Η εξαγγελία και η νομοθέτηση των μέτρων θα γίνει από την κυβέρνηση σε δόσεις μέσα στο 2026, με πολιτική στόχευση και ορίζοντα τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, που θα πραγματοποιηθούν το αργότερο σε 14 μήνες από σήμερα.
Η πρώτη ένδειξη για τη διαμόρφωση του νέου δημοσιονομικού χώρου, που θα επιτρέψει την εξαγγελία και την εφαρμογή των νέων μέτρων, προέκυψε χθες, μέσα από μια έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΚΠΒ). Η έκθεση αυτή αναλύει τον τρόπο λειτουργίας των νέων δημοσιονομικών κανόνων και την επίδρασή τους στη δια μόρφωση δημοσιονομικού χώρου για μέτρα φοροελαφρύνσεων και εισοδηματικών ενισχύσεων την τριετία 2024-2026.
Συγκεκριμένα, από την έκθεση του ΓΠΚΒ προκύπτει ότι μετά και την εφαρμογή της εθνικής ρήτρας διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες διαμορφώνεται φέτος ένας επιπλέον δημοσιονομικός χώρος που φτάνει το 0,3% του ΑΕΠ ή τα 750 εκατ. ευρώ και μπορεί να διατεθεί για νέες φοροελαφρύνσεις και εισοδηματικές ενισχύσεις εντός του τρέχοντος έτους. Το γεγονός αυτό δίνει την ευκαιρία στην κυβέρνηση να μπορεί να ανακοινώσει ένα πρόσθετο πακέτο μέτρων τον Απρίλιο, όταν θα οριστικοποιηθούν τα δημοσιονομικά στοιχεία του 2025. Κάτι τέτοιο έγινε πέρυσι κοντά στο Πάσχα, όταν ανακοινώθηκαν η επιστροφή ενός ενοικίου σε 950.000 νοικοκυριά και το μόνιμο επίδομα των 250 ευρώ για συνταξιούχους άνω των 65 ετών και για ορισμένες ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού.
Εκτός όμως του δημοσιονομικού χώρου των 750 εκατ. ευρώ που φαίνεται ότι διαμορφώνεται και μπορεί να διατεθεί για μέτρα εντός του 2026, αρμόδιες πηγές του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εκτιμούν ήδη ότι θα υπάρξει διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος άλλων 800 εκατ. ευρώ τουλάχιστον, για νέα μέτρα φοροελαφρύνσεων και εισοδηματικών ενισχύσεων, με έναρξη εφαρμογής μέσα στο 2027. Τα μέτρα αυτά, τα οποία -όπως ήδη έχει αποκαλύψει η «Ν»– προβλέπεται να περιλαμβάνουν μειώσεις φόρων κυρίως για επιχειρήσεις, καθώς επίσης και μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών, θα εξαγγελθούν από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη τον ερχόμενο Σεπτέμβριο από το «βήμα» της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Συνολικά, για την περίοδο 2026-2027 φαίνεται ότι διαμορφώνεται ήδη ένα σημαντικό ποσό δημοσιονομικού χώρου για νέα μέτρα φοροελαφρύνσεων και εισοδηματικών ενισχύσεων άνω του 1,5 δισ. ευρώ. Η μελέτη του ΓΠΚΒ, που δημοσιοποιήθηκε χθες, τονίζει ότι, σύμφωνα τον κρατικό προϋπολογισμό του 2026, οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν κατά 4,4% το 2025 και 5,7% το 2026. Παρότι η πρόβλεψη για τη φετινή χρονιά ξεπερνά την ετήσια οροφή που είχε συμφωνηθεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η σωρευτική εξέλιξη την τριετία 2024-2026 παραμένει συμβατή με το συμφωνηθέν όριο για σωρευτική αύξηση 9,9% την τριετία 2024 2026, επειδή το 2024 καταγράφηκε μείωση καθαρών δαπανών κατά 0,2%. Συνεπώς, η σωρευτική αύξηση κατά τα έτη 2024-2026 ευθυγραμμίζεται με τη σύσταση για σωρευτική αύξηση 9,9%. Επιπλέον, όμως, μετά την ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες, απομένει ένα αρνητικό σωρευτικό υπόλοιπο περίπου -0,3% του ΑΕΠ το 2026, δηλαδή προκύπτει ότι η σωρευτική αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών κινείται 0,3% του ΑΕΠ κάτω από το ανώτατο όριο. Το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι για το 2026 δια μορφώνεται δημοσιονομικός χώρος 750 εκατ. ευρώ, που μπορεί να αξιοποιηθεί για την εφαρμογή νέων μέτρων ενίσχυσης του εισοδήματος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Οι νέοι κανόνες
Αναλύοντας, ειδικότερα, το νέο πλαίσιο δημοσιονομικών κανόνων που ισχύει πλέον και για την Ελλάδα, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή εξηγεί ότι αυτό επικεντρώνεται στην εξέταση ενός, κυρίως, δείκτη: των καθαρών πρωτογενών δαπανών που χρηματοδοτούνται από εθνικούς πόρους. Από τη στιγμή που η πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών θα συμφωνηθεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθίσταται δεσμευτική. Σύμφωνα με τα όσα εξηγεί το ΓΚΠΒ, οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες, που αποτελούν τον όρο κλειδί των νέων δημοσιονομικών κανόνων, περιλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των πρωτογενών δημόσιων δαπανών (για μισθούς, αγαθά και υπηρεσίες, επενδύσεις, κοινωνικές μεταβιβάσεις), αλλά εξαιρούνται: (α) οι πληρωμές τόκων για το χρέος, (β) οι δαπάνες που χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από την Ε.Ε. (π.χ. επιχορηγήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας), (γ) οι δαπάνες που συγχρηματοδούνται από κοινοτικούς και εθνικούς πόρους (π.χ. Ταμεία Συνοχής ή Περιφερειακής Ανάπτυξης), (δ) τα εφάπαξ, προσωρινά μέτρα και οι δαπάνες για την κυκλική ανεργία. Οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες προσαρμόζονται ανάλογα με τα ενεργητικά φορολογικά μέτρα: οι μειώσεις φόρων αντιμετωπίζονται ως επιπλέον δαπάνες και οι αυξήσεις φόρων ως εξοικονομήσεις. Ο «Λογαριασμός Ελέγχου» Ένα νέο εργαλείο, που ονομάζεται «Λογαριασμός Ελέγχου», συγκρίνει σε ετήσια βάση τις πραγματικές καθαρές πρωτογενείς δαπάνες με τη συμφωνηθείσα πορεία. Εάν διαπιστωθούν αποκλίσεις που ξεπερνούν ένα ορισμένο όριο (περίπου 0,3% του ΑΕΠ σε οποιοδή ποτε έτος ή 0,6% του ΑΕΠ σωρευτικά) και δεν δικαιολογούνται από έκτακτες περιστάσεις (π.χ. σοβαρή κρίση), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να κινήσει διορθωτική διαδικασία.
Ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος
Εξηγώντας την έννοια του πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου, το ΓΠΚΒ τονίζει στην έκθεσή του ότι σε αντίθεση με το προηγούμενο δημοσιονομικό πλαίσιο, στο νέο πλαίσιο η υπέρβαση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν ανοίγει τον δρόμο για πρόσθετες δαπάνες (π.χ. μειώσεις φόρων ή αυξήσεις δαπανών), διότι αυτό θα αποτελούσε παραβίαση της δημοσιονομικής πορείας που έχει συμφωνηθεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η συγκεκριμένη υπεραπόδοση μπορεί να αξιοποιηθεί για τη μείωση του δημόσιου χρέους και για τη δημιουργία δημοσιονομικών «μαξιλαριών» που θα συμβάλουν στη στήριξη των δημόσιων δαπανών σε περιόδους οικονομικής επιβράδυνσης. Πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος μπορεί να δημιουργηθεί μέσω μόνιμων μέτρων στο σκέλος των εσόδων. Ειδικότερα, η υλοποίηση ενεργητικών μέτρων πολιτικής στο σκέλος των εσόδων (DRMs) που διασφαλίζουν αύξηση εσόδων σε μόνιμη βάση (π.χ. διεύρυνση της φορολογικής βάσης, αλλαγή φορολογικών συντελεστών κ.λπ.) επιτρέπει την αναθεώρηση της πορείας των καθαρών δαπανών, ώστε να νομοθετηθούν μόνιμες φοροελαφρύνσεις ή πρόσθετες δημόσιες δαπάνες.



