Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σικάγο αναλύει τα στρατηγικά αδιέξοδα του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν, τον κίνδυνο παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και την αποτυχία της αεροπορικής ισχύος ως μέσου αλλαγής καθεστώτος
Ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, εξελίσσεται σε πόλεμο φθοράς χωρίς ορατή στρατηγική εξόδου. Η κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο, οι απειλές κλεισίματος των Στενών του Χορμούζ, τα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές και μονάδες αφαλάτωσης, καθώς και η αποδυνάμωση αμερικανικών ραντάρ στην περιοχή, συνθέτουν ένα σκηνικό που ο Τζον Μιρσχάιμερ — καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους μελετητές γεωστρατηγικής — χαρακτηρίζει ως στρατηγικό αδιέξοδο με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.
Πώς οι ΗΠΑ μπήκαν στον πόλεμο: Η «παγίδα» του Νετανιάχου
Για τρεις δεκαετίες, το Πεντάγωνο αντιστάθηκε ενεργά στις πιέσεις του Ισραήλ για στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν. Από τον Ομπάμα μέχρι τον Μπάιντεν, κανένας πρόεδρος δεν είχε ενδώσει. «Κανένας από τους προκατόχους του Τραμπ δεν πήρε το δόλωμα όταν οι Ισραηλινοί προσπάθησαν να μας παγιδέψουν σε πόλεμο εναντίον του Ιράν», αναφέρει ο Μιρσχάιμερ. Υπενθυμίζει πως τον τελευταίο χρόνο της προεδρίας Μπάιντεν, το 2024, το Ισραήλ επιχείρησε δύο φορές — τον Απρίλιο και τον Οκτώβριο — να παρασύρει τις ΗΠΑ σε σύγκρουση, χωρίς αποτέλεσμα.
Ο Τραμπ ήταν ο πρώτος που ενέδωσε. Κατά τον δωδεκαήμερο πόλεμο τον Ιούνιο του 2025, που ξεκίνησε μονομερώς από το Ισραήλ στις 13 Ιουνίου, οι ΗΠΑ βομβάρδισαν τρεις πυρηνικούς στόχους στο Ιράν στις 22 Ιουνίου — μια μονοήμερη επιχείρηση που ο Τραμπ χαρακτήρισε ως νίκη. «Φαινόταν σαν να βάζει μόνο τον αστράγαλο στο νερό», σημειώνει ο Μιρσχάιμερ. Αυτό άλλαξε ριζικά στις 28 Φεβρουαρίου, όταν ΗΠΑ και Ισραήλ — αυτό που ο καθηγητής αποκαλεί «tag team» — εξαπέλυσαν κοινή επίθεση κατά του Ιράν.
«Ο πρωθυπουργός Νετανιάχου, που εργάζεται υπερωριακά εδώ και κυριολεκτικά δεκαετίες για να πείσει τις ΗΠΑ να επιτεθούν στο Ιράν για λογαριασμό του Ισραήλ, τελικά πέτυχε τον στόχο του με τον Τραμπ.»
Ο Μιρσχάιμερ εκτιμά πως ο Νετανιάχου πούλησε στον Τραμπ την ιδέα ότι το ιρανικό καθεστώς ήταν εύθραυστο και πως μια επιχείρηση αποκεφαλισμού θα οδηγούσε σε αλλαγή καθεστώτος και σε μια φιλοαμερικανική, φιλοϊσραηλινή κυβέρνηση. «Ο Τραμπ δεν περιβάλλεται ακριβώς από σοφούς συμβούλους — με εξαίρεση τον στρατηγό Κέιν — που θα του έλεγαν κάτι διαφορετικό», σημειώνει.
Αναφορικά με τον Νετανιάχου, ο Μιρσχάιμερ θέτει δύο πιθανά σενάρια: είτε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός κατανοούσε εξαρχής πως μια αστραπιαία νίκη ήταν ανέφικτη και επεδίωκε συνειδητά να παγιδεύσει τον Τραμπ σε παρατεταμένο πόλεμο, είτε αυτοπαγιδεύτηκε πιστεύοντας τα δικά του επιχειρήματα περί αδύναμου ιρανικού καθεστώτος. «Μερικές φορές, όταν οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν συγκεκριμένα επιχειρήματα, αρχίζουν να τα πιστεύουν οι ίδιοι», παρατηρεί.
Ο στρατηγός Κέιν: Ο αρχηγός που προειδοποίησε
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο Μιρσχάιμερ στον στρατηγό Κέιν, τον πρόεδρο των Αρχηγών Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ. Ο Τραμπ απέλυσε τον στρατηγό Μπράουν τον Ιανουάριο του 2025 και ανακάλεσε τον Κέιν από τη σύνταξη — αξιωματικός μόλις τριών αστέρων, που ο Τραμπ προήγαγε σε τεσσάρων αστέρων και τοποθέτησε επικεφαλής. «Δεδομένου ότι χρωστούσε τη θέση του στον Τραμπ, θα περίμενε κανείς να λέει στον πρόεδρο αυτά που ήθελε να ακούσει», σημειώνει ο Μιρσχάιμερ. «Αντιθέτως, ο Κέιν κατέστησε σαφές πριν από τις 28 Φεβρουαρίου ότι δεν υπήρχε βιώσιμη στρατιωτική επιλογή.»
Ο Μιρσχάιμερ θεωρεί πως η εμφανής δυσφορία του Κέιν κάθε φορά που εμφανίζεται μπροστά στις κάμερες έχει απλή εξήγηση: «Γνώριζε από την αρχή ότι αυτό δεν θα πήγαινε όπως νόμιζαν ο Τραμπ και ο Νετανιάχου.»
Σημειώνει επίσης ότι ο Κέιν εκφράζει σεβασμό για τη στρατηγική ικανότητα του Ιράν — σε αντίθεση με τον Χάγκσεθ και τον Τραμπ, που μιλούν για τους Ιρανούς με περιφρόνηση.
Η στρατηγική του Ιράν: Οικονομικό πλήγμα αντί μετωπικής σύγκρουσης
Αντί να αναμετρηθεί κατά μέτωπο με την αμερικανική στρατιωτική ισχύ, το Ιράν ακολουθεί μια μεθοδική στρατηγική αποσταθεροποίησης του οικονομικού μηχανισμού στον Κόλπο και παγκοσμίως. Διαθέτει, σύμφωνα με τον Μιρσχάιμερ, ένα τεράστιο οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων μικρού βεληνεκούς και drones που μπορούν να πλήξουν τα κράτη του Κόλπου — τα οποία αποτελούν «πλούσιο περιβάλλον στόχων» — καθώς και πυραύλους και drones μεγάλου βεληνεκούς ικανά να χτυπήσουν το Ισραήλ.
«Στις αρχές του πολέμου, οι Ιρανοί επικεντρώθηκαν κυρίως σε αμερικανικές εγκαταστάσεις και στα κράτη του Κόλπου. Ανακοίνωσαν όμως ότι αρχίζουν να μετατοπίζουν τη δράση τους και θα εστιάσουν πλέον περισσότερο στο Ισραήλ», αναφέρει. Το πρόβλημα, εξηγεί, είναι πως οι αμυντικοί πύραυλοι των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι πεπερασμένοι, και η αποτελεσματικότητά τους μειώνεται με τον χρόνο αντί να αυξάνεται.
«Έχουμε μια κατάσταση στον Κόλπο και στο Ισραήλ όπου οι Ιρανοί έχουν τη δυνατότητα να πλήττουν όλες αυτές τις χώρες για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό.»
Η κλίμακα της κλιμάκωσης: Από βομβαρδισμούς σε ενεργειακό πόλεμο
Σύμφωνα με τον Μιρσχάιμερ, αν δεν βρεθεί έξοδος, οι ΗΠΑ θα ανεβούν στην «κλίμακα κλιμάκωσης»: στοχοποίηση αστικών περιοχών, πετρελαϊκών υποδομών και μονάδων αφαλάτωσης. Η κυβέρνηση Τραμπ, σημειώνει, έχει ήδη ζητήσει από τους Ισραηλινούς να μείνουν μακριά από τις μονάδες αφαλάτωσης, αναγνωρίζοντας τις ανθρωπιστικές συνέπειες. Πόλεις όπως το Ριάντ εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από αφαλάτωση.
Αλλά κάθε κλιμάκωση, τονίζει, θα συναντήσει αντίστοιχη αντίδραση. «Αν πάμε εναντίον ενεργειακών υποδομών στο Ιράν, οι Ιρανοί θα πάνε εναντίον ενεργειακών υποδομών στα κράτη του Κόλπου. Αν πάμε εναντίον μονάδων αφαλάτωσης, θα κάνουν το ίδιο σε χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και το ίδιο το Ισραήλ», λέει. Η ιστορική εμπειρία, προσθέτει, δείχνει ότι δεν υπάρχει κυριαρχία στην κλιμάκωση — οι Ιρανοί έχουν ισχυρά χαρτιά.
Το ιστορικό δίδαγμα: Η αεροπορική ισχύς δεν φέρνει αλλαγή καθεστώτος
Ο Μιρσχάιμερ παρουσιάζει μια σειρά ιστορικών παραδειγμάτων που αποδεικνύουν, κατά τον ίδιο, την αποτυχία των αεροπορικών επιχειρήσεων ως μέσου κατάρρευσης κυβερνήσεων. Από τη Βόρεια Κορέα μέχρι το Βιετνάμ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακόμη και μαζικοί βομβαρδισμοί αμάχων δεν οδήγησαν σε παράδοση. «Μπορείς να δολοφονήσεις τεράστιους αριθμούς αμάχων και δεν λειτουργεί. Το ιστορικό αρχείο είναι εξαιρετικά σαφές σε αυτό», τονίζει.
Αναφέρει χαρακτηριστικά πως η πρώτη νύχτα εμπρηστικών βομβαρδισμών στο Τόκιο, στις 10 Μαρτίου 1945, σκότωσε περισσότερους Ιάπωνες από ό,τι η Χιροσίμα ή το Ναγκασάκι μεμονωμένα — κι όμως η Ιαπωνία δεν παραδόθηκε μέχρι τον Αύγουστο, και αυτό, κατά τον ίδιο, οφείλεται περισσότερο στην είσοδο των Σοβιετικών στον πόλεμο στις 8 Αυγούστου παρά στις ατομικές βόμβες.
«Εδώ βρισκόμαστε στο Ιράν. Δεν πρόκειται να στείλουμε χερσαίες δυνάμεις. Θα βασιστούμε στην αεροπορική ισχύ. Το ιστορικό αρχείο καθιστά αδιαμφισβήτητα σαφές ότι αυτό είναι σχεδόν αδύνατο να πετύχει.»
Τι θέλει το Ιράν: Κυρώσεις, αποζημιώσεις, εγγυήσεις ασφαλείας
Η πλευρά που σπανίως αναλύεται στα δυτικά μέσα, σημειώνει ο Μιρσχάιμερ, είναι τι θέλει το Ιράν. «Οι Ιρανοί βρίσκονται στη θέση του οδηγού. Ο πόλεμος παίζει υπέρ τους. Κατάλαβαν ότι έχουν μόχλευση επί των ΗΠΑ και του Ισραήλ», αναφέρει. Για να δεχτεί ανακωχή, το Ιράν θα απαιτήσει, εκτιμά, σημαντική άρση κυρώσεων, πιθανόν αποζημιώσεις, και κάποιου είδους εγγύηση ότι δεν θα δεχτεί νέα επίθεση. «Σε λιγότερο από έναν χρόνο, το Ιράν έχει δεχτεί δύο επιθέσεις από το tag team. Δεν θέλουν τρίτο πόλεμο», επισημαίνει.
Η κυβέρνηση Τραμπ, από την πλευρά της, αντιμετωπίζει πίεση λόγω των ενδιάμεσων εκλογών. «Ακόμα κι αν δεν έχουμε αποφασιστική νίκη, ο πόλεμος πρέπει να τελειώσει», εκτιμά ο Μιρσχάιμερ ότι σκέφτονται στην Ουάσιγκτον. Αλλά αυτό δεν αρκεί: «Για να σταματήσουν οι Ιρανοί, πρέπει να τους προσφερθεί μια συμφωνία που θα βρίσκουν αποδεκτή.»
Ρωσία και Κίνα: Σύμμαχοι στη σκιά
Η Ρωσία και η Κίνα, αναφέρει ο Μιρσχάιμερ, έχουν τεράστια κίνητρα να βοηθήσουν το Ιράν. «Οι ΗΠΑ είναι θανάσιμος εχθρός τόσο της Ρωσίας όσο και της Κίνας. Το να βλέπουν τις ΗΠΑ καθηλωμένες και σε σοβαρά προβλήματα στο Ιράν εξυπηρετεί τα συμφέροντα και των δύο», εξηγεί. Αν και καμία δεν μπορεί να εμπλακεί άμεσα — η Ρωσία λόγω Ουκρανίας, η Κίνα λόγω περιορισμένης προβολής ισχύος — αμφότερες παρέχουν πληροφορίες και τεχνολογία.
«Η Ρωσία παρέχει σημαντικές πληροφοριακές υπηρεσίες στους Ιρανούς», λέει. Υπήρξαν επίσης αναφορές ότι η Κίνα έστειλε αντιαεροπορικούς πυραύλους και ραντάρ ικανό να ανιχνεύσει αεροσκάφη stealth. «Καθώς περνά ο χρόνος, η ρωσική και κινεζική βοήθεια στο Ιράν θα αυξηθεί», προβλέπει ο Μιρσχάιμερ, υπογραμμίζοντας ιδίως την αυξανόμενη ναυτική ισχύ της Κίνας και την πρωτοβουλία Belt and Road στη Μέση Ανατολή.
Παγκόσμια οικονομική καταιγίδα: Από ύφεση σε κατάθλιψη
Οι οικονομικές συνέπειες, σύμφωνα με τον Μιρσχάιμερ, δεν έχουν γίνει ακόμη πλήρως αισθητές. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από πετρέλαιο του Κόλπου, θα πληγούν πρώτες. Η Ευρώπη, που ήδη αντιμετωπίζει μειωμένες ροές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, θα υποστεί ακόμη μεγαλύτερο χτύπημα. Ακόμη και αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Νιγηρία θα πληρώσουν βαρύ τίμημα.
«Θα μπορούσαμε να έχουμε παγκόσμια κατάθλιψη. Θα μπορούσαμε να έχουμε κάτι μικρότερο, μια παγκόσμια ύφεση με τεράστιες συνέπειες για ανθρώπους σε ολόκληρο τον πλανήτη.»
Ο καθηγητής εξηγεί γιατί ο Περσικός Κόλπος θεωρείται η τρίτη σημαντικότερη στρατηγική περιοχή μετά την Ανατολική Ασία και την Ευρώπη: όχι λόγω ύπαρξης μεγάλης δύναμης, αλλά λόγω πετρελαίου. «Αν κάτι πάει καταστροφικά λάθος με τη ροή πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, οι συνέπειες θα είναι ολέθριες για τη διεθνή οικονομία», λέει. Ο πληθωρισμός θα εκτοξευτεί, η παραγωγή θα περιοριστεί, η βιομηχανική βάση θα πληγεί. Ωστόσο, εκτιμά ότι αν η κατάσταση κινηθεί προς τα εκεί, η κυβέρνηση Τραμπ θα αναγκαστεί να υποχωρήσει.
Τα κράτη του Κόλπου: Μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης
Ο Μιρσχάιμερ παρουσιάζει δύο πιθανά σενάρια για τα κράτη του Κόλπου μετά τον πόλεμο. Στο πρώτο, θα απομακρυνθούν από τις ΗΠΑ, κρίνοντας πως η αμερικανική στρατιωτική παρουσία τα μετέτρεψε σε «μαγνήτες» ιρανικών πυραύλων. Στο δεύτερο, θα προσδεθούν ακόμη περισσότερο στις ΗΠΑ για προστασία. Σημειώνει ωστόσο πως ακόμη και πριν τις 28 Φεβρουαρίου, υπήρχαν ενδείξεις απομάκρυνσης: η στρατηγική εταιρική σχέση Σαουδικής Αραβίας-Πακιστάν, με πυρηνική ομπρέλα, και οι προσπάθειες της Τουρκίας να ενταχθεί σε αυτή τη συμμαχία.
«Οι Ισραηλινοί επιτέθηκαν στο Κατάρ τον τελευταίο χρόνο. Αυτό είχε σοκαριστική επίδραση στις χώρες του Κόλπου», λέει. «Τι μήνυμα δίνει αυτό; Είμαστε ασφαλείς; Θα μας προστατεύσουν οι Αμερικανοί; Δεν προστάτεψαν το Κατάρ από ισραηλινή επίθεση.» Υπάρχει αίσθηση προδοσίας, σημειώνει: τα κράτη του Κόλπου δεν κλήθηκαν σε διαβούλευση, δεν ήταν μέρος της απόφασης, και πληρώνουν βαρύ τίμημα.
Το Ισραήλ: Πολλαπλά μέτωπα, ζοφερό μέλλον
Για το Ισραήλ, ο Μιρσχάιμερ σχηματίζει μια σκοτεινή εικόνα. Η στρατιωτική λογοκρισία, σημειώνει, είναι εντυπωσιακά αυστηρή — δεν επιτρέπεται η κινηματογράφηση των συνεπειών των ιρανικών πληγμάτων. Παράλληλα, το Ισραήλ βρίσκεται σε πόλεμο σε πολλαπλά μέτωπα: εναντίον του Ιράν, εναντίον της Χεζμπολάχ, και η κατάσταση στη Γάζα συνεχίζεται.
Ο Μιρσχάιμερ υποστηρίζει ότι η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν δεν πρόκειται να επιτευχθεί, ότι η νέα ηγεσία του Ιράν είναι πιο πιθανό να επιδιώξει πυρηνικά όπλα από ό,τι ο πατέρας του σημερινού ηγέτη, ο οποίος αποτελούσε το κύριο εμπόδιο. «Αν είσαι Ισραηλινός πολίτης και συνεχώς πολεμάς αυτούς τους πολέμους και τρέχεις σε καταφύγια, τι λέει αυτό για τη μελλοντική ζωή σου εκεί;», ρωτά.
«Πιστεύω ότι ο πόλεμος έχει διαβρωτική επίδραση στις κοινωνίες. Οι Πατέρες-Ιδρυτές το κατανοούσαν πλήρως. Αν ζεις δια του ξίφους — αν μετατραπείς σε μια σύγχρονη εκδοχή της Σπάρτης — το αποτέλεσμα δεν θα είναι ευχάριστο.»
Ο πόλεμος και η φθορά των δημοκρατικών αξιών
Στο κλείσιμο, ο Μιρσχάιμερ επεκτείνει την ανάλυσή του πέρα από τη Μέση Ανατολή. Υποστηρίζει πως ο εθισμός στον πόλεμο και η μεταμόρφωση των ΗΠΑ σε «σταυροφορικό κράτος» υπονομεύει τον φιλελευθερισμό στο εσωτερικό. «Είναι τραγωδία αυτό που συμβαίνει στις φιλελεύθερες αξίες στις Ηνωμένες Πολιτείες», λέει. «Ο βαθμός στον οποίο ο πρόεδρος Τραμπ καταπατά το Σύνταγμα, το κράτος δικαίου, αγνοεί το Κογκρέσο — είναι φρικτό.»
Η σύνδεση ΗΠΑ-Ισραήλ, προσθέτει, λειτουργεί ως αγωγός μεταφοράς αξιών: «Όταν είσαι δεμένος ασφυκτικά με τη Σπάρτη, οι αξίες της Σπάρτης διεισδύουν στο πολιτικό σου σώμα.»



