρα από τη Μοσχόπολη, στην παρακμή της οποίας οφείλει τη δική της άνοδο. Αγροτικό, εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο σήμερα η πόλη, με καταβολές από τη νεολιθική ακόμη εποχή, πέρασε όλη την αρχαία και τη μεσαιωνική διαδρομή της Ηπείρου και αναπτύχθηκε από το τέλος του 15ου αιώνα ως τα νεότερα χρόνια, μέσα από πολέμους, κατοχές, επαναστάσεις. Από την Αυτόνομη Αλβανική Δημοκρατία της Κορυτσάς, στους βαλκανικούς πολέμους, ως την κομμουνιστική εποχή του Χότζα και το σημερινό μετακομμουνιστικό καθεστώς της Αλβανίας.

Ευχάριστη η νυκτερινή όψη της πόλης, ευθείς δρόμοι, χαρακτηριστικές πλατείες, φωτισμένες με μικρές φωτιές, νέες οικοδομές, και το ξενοδοχείο μας Grand Hotel Palace Korsa στο κέντρο. Kι έκλεισε έτσι, με παρέα, κουβέντα και μια τοπική μπύρα Κόρτσα η τελευταία βραδιά του ταξιδιού μας. Πρωί, ηλιόλουστη, ζωηρή η Κορυτσά, και η ωραία πλακόστρωτη και δενδροφυτεμένη λεωφόρος μάς φέρνει στη μεγαλόπρεπη ορθόδοξη Μητρόπολη του Ευαγγελισμού, περίοπτη να δεσπόζει στην περιοχή. Αλλά υπάρχει φυσικά και η πολυπληθής μουσουλμανική, σουνιτική κοινότητα, με κέντρο το Τζαμί Ηλίας Μιραχόρι, προς τιμήν του γενίτσαρου που έφερε το ισλάμ στην πόλη. Και ακόμη μια κοινότητα μπεκτασήδων γύρω από τον Τεκέ Τουράν. Και συνεχίζοντας τον δρόμο μας πιο πάνω, στον ιστορικό πυρήνα της παλιάς πόλης, με αρκετά νεοκλασικά, φθάνομε  στο Εθνικό Μουσείο Μεσαιωνικής Τέχνης Κορυτσάς με τις 6500 βυζαντινές, μεταβυζαντινές και δυτικότροπες εικόνες. Εκπληκτική η εντύπωση από τη έκθεση των έργων έξι αιώνων, από τον 14ο ως τον     19ο, πανόραμα χριστιανικής αγιογραφίας της ευρύτερης περιοχής. Από την Κορυτσά και τα εργαστήρια Καστοριάς και Οχρίδας οι παλιότερες, δείγματα της παλαιολόγειας αναγέννησης του 14ου και 15ου αιώνα. Οι μεταβυζαντινές εικόνες καλύπτουν την ευρύτερη περιοχή μέχρι τα Τίρανα, και αναδεικνύουν το θρησκευτικό στοιχείο, ως ενοποιητικό δεσμό των χριστιανών μέσα στα όρια της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σχεδιαστική κίνηση, ζωηρότητα χρωμάτων, θεματική ζωντάνια, πρόσληψη νέων ρευμάτων, αντιπροσώπευση σχολών, καλλιτεχνική εξέλιξη, στην υπηρεσία της ιερής τέχνης, που υπερβαίνει κατά πολύ τον σκοπό του ¨βιβλίου των αγραμμάτων» και κατευθύνει την ψυχή ψηλά, προς τις άγιες, αιώνιες και θείες μορφές της χριστιανικής ορθοδοξίας.

Τρεις από τις πολλές αγιογραφικές συνθέσεις, η Σύνοδος των Αρχαγγέλων, η Σύνοδος των Δώδεκα Αποστόλων και η Α΄ Οικουμενικής Σύνοδος, μένουν ακόμη ζωηρές στη μνήμη μας. Τονισμός του στοιχείου, του αιτήματος, της προσδοκίας της των πάντων ενώσεως. Σύνοψη της ουσίας και της μορφής του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού της Ηπείρου. Και τέλος, ολοκλήρωση κι επίστεψη  των σκοπών, των προσδοκιών, της μέθεξης του τόπου και του χρόνου, αυτού του ταξιδιού μας.

Από την Κορυτσά ως την Κακαβιά μικρή η απόσταση, ως τα σημερινά σύνορα Ελλάδας και Αλβανίας, όπου τελειώνει και αρχίζει η Βόρειος Ήπειρος, ολοκληρώνεται ο γύρος της Ηπείρου. Κι ανοίγεται μπροστά μας η ελεύθερη πατρίδα, Μακεδονία, Θεσσαλία, Στερεά, Νησιά, ο τωρινός κόσμος ο ελληνικός, που έχει αφήσει έξω τις αδούλωτες πατρίδες. Αδούλωτες κι όχι χαμένες οι πατρίδες, ιστορικές κι όχι πρόσκαιρες, ζωντανές κι όχι πεθαμένες. Γιατί οι πατρίδες ζουν όσο μένουν στη μνήμη μας, όσο πατούμε, έστω και σαν ταξιδευτές τα χώματα τους, όσο τις έχομε στη σκέψη, την ιδέα και την καρδιά μας. Ξεχωριστό, απαραίτητο, σημαντικό το ταξίδι μας αυτό στην Ήπειρο. Γιατί μας έφερε σε μια άλλη μας πατρίδα. Γιατί νιώσαμε τη ζωή, τον πολιτισμό, την πίστη των ελλήνων έξω από την Ελλάδα. Και γιατί βιώσαμε την ιστορία, το νόημα της πατρίδας, την έννοια του χώρου και του χρόνου. Αυτό που ενώνει παρελθόν και παρόν με το μέλλον, αυτό που δίδει τη μορφή στην ιδέα, αυτό που επεκτείνει το σχετικό, το πρόσκαιρο, το ενθάδε, προς το απόλυτο, το αιώνιο, το επέκεινα.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

"google ad"

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Γλέντι και χορός στο Παλιό Λιμάνι με την “Παραδοσιακή Στράτα” | Φωτός

Η παραδοσιακή στράτα έχει καθιερωθεί τα καλοκαίρια να συντροφεύει...

Ρωσία: Μπλοκάρει την πρόσβαση σε ευρωπαϊκά ΜΜΕ – Ποια ελληνικά είναι στη «μαύρη λίστα»

Η πρόσβαση σε πολυάριθμα μέσα ενημέρωσης από χώρες-μέλη της...

ΣΥΡΙΖΑ: Βράζει στο παρασκήνιο – Δεν σηκώνουν άμεσα το γάντι οι «διαφωνούντες», σε πρώτο πλάνο οι αντιδράσεις για το «μαύρο χρήμα»

Παγωμάρα και αμηχανία έχει προκαλέσει στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ η χθεσινή ανάρτηση Κασσελάκη με...