Με αφορμή την καταστροφή των “καβατζών” από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Κρήτης, πρόχειρες κατασκευές από φερτά υλικά στα οποία μένουν μόνιμα – κάποιοι εδώ και δεκαετίες – κάτοικοι του νησιού, ξεκίνησε και μία άλλη συζήτηση που αφορά του τι κάνει το κράτος για να στηρίξει αυτούς που υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες και χωρίς τις απαραίτητες υποδομές συνεχίζουν να επιμένουν και να διαβιούν στο νησί.
Βλέπετε, δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που η Τουρκία είχε αμφισβητήσει την κυριότητα του νησιού.
Η επίσημη αμφισβήτηση της Γαύδου εκδηλώθηκε τον Ιούνιο του 1996, λίγους μόλις μήνες μετά την κρίση των Ιμίων, κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού της ΝΑΤΟϊκής άσκησης «Dynamic Mix». Τούρκος αξιωματικός στο στρατηγείο της Νάπολης προέβαλε βέτο στη συμπερίληψη της Γαύδου στον σχεδιασμό της άσκησης, ισχυριζόμενος ότι το νησί αποτελεί «αμφισβητούμενη περιοχή» με «μη καθορισμένο καθεστώς κυριαρχίας».
Η κίνηση αυτή εντασσόταν στο ευρύτερο δόγμα των «Γκρίζων Ζωνών», σύμφωνα με το οποίο η Άγκυρα υποστηρίζει ότι νησιά, νησίδες και βραχονησίδες που δεν κατονομάζονται ρητά στις διεθνείς συνθήκες (Λονδίνου, Αθηνών, Λωζάνης, Παρισίων) έχουν αδιευκρίνιστο καθεστώς. Η συμπερίληψη της Γαύδου σε αυτή τη λίστα προκάλεσε έντονη ανησυχία στην Αθήνα, καθώς το νησί βρίσκεται νότια της Κρήτης και η κυριαρχία του θεωρούνταν ιστορικά και νομικά αδιαμφισβήτητη.
Η αντίδραση του Κώστα Σημίτη: Η αναγνώριση της σημασίας της Γαύδου με την πρώτη πρωθυπουργική επίσκεψη στο νησί
Η απάντηση της κυβέρνησης του Κώστα Σημίτη υπήρξε άμεση και πολυεπίπεδη. Στις 20 Ιουνίου 1996, ο κ. Σημίτης έγινε ο πρώτος Έλληνας Πρωθυπουργός που επισκέφθηκε επίσημα τη Γαύδο, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα τόσο προς την Άγκυρα όσο και προς τη διεθνή κοινότητα. Η επίσκεψη αυτή δεν είχε μόνο συμβολικό χαρακτήρα, αλλά συνοδεύτηκε από εξαγγελίες για την ενίσχυση των υποδομών του νησιού και τη στήριξη των μόνιμων κατοίκων του ώστε να παραμείνει το νησί κατοικημένο.
Ο Κώστας Σημίτης, κατά την παραμονή του στο νησί, τόνισε ότι «η ελληνικότητα της Γαύδου είναι αδιαμφισβήτητη και κατοχυρωμένη από το Διεθνές Δίκαιο». Παράλληλα, η ελληνική διπλωματία κινητοποιήθηκε σε επίπεδο ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκής Ένωσης, ξεκαθαρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να αποδεχθεί καμία προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων ή γκρίζων ζωνών, ειδικά σε κατοικημένα νησιά που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής επικράτειας.
Η γεωπολιτική σημασία και η σύνδεση με την ΑΟΖ
Η αμφισβήτηση της Γαύδου δεν ήταν μια μεμονωμένη ενέργεια, αλλά μια στρατηγική κίνηση με βλέμμα στο μέλλον. Η κατοχή και η κυριαρχία επί της Γαύδου είναι καθοριστικής σημασίας για τον καθορισμό της ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και της υφαλοκρηπίδας στο Λιβυκό Πέλαγος.
Η Άγκυρα, αμφισβητώντας τη Γαύδο, επιχείρησε να περιορίσει τη θαλάσσια δικαιοδοσία της Ελλάδας νότια της Κρήτης, μια περιοχή που χρόνια αργότερα θα βρισκόταν στο επίκεντρο των ερευνών για υδρογονάνθρακες και του παράνομου τουρκοκιβυκού μνημονίου.
Η κυβέρνηση Σημίτη, αντιλαμβανόμενη αυτή τη διάσταση, επένδυσε στην ενίσχυση της παρουσίας του κράτους στο νησί. Πέρα από την πολιτική στήριξη, προωθήθηκαν έργα οδοποιίας, ύδρευσης και τηλεπικοινωνιών, ενώ ενισχύθηκε η λιμενική και στρατιωτική παρουσία, ώστε η Γαύδος να μην αποτελεί απλώς ένα «σημείο στον χάρτη», αλλά μια ζωντανή και θωρακισμένη κοινότητα.
Χαρακτηριστικό της σημασίας της Γαύδου είναι ότι ενώ όλες οι κοινότητες της Ελλάδος συγχωνεύθηκαν με τον Καποδίστρια το 1997, η Γαύδος εξαιρέθηκε και παρέμεινε αυτόνομη.
Το κράτος φοβήθηκε ότι μια ενδεχόμενη «υπαγωγή» της διοικητικά στα Σφακιά ή στην Παλαιόχωρα θα μπορούσε να ερμηνευθεί από την Άγκυρα ως υποβάθμιση της σημασίας της ή ως αποδυνάμωση της τοπικής παρουσίας.
Το ίδιο επαναλήφθηκε με την αλλαγή του “Καλλικράτη” αφού δεν ενώθηκε με κάποιον άλλο δήμο αλλά αναβαθμίστηκε σε Δήμο Γαύδο.
Παρά το γεγονός ότι ο «Καλλικράτης» στόχευε στη συγχώνευση μικρών δήμων και κοινοτήτων για τη δημιουργία μεγαλύτερων και πιο βιώσιμων σχημάτων, η Γαύδος αποτέλεσε εξαίρεση. Λόγω της νησιωτικότητας, της μεγάλης απόστασης από την Κρήτη και της εθνικής της σημασίας, κρίθηκε απαραίτητο να παραμείνει αυτόνομος διοικητικός οργανισμός.
Έτσι, η πρώην Κοινότητα μετεξελίχθηκε στον Δήμο Γαύδου, με έδρα το Καστρί, αναλαμβάνοντας όλες τις αρμοδιότητες και τις θεσμικές υποχρεώσεις ενός δήμου, παρά το γεγονός ότι αποτελεί έναν από τους μικρότερους πληθυσμιακά δήμους της Ελλάδας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν ο δεύτερος πρωθυπουργός της χώρας που επισκέφθηκε το νησί. Το 2023, εν μέσω νέας προκλητικότητας εκ μέρους της Τουρκίας η οποία ξανά αμφισβητούσε τη δυνατότητα επέκτασης των χωρικών υδάτων νοτίως και δυτικά της Κρήτης, ο κ. Μητσοτάκης βρέθηκε ανήμερα των Θεοφανείων στο πιο νότιο σημείο της χώρας μας, στέλνοντας μήνυμα τόσο υπεράσπισης της κυριαρχίας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων όσο στήριξης των νησιωτών, ιδίως αυτών που κατοικούν στα μικρότερα νησιά της χώρας.
Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών που ουσιαστικά ωθούν στην έξοδο δεκάδες μόνιμους κατοίκους του νησιού αφού καταστράφηκαν τα μέρη στα οποία έμεναν δίχως να τους δίνεται κάποια εναλλακτική για τη διαβίωσή τους, σίγουρα προκαλεί προβληματισμό.
Σίγουρα, η διαφύλαξη του περιβάλλοντος και των αρχαιοτήτων είναι πάρα πολύ σημαντικά πράγματα, όμως στην περίπτωση της Γαύδου ακόμη μεγαλύτερη σημασία – εθνική σημασία θα λέγαμε – έχει η διαφύλαξη των ανθρώπων και της παρουσίας τους στο νησί.
Άραγε, αυτό δεν το σκέφτηκαν όσοι έσπευσαν να πάρουν την απόφαση για την καταστροφή στις καβάτζες χωρίς να έχουν διαμορφώσει κάποια εναλλακτική για τη διαβίωση κάποιων από τους ελάχιστους κατοίκους που παραμένουν στο νησί και τον χειμώνα;



