Οι επιθέσεις εναντίον της χριστιανικής κοινότητας στο Ισραήλ παρουσιάζουν ανησυχητική έξαρση το τελευταίο διάστημα, με το επίκεντρο των επεισοδίων να εντοπίζεται εντός των τειχών της Παλιάς Πόλης της Ιερουσαλήμ.
Τα θύματα αυτών των συμπεριφορών προειδοποιούν ότι τα σοβαρά περιστατικά που είδαν το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες εβδομάδες αποτελούν απλώς την κορυφή του παγόβουνου μιας ευρύτερης και καθημερινής πραγματικότητας.
Μέσα από ρεπορτάζ του ανταποκριτή του δικτύου DW News, Γιαν-Φίλιπ Σολτς (Jan-Philipp Scholz), αναδεικνύεται η ένταση που επικρατεί στις ιστορικές συνοικίες της πόλης, όπου η θρησκευτική συνύπαρξη δοκιμάζεται από την έξαρση του θρησκευτικού εθνικισμού και την έλλειψη αποφασιστικής παρέμβασης από τις αρχές.
Η καθημερινότητα των εκφοβισμών και η μαρτυρία του ηγούμενου Schnabel
Η πίεση που υφίσταται το χριστιανικό στοιχείο προκύπτει ανάγλυφα από τη μαρτυρία του ηγούμενου Νικόδημου Σνάμπελ (Nikodemus Schnabel), ο οποίος αναφέρει ότι αποτελεί στόχο απειλών και εκφοβισμών σχεδόν σε καθημερινή βάση. Ο ίδιος εξηγεί ότι κάθε φορά που εξέρχεται από το μοναστήρι του είναι αναγκασμένος να είναι προετοιμασμένος για κάθε ενδεχόμενο.
Περιγράφοντας τις εμπειρίες του, ο ηγούμενος Σνάμπελ δηλώνει:
«Κάθε μέρα, άνθρωποι φτύνουν μπροστά μου και με προσβάλλουν. Ακόμα και ένστολοι στρατιώτες φτύνουν. Όταν σε φτύνουν άνθρωποι με στολή… τι μπορώ να πω; Παλαιότερα, έφτυναν έναν νεαρό μοναχό κατά τη διάρκεια της νύχτας, σε σκοτεινά σοκάκια χωρίς αυτόπτες μάρτυρες, επειδή γνώριζαν ότι η επίθεση σε έναν μοναχό ήταν απαράδεκτη. Τώρα, συμβαίνει στο φως της ημέρας με κόσμο τριγύρω, και απλώς δεν τους νοιάζει.»
Η κατάσταση αυτή επιβεβαιώνεται και από πρόσφατο οπτικοακουστικό υλικό που κατέγραψε την παρενόχληση μιας μοναχής σε κοινή θέα, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις. Ωστόσο, για πολλούς από τους ντόπιους Χριστιανούς, τέτοιου είδους συμπεριφορές έχουν πλέον μετατραπεί σε κοινό τόπο της καθημερινότητάς τους.
Η πολιτική ρητορική και η στάση των αρχών ασφαλείας
Παρά το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των Ισραηλινών πολιτών αντιμετωπίζει αυτά τα περιστατικά ως σοβαρές παραβιάσεις που απαιτούν αυστηρή τιμωρία, οι επικριτές επισημαίνουν μια σαφή απουσία καταδίκης από την πλευρά της κυβέρνησης. Αντίθετα, εκφράζονται ανησυχίες ότι ορισμένοι πολιτικοί παράγοντες συμβάλλουν στην όξυνση της ατμόσφαιρας.
Οι επικρίσεις στρέφονται ευθέως κατά των ακροδεξιών εταίρων του κυβερνητικού συνασπισμού του Πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο υπερεθνικιστής πολιτικός Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ (Itamar Ben-Gvir), ο οποίος εκτελεί χρέη Υπουργού Εθνικής Ασφάλειας, έχει επανειλημμένα υποβαθμίσει τη σοβαρότητα αυτών των γεγονότων. Στο παρελθόν, μάλιστα, είχε επιχειρήσει να δικαιολογήσει τη συγκεκριμένη συμπεριφορά, αναφέροντας:
«Είναι μια αρχαία εβραϊκή παράδοση ότι όταν περνάς μπροστά από ένα μοναστήρι ή έναν ιερέα, φτύνεις. Μπορεί κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με αυτό, αλλά όταν κάποιος φτύνει στο πλάι, δεν νομίζω ότι συνιστά ποινικό αδίκημα.»
Το κλίμα φόβου και η τάση φυγής της χριστιανικής κοινότητας
Το συγκεκριμένο πολιτικό κλίμα έχει ως αποτέλεσμα τη γρήγορη διάχυση του φόβου στη χριστιανική συνοικία της Ιερουσαλήμ, καθιστώντας πολλούς κατοίκους απρόθυμους να μιλήσουν δημοσίως. Μια κάτοικος της περιοχής, η οποία θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία της, περιέγραψε με μελανά χρώματα την κατάσταση:
«Φοβόμαστε επειδή νιώθουμε εντελώς μόνοι. Αν συμβεί κάτι σε ένα κορίτσι, κανείς δεν θα μας βοηθήσει. Θα υπάρχουν όλο και περισσότερα προβλήματα και κανείς δεν προσπαθεί να τα λύσει. Δεν μας έχει απομείνει πολλή ελπίδα. Η μόνη μας ελπίδα είναι τα παιδιά μας να λάβουν καλύτερη εκπαίδευση από εμάς, ώστε να μπορέσουν να χτίσουν ένα μέλλον κάπου αλλού.»
Η τάση φυγής από την περιοχή επιβεβαιώνεται και από πρόσφατη μελέτη, η οποία αποκαλύπτει το μέγεθος της δημογραφικής πίεσης: το μισό του συνολικού χριστιανικού πληθυσμού ηλικίας κάτω των 45 ετών εξετάζει ενεργά το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει τη χώρα.
Θεολογική αντιπάθεια και εθνικιστικός εξτρεμισμός
Αναλύοντας τα συστημικά αίτια αυτής της κλιμάκωσης, η Χάνα Μπεντκόφσκι (Hana Bendcowsky), Διευθύντρια Προγράμματος του Κέντρου Ιουδαϊκο-Χριστιανικών Σχέσεων της Ιερουσαλήμ στο Rossing Center, επισημαίνει τη διστακτικότητα των αρχών επιβολής του νόμου να δράσουν αποτελεσματικά. Η κ. Μπεντκόφσκι σημειώνει ότι, αν και το ευρύ κοινό καταδικάζει τα επεισόδια, δεν παρατηρείται η ανάλογη θεσμική αντίδραση ή καταδίκη από δημάρχους, δημοτικούς αξιωματούχους ή εθνικούς πολιτικούς, γεγονός που επιφέρει καταστροφικό ψυχολογικό αντίκτυπο στις τοπικές κοινότητες.
Σύμφωνα με την ίδια, πίσω από τους δράστες αυτών των επιθέσεων κρύβονται δύο διακριτά κίνητρα:
-
Θεολογική δυσαρέσκεια: Ορισμένα υπερορθόδοξα άτομα διατηρούν μια βαθιά ριζωμένη ιστορική και θεολογική αντιπάθεια προς τον Χριστιανισμό, εκδηλώνοντας τη στάση τους κυρίως μέσω του φτυσίματος κατά τη διέλευση από ιερείς ή εκκλησίες.
-
Εθνικιστικός εξτρεμισμός: Πρόκειται για έναν συνδυασμό θρησκευτικού ριζοσπαστισμού και σκληρού εθνικισμού, ο οποίος απορρίπτει πλήρως την ετερότητα εντός της ισραηλινής κοινωνίας. Για την ομάδα αυτή, ένας Χριστιανός, ένας Παλαιστίνιος ή ένας ξένος θεωρείται ξένο σώμα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει στους Αγίους Τόπους, εκφράζοντας την εχθρότητα αυτή με λεκτική βία, φτύσιμο ή φυσική κακοποίηση.
Έρευνα που διεξήχθη τον Σεπτέμβριο του 2025 έδειξε ότι μόλις το 4% του ισραηλινού πληθυσμού υποστηρίζει ενεργά αυτές τις συμπεριφορές. Παρά το χαμηλό ποσοστό των εμπλεκομένων, οι επιπτώσεις στην κοινότητα είναι τεράστιες, καθώς όταν οι πιστοί βλέπουν τον ιερέα τους να υποτιμάται δημοσίως, αισθάνονται προσωπική απόρριψη και ανασφάλεια, σαν να εξωθούνται συστηματικά έξω από τα σπίτια και τη χώρα τους.
Η ανάγκη διαφύλαξης του διαθρησκευτικού διαλόγου
Η τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα στην Ιερουσαλήμ αντανακλά μια έντονη πόλωση και μια σοβαρή διάρρηξη της εμπιστοσύνης μεταξύ των διαφορετικών κοινοτήτων, φαινόμενο το οποίο, σύμφωνα με την κ. Μπεντκόφσκι, τροφοδοτείται από λαϊκιστές πολιτικούς που εκμεταλλεύονται τον διάχυτο φόβο. Η αποκατάσταση των σχέσεων απαιτεί την εστίαση σε δύο βασικούς άξονες: την επιδίωξη της άμεσης φυσικής επαφής μεταξύ ανθρώπων από διαφορετικά υπόβαθρα για την άρση των προκαταλήψεων, και την αμοιβαία εκπαίδευση, καθώς μεγάλο μέρος των Ισραηλινών Εβραίων στερείται γνώσεων γύρω από τη χριστιανική ή μουσουλμανική θεολογία, ιστορία και πολιτισμό.
Καθώς οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών διαπιστώνουν ότι ο χώρος δράσης τους περιορίζεται, καθίσταται σαφές ότι η κυβέρνηση και οι αρχές επιβολής του νόμου οφείλουν να προστατεύσουν ενεργά αυτούς τους διαθρησκευτικούς χώρους, εμποδίζοντας την πόλωση να καθορίσει το μέλλον της Ιερουσαλήμ.
Δεν μπορούν όλοι να πληρώσουν. Και το σεβόμαστε.
Αν βρίσκεσαι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, συνέχισε να μας διαβάζεις δωρεάν. Η ενημέρωση πρέπει να παραμένει προσβάσιμη για όλους.
Αν όμως μπορείς, στήριξέ μας σήμερα. Ορίστε δύο καλοί λόγοι για να το κάνεις:
- Η στήριξή σου ενισχύει άμεσα την ποιότητα και την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας μας.
- Κοστίζει λιγότερο από έναν καφέ και η διαδικασία διαρκεί λιγότερο από 1 λεπτό.
Επίλεξε σήμερα να γίνεις συνδρομητής ή δωρητής.
Σας ευχαριστούμε θερμά.



