Του Δημήτρη Πολιτάκη
ΘΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΙΣΩΣ ΚΑΝΕΙΣ μια τέτοια χειρονομία από το ΠΑΣΟΚ, και όχι μόνο λόγω ιδιοσυγκρασίας και ροπής στους θεαματικούς συμβολισμούς.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ήταν εκείνη που είχε κάνει σλόγκαν (και καθεστώς) την «εθνική συμφιλίωση», εκείνη που είχε «εθνικοποιήσει» την Αντίσταση, με αποτέλεσμα να γεμίσει ξαφνικά η χώρα με οδούς, λεωφόρους και πλατείες Εθνικής Αντίστασης.
Κι όμως, το τελετουργικό – και σε απευθείας μετάδοση – κάψιμο εκατομμυρίων φακέλων της Ασφάλειας στις υψικαμίνους της Χαλυβουργικής τον Αύγουστο του 1989, ήταν ιδέα και έργο της «κυβέρνησης Τζανετάκη», η οποία εκ της ίδιας της συστάσεώς της, με την «ανίερη» συνεργασία της Νέας Δημοκρατίας με τον Συνασπισμό του ΚΚΕ και της ΕΑΡ, είχε πάει την «εθνική συμφιλίωση» σε άλλο επίπεδο. Η καταστροφή των φακέλων ήταν το συμβολικό, έστω και κραυγαλέο, επιστέγασμα αυτής της ιστορικής «συμφωνίας».
Και για πολλές δεκαετίες μετά, ο εμφύλιος ήταν σα να έχει εξοριστεί, κοινή συναινέσει, από τον δημόσιο λόγο, παρότι το τραύμα στο κοινωνικό σώμα ήταν φανερό
Πέρα από τους φριχτούς συνειρμούς που έχει το κάψιμο βιβλίων και εγγράφων, κάποιοι ιστορικοί επισήμαναν τότε αλλά και αργότερα ότι πρόκειται για μνημειώδη και ολοκληρωτική καταστροφή τεράστιου και εξαιρετικά πολύτιμου αρχειακού υλικού. Κανείς δεν τους άκουσε, κανείς δεν ασχολήθηκε. Η «συμφιλίωση» και η «λήθη» είχαν πλέον κατοχυρωθεί, θεσμικά και τελετουργικά, λίγους μήνες μάλιστα πριν η πτώση του τείχους του Βερολίνου σηματοδοτήσει το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο οποίος έκανε μια από τις πρώτες δραματικές εμφανίσεις του στον ελληνικό Εμφύλιο.
Οι φάκελοι έγιναν γκρίζος καπνός που σκέπασε τον ουρανό πάνω από την Ελευσίνα ανήμερα της 40ης επετείου από το «επίσημο» τέλους του Εμφυλίου (29 Αυγούστου 1949), μια ημερομηνία που σπανίως μνημονεύεται και ποτέ δεν γιορτάστηκε, επισήμως τουλάχιστον, παρά μόνο επί χούντας, ως επέτειος της ήττας των «συμμοριτών». Κανείς εξάλλου δεν είχε βγει στους δρόμους να πανηγυρίσει εκείνη τη μέρα. Και για πολλές δεκαετίες μετά, ο εμφύλιος ήταν σα να έχει εξοριστεί, κοινή συναινέσει, από τον δημόσιο λόγο, παρότι το τραύμα στο κοινωνικό σώμα ήταν φανερό (όλοι είχαμε ακούσει από τους γονείς μας ή τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας φοβερές ιστορίες βίας, οδύνης, τρόμου και αλληλοεξόντωσης).
Τα χρόνια πέρασαν και ο Εμφύλιος έγινε αντικείμενο μελετών, ερευνών, βιβλίων και έργων τεκμηρίωσης και μυθοπλασίας. Τα αγκάθια δεν εξαφανίστηκαν όμως. Ίσα- ίσα.
Την ώρα που η «Ψυχή Βαθιά», η «συμφιλιωτική» ταινία του Παντελή Βούλγαρη με φόντο τον Εμφύλιο έσπαγε τα ταμεία το 2009, οι δραματικές περιστάσεις και το διχαστικό κλίμα της εποχής, σε συνδυασμό με την αυγή των social media, σήμαιναν την άγρια επιστροφή μιας εμφυλιοπολεμικής αργκό που μοιάζει να έχει κορυφωθεί στις μέρες μας διακοσμώντας με vοσταλγικούς προσδιορισμούς («ανθέλληνες», «ταγματασφαλίτες», «γερμανοτσολιάδες», «κατσαπλιάδες», «μαυραγορίτες», «δωσίλογοι» κλπ) τις λυσσαλέες αντιπαραθέσεις στο ίντερνετ.
Σιγά-σιγά φεύγουν από τη ζωή οι άνθρωποι που βίωσαν από πρώτο χέρι την οδύνη και το τραύμα του Εμφύλιου, υποθέτω όμως ότι πολλοί από αυτούς, ανεξαρτήτως της πλευράς στην οποία βρέθηκαν τότε, παρακολουθούν με θυμηδία να μετατρέπεται η τραγωδία σε φάρσα και η ιστορία σε ανέκδοτο.



