Του Ειρηναίου Μαράξη *
Υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για την πόλη πίσω από κάθε δημοτική πολιτική απόφαση. Στην περίπτωση των Χανίων γίνεται όλο και πιο καθαρή: η πόλη πρέπει να δείχνει «όμορφη», «εξωστρεφής» και «πολιτισμένη», αρκεί να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε όσα κάνουν την καθημερινότητα των κατοίκων της όλο και πιο δύσκολη. Έτσι, η διοίκηση Σημανδηράκη παρουσιάζει το 1ο Συμπόσιο Γλυπτικής Χανίων, με τη συμμετοχή επτά καλλιτεχνών, στη μνήμη της Ασπασίας Παπαδοπεράκη, ως απαρχή ενός Πάρκου Γλυπτικής και υπαίθριου μουσείου σύγχρονης ελληνικής γλυπτικής, με έργα που θα παραμείνουν στην πόλη. Κανείς δεν αμφισβητεί την αξία των επιλεγμένων καλλιτεχνών ή τη σημασία μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Εδώ όμως κρίνουμε μια πολιτική επιλογή που κοστίζει 148.800 ευρώ από τα χρήματα των δημοτών, χωρίς την αναγκαία συζήτηση για τις προτεραιότητες της πόλης, την κατανομή του ποσού, το πραγματικό κόστος κάθε δράσης, τις αναθέσεις – που, κατά τη γνώμη μας, δεν θα έπρεπε να γίνονται καν –, τα κριτήρια επιλογής των δημιουργών και το συνολικό σχέδιο που υποτίθεται ότι υπηρετείται.
Η λογοδοσία δεν είναι μια τυπική απαίτηση αλλά ένα βαθύτατα πολιτικό ζήτημα. Αν ο Δήμος επιθυμεί να δημιουργήσει μια αξιόλογη δημόσια συλλογή σύγχρονης γλυπτικής, τότε οφείλουμε να ρωτήσουμε ποια διαδικασία ακολουθήθηκε για την επιλογή των καλλιτεχνών, ποια είναι τα κριτήρια και ποιος αποφασίζει. Η καλλιτεχνική ευθύνη και ο συντονισμός ανατίθενται στη γλύπτρια Αντωνία Παπατζανάκη και στο Μουσείο Αντωνίας Παπατζανάκη – Μ.Α.Π.- Α.Μ.Κ.Ε., σε συνεργασία με τον Δήμο. Ακολουθεί δεύτερη δέσμη ερωτημάτων: Υπάρχει Καλλιτεχνική Επιτροπή για τη συγκεκριμένη διαδικασία και, αν ναι, ποια είναι αυτή η Επιτροπή, ποιοι θα την αποτελέσουν και με ποια διαδικασία θα επιλεγούν; Ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία επιλέχθηκαν οι επτά δημιουργοί και ποιο το ακριβές αντικείμενο και κόστος της ανάθεσης; Πού κατευθύνονται τα 148.800 ευρώ και πώς θα διασφαλιστεί ότι η διοργάνωση δεν θα εξελιχθεί σε ακόμη μία αλυσίδα δημοτικών αναθέσεων και δημοσίων σχέσεων; Για την απάντηση, δεν αρκεί η επίκληση της ποιότητας των συμμετεχόντων ούτε η ρητορική περί «εξωστρέφειας» και «παρακαταθήκης».
Παρόμοια λογική εμφανίζεται και σε άλλες διοργανώσεις του Δήμου σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κρήτης, όπως το Φεστιβάλ Βιβλίου, το Festum π και τα Ανοιχτά Πανιά. Συγκεκριμένα, η χρηματοδότηση του Festum π από τον Δήμο Χανίων ανήλθε στο ποσό των 62.000 ευρώ για την πέμπτη διοργάνωσή του. Είναι αυτή αναλογική χρηματοδότηση των καλλιτεχνικών δράσεων από τον Δήμο, όπως ισχυρίστηκε ο αρμόδιος αντιδήμαρχος στη σχετική συζήτηση του Δημοτικού Συμβουλίου; Αντίστοιχα, το ίδιο συμβαίνει με τις καλλιτεχνικές δράσεις για τα εγκαίνια της Δημοτικής Αγοράς. Ενώ για την αποκατάσταση του ιστορικού κτιρίου πληρώθηκαν εργολάβοι, τεχνίτες και μηχανικοί, ο Δήμος απευθύνει «ανοιχτή πρόσκληση» σε καλλιτέχνες και μουσικούς να συμμετάσχουν αφιλοκερδώς. Με ποια λογική ισχύουν δύο μέτρα και δύο σταθμά σε αντίστοιχες δράσεις; Δυστυχώς, αντί ο Δήμος να την προστατεύει και να την αναδεικνύει, η καλλιτεχνική εργασία βαφτίζεται «συμμετοχή» και «προσφορά», την ώρα που παράγει θέαμα, επικοινωνιακή υπεραξία και πολιτικό όφελος για τη διοίκηση. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για βαθύτερη αντίληψη που μετατρέπει τη δημιουργική εργασία σε φθηνή πρώτη ύλη για την τουριστική εικόνα της πόλης.
Είναι ξεκάθαρο, όταν επτά δημιουργοί καλούνται να αφήσουν επτά έργα και γι’ αυτό διατίθενται 148.800 ευρώ, η συζήτηση για το κόστος δεν είναι μικροπρέπεια ούτε επίθεση στην τέχνη, αλλά στοιχειώδης απαίτηση απέναντι στην τοπική κοινωνία. Τίθεται ταυτόχρονα το ερώτημα ποιοι έχουν πρόσβαση σε μια τέτοια διοργάνωση, πού χωρούν οι νεότεροι καλλιτέχνες και με ποιον τρόπο συμμετέχουν οι ίδιοι οι κάτοικοι.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο βαθύ όταν βλέπουμε πώς το Συμπόσιο συγκρούεται με την πραγματική κατάσταση του αστικού και φυσικού τοπίου των Χανίων. Η διαδικασία επιλέχθηκε να γίνει στο Πάρκο Ειρήνης και Φιλίας, έναν χώρο που απέχει έτη φωτός από τον δημόσιο, φροντισμένο και προσβάσιμο χώρο που δικαιούνται οι κάτοικοι μιας σύγχρονης πόλης. Τα γλυπτά προορίζονται για μόνιμη εγκατάσταση στον Δημοτικό Κήπο, ως ένας «πρώτος πυρήνας» για ένα μελλοντικό Πάρκο Γλυπτικής. Μιλάμε όμως για έναν χώρο που η πρόσφατη ανάπλασή του προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, αφήνοντας ανοιχτά μεγάλα ερωτήματα για τον χαρακτήρα και τη λειτουργικότητά του, ακριβώς εξαιτίας αυθαίρετων και πρόχειρων , στην κυριολεξία, αποφάσεων της διοίκησης. Από αυτή την άποψη, η μόνιμη χωροθέτηση έργων τέχνης δεν είναι μια απλή, «ουδέτερη» τεχνική λεπτομέρεια. Είναι μια σοβαρή πολιτική και αρχιτεκτονική παρέμβαση που απαιτεί ουσιαστική δημόσια διαβούλευση, κοινωνικό έλεγχο και μια δεσμευτική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, αντί για προειλημμένες αποφάσεις πίσω από κλειστές πόρτες. Η διοργάνωση του στρογγυλού τραπεζιού στο ΚΑΜ στις 8 Οκτωβρίου με θέμα «Δημόσια γλυπτική και αρχιτεκτονικός χώρος» είναι πέρα για πέρα υποκριτικός κι αναδεικνύει μια κραυγαλέα αντίφαση: την ώρα που το σύστημα εξουσίας συζητά θεωρητικά και ακαδημαϊκά για τον δημόσιο χώρο, οι κρίσιμες επιλογές έχουν ήδη επιβληθεί ερήμην της κοινωνίας.
Εδώ εντοπίζεται η μεγάλη αντίφαση της πολιτικής της διοίκησης Σημανδηράκη, όπως και όλων των διοικήσεων που εργάζονται σύμφωνα με τις επιταγές της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και τις κατευθύνσεις για την Τοπική Αυτοδιοίκηση (μεταξύ άλλων μέσω των μεταρρυθμίσεων της περιόδου Βορίδη). Από τη μία ανακοινώνεται ένα «εμβληματικό» εγχείρημα με γλυπτά που υποτίθεται ότι θα αποτελέσουν μόνιμη παρακαταθήκη. Αν και η μόνη πραγματική παρακαταθήκη σε αυτή την πόλη είναι τα κτίρια και τα ιστορικά μνημεία που είτε πέφτουν χωρίς καμία ουσιαστική μέριμνα, όπως το Ιτζεδίν και οι Ιταλικοί Στρατώνες, είτε το περιβάλλον που καταστρέφεται, όπως στη Νέα Χώρα και την Παχιά Άμμο, είτε μνημεία γκρεμίζονται έτσι, για χάρη γούστου, όπως το παλιό κτίριο του ΙΚΑ. Από την άλλη, όταν έρχεται η ώρα να υπερασπιστεί πραγματικά τον δημόσιο χώρο απέναντι στην εμπορευματοποίηση και στις πιέσεις της αγοράς, ο Δήμος εμφανίζεται πολύ λιγότερο φιλόδοξος. Δεν είναι δυνατόν να παρουσιάζεται ως «όραμα» κάθε νέα διοργάνωση την ώρα που τα βασικά προβλήματα αντιμετωπίζονται με προσωρινές λύσεις, επικοινωνιακές εξαγγελίες και απλή διαχείριση της καθημερινότητας.
Τα Χανιά χρειάζονται τέχνη, δημιουργούς και πολιτιστικές υποδομές, αλλά πάνω απ’ όλα μια πόλη που να ανήκει σε αυτούς και αυτές που τη ζουν. Αυτό σημαίνει ανοιχτά πάρκα, ελεύθερους χώρους, κοινωνικές υποδομές, δημόσια κατοικία και συγκοινωνίες, καθαριότητα και μια καθημερινότητα για όλους και όλες – ντόπιους, πρόσφυγες και μετανάστες – που δεν θα αντιμετωπίζονται ως περιττό έξοδο ή ως εμπόδιο για την τουριστική εικόνα. Στο τέλος αυτό είναι το ζητούμενο: ποιος έχει τελικά δικαίωμα να ζει στην πόλη, ελεύθερα, δημοκρατικά και ανθρώπινα.
Ας είμαστε ειλικρινείς: το ζήτημα δεν είναι μόνο αν τα 148.800 ευρώ είναι πολλά ή λίγα. Το ερώτημα είναι γιατί αυτή η δαπάνη θεωρείται προτεραιότητα, ποια ανάγκη καλύπτει και ποια αντίληψη για την πόλη υπηρετεί. Δημοτική πολιτική δεν είναι μόνο εκδηλώσεις, θέαμα και «εξωστρέφεια» αλλά και η επιλογή να κατευθύνονται οι δημόσιοι πόροι στις ανάγκες των κατοίκων: σε σχολεία και δημόσιες υποδομές, σε κοινωνικές υπηρεσίες, στη στήριξη εργαζομένων και εκπαιδευτικών που αδυνατούν να βρουν κατοικία, στην πρόσβαση στη στέγη και στην προστασία του δημόσιου χώρου από την εμπορευματοποίηση. Το πραγματικό διακύβευμα είναι τι πόλη θέλουμε: μια πόλη-βιτρίνα για τον τουρισμό και τις επενδύσεις ή μια πόλη που οργανώνει τους πόρους της με βάση τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας; Ο πολιτισμός δεν είναι αντίπαλος της κοινωνικής πολιτικής. Αντίθετα, είναι δημόσιο αγαθό και πρέπει να υπηρετεί τους ανθρώπους που ζουν κι εργάζονται στην πόλη.
Η δημοτική αρχή δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από την αυτονόητη αξία της τέχνης ούτε να παρουσιάζει όποιον ασκεί κριτική στις δαπάνες ως εχθρό του πολιτισμού. Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε ανάμεσα στα έργα τέχνης και στην ποιότητα ζωής. Μπορούμε να έχουμε και τα δύο, αρκεί οι δημοτικές προτεραιότητες να μην καθορίζονται από την ανάγκη να παραχθεί ακόμη ένα ελκυστικό τουριστικό αφήγημα ή ένα επικοινωνιακό εργαλείο που θα εξυπηρετεί τους πολιτικούς σχεδιασμούς της δημοτικής διοίκησης ενόψει των επόμενων εκλογών στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Επιπλέον, οφείλει να δώσει καθαρές απαντήσεις: πού ακριβώς κατευθύνονται τα 148.800 ευρώ, ποιες είναι οι αμοιβές και το αντικείμενο των αναθέσεων, με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν οι καλλιτέχνες και ποιο συγκεκριμένο σχέδιο υπάρχει για τους δημόσιους χώρους. Γιατί χωρίς διαφάνεια και σαφή σχεδιασμό, η περίφημη «παρακαταθήκη» κινδυνεύει να είναι απλώς μια ακόμη επικοινωνιακή κατασκευή. Το ερώτημα δεν είναι αν τα Χανιά αξίζουν μια τέτοια πρωτοβουλία – προφανώς και την αξίζουν. Είναι αν οι δημόσιοι πόροι και ο πολιτισμός θα υπηρετούν πραγματικές ανάγκες ή θα γίνονται εργαλείο τουριστικής προβολής και πολιτικής αυτοπροβολής της δημοτικής διοίκησης. Ένα γλυπτό μπορεί να μείνει για δεκαετίες, ακόμη κι αν δεν ενταχθεί ουσιαστικά στην καθημερινή ζωή. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με μια πολιτική αντίληψη που αντιμετωπίζει την πόλη ως τουριστικό προϊόν με πολιτιστική γαρνιτούρα. Και αυτή απομακρύνεται πολύ δυσκολότερα.
Και, στο κάτω κάτω, ούτε τα έργα της βιτρίνας θα έχουν την αξία που τους αποδίδεται ούτε οι κοινωνικές ανάγκες πρόκειται να εξυπηρετηθούν όταν τα λύματα, εντός και εκτός εισαγωγικών, των πολιτικών συμφερόντων, της επίθεσης στα εργασιακά, κοινωνικά και δημοκρατικά μας δικαιώματα, των σχέσεων με επίλεκτα στελέχη της «κρητικής μαφίας» και της εγκατάλειψης της Νέας Χώρας, και όχι μόνο, πλημμυρίζουν τους δρόμους, τις γειτονιές και την ίδια μας την αντίληψη για την πόλη.
* ποιητής, πρώην δημοτικός σύμβουλος με την «Ανταρσία στα Χανιά – Αντικαπιταλιστική Αριστερή Κίνηση για την Ανατροπή»



