Η μαζική φυγή και ο εκπατρισμός των ελληνικών μεσαίων βιομηχανιών προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Βόρεια Μακεδονία δεν αποτελεί μια ξαφνική ή τυχαία επιχειρηματική επιλογή. Πρόκειται για το άμεσο, χειροπιαστό αποτέλεσμα ενός εξοντωτικού «κοκτέιλ» που έχει επιβάλει η παρατεταμένη κυβερνητική αδράνεια, συνθέτοντας ένα περιβάλλον βαθιά εχθρικό για κάθε σοβαρό παραγωγικό σχεδιασμό.
Το ανεξέλεγκτο ενεργειακό κόστος, οι δυσβάσταχτες εργοδοτικές εισφορές, η πλήρης αδυναμία του κράτους να συνδράμει στην εύρεση και κατάρτιση εξειδικευμένου προσωπικού, καθώς και ένα διαρκώς ασταθές φορολογικό καθεστώς, στραγγαλίζουν καθημερινά τη μεσαία παραγωγή. Μπροστά στο φάσμα του λουκέτου, οι επιχειρήσεις αναγκάζονται πλέον να αναζητήσουν σανίδα σωτηρίας στις γειτονικές βαλκανικές αγορές, όπου οι συνθήκες είναι σαφώς πιο ευνοϊκές.
Την ίδια στιγμή, τα πολυδιαφημισμένα «μέτρα στήριξης» ύψους 300 εκατομμυρίων ευρώ, που παρουσίασε με επικοινωνιακό θόρυβο το οικονομικό επιτελείο, απαξιώθηκαν αμέσως από τον ίδιο τον βιομηχανικό κλάδο. Οι εκπρόσωποι της αγοράς τα χαρακτήρισαν ως σταγόνα στον ωκεανό, προσωρινά και τελείως αποκομμένα από τις πραγματικές, δομικές ανάγκες της εγχώριας παραγωγής.
Είναι πλέον κοινό μυστικό στους επιχειρηματικούς κύκλους ότι κορυφαίες ελληνικές βιομηχανίες τροφίμων με έντονη εξαγωγική δραστηριότητα, καθώς και ισχυρές εταιρείες από τον κλάδο του μετάλλου και των δομικών υλικών, σχεδιάζουν με άκρα μυστικότητα να μεταφέρουν το μεγαλύτερο μέρος του παραγωγικού τους έργου εκτός Ελλάδας. Στόχος τους δεν είναι άλλος από το να γλιτώσουν από τα δίχτυα της κυβερνητικής αδιαφορίας και του εγχώριου οικονομικού μαρασμού.
Το πλέον εξοργιστικό είναι η κραυγαλέα αντίφαση που καταγράφεται στην καθημερινότητα. Την ίδια ακριβώς ώρα που τα κυβερνητικά στελέχη αυτοαποθεώνονται στα τηλεοπτικά παράθυρα για τα διεθνή ρεκόρ στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και την περίφημη «πράσινη μετάβαση», η πραγματική ελληνική βιομηχανία εξακολουθεί να πληρώνει ένα από τα ακριβότερα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η πολυπόθητη πράσινη ενέργεια φαίνεται πως γεμίζει μόνο τα ταμεία των λίγων μεγάλων παρόχων, αφήνοντας τη μεταποίηση έκθετη στις ορέξεις των κερδοσκόπων.
Αυτό το τεράστιο, αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην εικονική πραγματικότητα των κυβερνητικών non-papers και στα κρυφά ταξίδια των Ελλήνων βιομηχάνων στα Βαλκάνια για την εξεύρεση νέων οικοπέδων και εργοστασίων, αποδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος. Η χώρα αποβιομηχανίζεται βίαια, χάνοντας πολύτιμες θέσεις εργασίας, τεχνογνωσία και εγχώριο προϊόν.
Η κυβέρνηση, εγκλωβισμένη στο δικό της success story, παραμένει απλός θεατής της οικονομικής ασφυξίας που η ίδια προκάλεσε με τις επιλογές της. Αντί να λάβει γενναία μέτρα για τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους και τη συγκράτηση των ενεργειακών τιμών, παρακολουθεί αμέτοχη τα τρένα της μετανάστευσης των ελληνικών επιχειρήσεων να σφυρίζουν προς τον Βορρά. Η αποβιομηχάνιση δεν είναι κίνδυνος του μέλλοντος, είναι η σημερινή ζοφερή πραγματικότητα.



