Δεν είναι εύκολο να αναφέρεσαι στον άνθρωπο του οποίου τη βιογραφία έχεις υπογράψει. Και ειδικότερα όταν πρόκειται για μια πελώρια καλλιτεχνική προσωπικότητα με πορεία που αγγίζει τις επτά δεκαετίες. Εχουμε δεθεί αρκετά, είμαστε συγγενείς. Απ’ την άλλη, κάθε φορά που τον συναντώ μαγεύομαι απ’ τους τρόπους του, την ευαισθησία και το απαράμιλλο χιούμορ του.
«Ολοι σχεδόν οι Ανωγειανοί είμαστε πειραχτήρια», θα μου πει με τη βαθιά φωνή του «και όλοι έχουμε τα παρατσούκλια μας, με αυτά συνεννοούμαστε. Το δικό μου ήταν… το καλαθάκι. Γιατί όταν έρχονταν οι πραματευτάδες με προϊόντα που δεν είχαμε στο χωριό, τα έβαζα σε ένα καλαθάκι και τα πήγαινα στις νοικοκυρές και με κερνούσαν φιλέματα. Μικρά πράγματα που έμοιαζαν μεγάλα στα παιδικά μου μάτια εκείνους τους στερημένους καιρούς. Μεγαλώνοντας, το καλαθάκι έγινε… καλαθάς. Με αυτό με αναγνωρίζουν όλοι σήμερα στα Ανώγεια και στην ευρύτερη περιοχή».
Η… φαρέτρα του
Ο Βασίλης Σκουλάς απ’ τα 12 μόλις χρόνια του ήταν σε θέση να διευθετεί με τη λύρα και το τραγούδι του, συνοδεία ενός μόνο λαουτιέρη, γάμους, χαρές και γιορτές, παρουσία εκατοντάδων ατόμων. Γνώριζε αμέτρητες μαντινάδες τις οποίες απέδιδε την κατάλληλη στιγμή ανάλογα με την περίσταση. Ποτέ σε μια τέτοια εκδήλωση δεν ερμήνευε την ίδια, κάτι που συνεχίζει μέχρι και τις μέρες μας, γεγονός που αποτελεί ισχυρό βέλος της φαρέτρας του.
«Το πανεπιστήμιό μου ήταν το οικογενειακό μας καφενείο στο Περαχώρι. Το είχε ο παππούς μου και μετά πέρασε στον πατέρα μου. Ηταν και χασαπιό και κουρείο και… ό,τι θες. Εκεί άκουγα ευλαβικά τους γλεντιστάδες. Σπούδασα την ιστορία του τόπου μας και την ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων. Η μαντινάδα είναι χυμός ζωής. Σε ένα τετράστιχο συμπυκνώνει αιώνιες αλήθειες. Θέλει όμως την ώρα της για να έχει νόημα. Το γλέντι είναι ακριβή υπόθεση και δύσκολη. Ο μουσικός οφείλει να παρατηρεί τα πάντα ώστε να τιμήσει τους καλεσμένους. Και την ίδια ώρα, προσεκτικά, με τον τρόπο του να προλάβει και τις όποιες παρεξηγήσεις».
Το κοπέλι από νωρίς συνειδητοποίησε τις ικανότητές του και πήρε τη μεγάλη απόφαση να κατέβει απ’ το χωριό στη μεγαλούπολη, το Ηράκλειο.
«Η λύρα ήταν και είναι προέκταση της ψυχής μου. Θαρρείς και γεννήθηκα με αυτήν στα χέρια. Αντιλήφθηκα πως για να πραγματοποιήσω τα καλλιτεχνικά όνειρά μου έπρεπε να φύγω απ’ τα Ανώγεια. Δεν ήταν εύκολο κάτι τέτοιο στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Μικρό παιδί ήμουν. Πέρασα δύσκολα τον πρώτο καιρό, αλλά με υπομονή και επιμονή βρήκα τον δρόμο μου. Να καταλάβετε, όταν με ρωτούσαν κάποιοι Ηρακλειώτες τι δουλειά κάνω και τους απαντούσα παίζω λύρα, δεν γνώριζαν καν τι όργανο είναι αυτό. Ακόμη και στα πανηγύρια των χωριών, πριν κλείσει η δουλειά, το πρώτο πράγμα που μας ρωτούσαν ήταν αν ξέρουμε να παίζουμε ευρωπαϊκά, δηλαδή βαλς, ταγκό, φοξ ανγκλέ…».
Ο Σκουλάς και άλλοι ευλογημένοι θα αλλάξουν σταδιακά αυτή την κατάσταση και θα δημιουργήσουν καλλιτεχνικές φωλιές, όπου η παράδοση θα έχει πρωταγωνιστικό και γόνιμο ρόλο.
«Στην αρχή ήμασταν σαν ατραξιόν για τους τουρίστες. Μόνο ορισμένοι μερακλήδες μας προτιμούσαν. Σιγά σιγά όμως ο πολύς κόσμος γνώρισε τον πλούτο που έχει το τραγούδι μας και το εκτίμησε. Και ταυτόχρονα τους χορούς μας, που αποτελούν στοιχείο της έκφρασής του. Ανοιξαν τα πρώτα μαγαζιά με κρητική μουσική στο Ηράκλειο και έγιναν στέκια».
Θάρρος σημαίνει να μπαίνεις μπροστά και να λύνεις επιδέξια και δίχως προσβολές τις διαφορές των ανθρώπων. Να προλαβαίνεις τα κακά.
Το 1970 ο Σκουλάς θα σημειώσει την πρώτη του μεγάλη δισκογραφική επιτυχία, με τον τίτλο «Ντελίνα». Ενα τραγούδι που θα τον συντροφεύει παντοτινά: «Είναι το θηλυκό του ντελικανής. Ετσι ονόμασα το πρώτο κέντρο που έφτιαξα στην Αλικαρνασσό. Ολη η Κρήτη πέρασε από εκεί, αλλά και όποιος επισκεπτόταν το νησί. Οκτώ χρόνια δουλεύαμε κάθε μέρα χωρίς ρεπό από 15 Σεπτέμβρη μέχρι 15 Μάη. Μόνο τη Μεγαλοβδομάδα του Πάσχα σταματούσαμε. Το ίδιο όνομα έδωσα και στο επόμενο μαγαζί μου στο κέντρο του Ηρακλείου, όπου λειτούργησε για 15 χρόνια. Οσοι διασκέδασαν μαζί μας, ακόμη και σήμερα μιλάνε με θαυμασμό, νοσταλγία και αγάπη για εκείνες τις στιγμές. Θαρρείς και άνοιγα το σαλόνι του σπιτιού μου για να υποδεχθώ τους φίλους μου. Οι γονείς μού έλεγαν ότι όταν γνώριζαν πως τα παιδιά τους γλεντούσαν κοντά μου ένιωθαν ασφάλεια και κοιμούνταν γαληνεμένοι».
Η απαγόρευση
Ο Σκουλάς από νωρίς θα ξεχωρίσει και για τη γενναία απόφασή του να μη δέχεται μπαλοθιές στα γλέντια που τελετουργεί. Στάση που τήρησε και τηρεί αδιαπραγμάτευτα, παρά το κόστος της. «Δεν είναι εύκολο να λες όχι στον κόσμο που σε καλεί να τιμήσεις τη χαρά του. Ούτε να αρνείσαι δουλειά και χρήματα. Και είμαι απόλυτος. Μία αν ακουστεί, τους λέω, εγώ φεύγω.
Η μπαλοθιά δεν είναι παλικαριά, αλλά βαρβαρότητα. Ακόμα και ο ήχος της σφαίρας με ενοχλεί. Οπλο μπορεί να είχαν στα σπίτια τα παλιά χρόνια και τα νεότερα ακόμη, αλλά για μια ώρα ανάγκης, που μπορεί και να μην ερχόταν ποτέ. Οι σοβαροί άνδρες, ακόμα κι αν οπλοφορούσαν, ούτε το έδειχναν ούτε το επιδείκνυαν. Ούτε οι γυναίκες τους δεν το ήξεραν. Ποτέ στο καφενείο, από παιδί που ήμουν, δεν είδα όπλο σε τραπέζι ή στη μέση των ανθρώπων».
Στο διάβα των καιρών ο Σκουλάς θα δρέψει δάφνες τόσο στη δισκογραφία όσο και στις ζωντανές παραστάσεις του. Θα ταξιδέψει σε πολλαπλά μήκη και πλάτη της Γης (Αμερική, Αυστραλία, Ευρώπη, Αφρική) και θα πραγματοποιήσει ρεπερτοριακά ανοίγματα, δίχως να παραλείπει την καθαρόαιμη κρητική σπορά του. Τραγούδια όπως «Ο ήλιος Θεός» των Μιχάλη Νικολούδη και Πάρη Μήτσου, «Ασπρο μαντίλι ανέμιζε» των Μάριου Τόκα και Κώστα Φασουλά, «Τ’ αντίθετα» και «Κερί αναμμένο» των Νίκου Τερζή και Γιάννη Κότσιρα υπογραμμίζουν την ιδιαιτερότητά του.
Και στη ζωή
Τα δύο τελευταία προέρχονται από τη μουσική επένδυση της τηλεοπτικής σειράς «Σασμός», ιδιότητα για την οποία επίσης φημίζεται ο Σκουλάς, έχοντας μάλιστα τιμηθεί γι’ αυτή του τη δράση και από την ελληνική αστυνομία.
«Θάρρος σημαίνει να μπαίνεις μπροστά και να λύνεις επιδέξια και δίχως προσβολές τις διαφορές των ανθρώπων. Να προλαβαίνεις τα κακά. Να λες “ναι” όταν σ’ το ζητάνε και να βάζεις όλη σου τη σκέψη και το είναι σου ώστε να έρθει ο σασμός. Κι αν δεν μπορείς εσύ, να απευθυνθείς σε εκείνους που λειτουργώντας αναλόγως θα έχουν στα αντιμαχόμενα μέρη μεγαλύτερη επιρροή ώστε να επανέλθει η ηρεμία στη σχέση τους. Είμαστε άνθρωποι και πρέπει να κινούμαστε, κατά πώς το λέει κι η λέξη, με ανθρωπιά».
Στη μεστή ωριμότητά του ο Βασίλης Σκουλάς είναι περιζήτητος. Καθημερινά δέχεται προτάσεις για εμφανίσεις και ηχογραφήσεις.
Αποφασίζει με το ένστικτο. Είναι εκλεκτικός, αλλά και δοτικός συνάμα. Οι βραβεύσεις του δεν έχουν τελειωμό. Από την Πολεμική Αεροπορία, το Πανεπιστήμιο Κρήτης και την UNESCO Πειραιώς και Νήσων έως το Ωδείο της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιά, όπου αναγορεύθηκε επίτιμος καθηγητής.
«Αν δεν ήμουν μουσικός, θα ήμουν βοσκός. Θέλω να κρατηθεί η παράδοση με σοβαρότητα και αισθητική. Ο τρόπος μου στη λύρα, οι μαντινάδες, οι σκοποί που παίζω είναι μια κληρονομιά με βαθιά ρίζα. Ο κόσμος μού έδωσε στήριγμα και δύναμη να αναδειχθώ κι εγώ θέλησα να φανώ αντάξιος της γενναιοδωρίας του. Προσπάθησα να ομορφύνω στιγμές της καθημερινότητάς του και τις χαρές του με το παίξιμο και το τραγούδισμά μου. Εδωσα πολλά, κέρδισα πολύ περισσότερα. Ετσι το νιώθω και το αισθάνομαι».
Το «προζύμι» των γονιδίων
«Το προζύμι μου έπαιξε μεγάλο ρόλο σε αυτό που έγινα. Η κληρονομικότητα, δηλαδή το γονίδιο! Ο προπάππους μου ήταν λυράρης. Κατά πώς λένε φημιζόταν για τις ανωγειανές κοντυλιές του. Το ίδιο και ο παππούς μου, ο Μιχάλης. Μάλιστα αυτός θεωρούνταν ένας από τους πιο προικισμένους, ίσως και ο καλύτερος της εποχής του.
Ο πατέρας μου, Αλκιβιάδης, με το παρατσούκλι “Γρυλλιός”, στην καθημερινότητά του λειτουργούσε σαν καλλιτέχνης. Τον θυμάμαι πάντα με το χαμόγελο και το καλαμπούρι του. Αυτή η στάση του με σημάδεψε στη ζωή μου. Μάλιστα στα 70 του χρόνια ανακάλυψε το ταλέντο του για τη ζωγραφική και τη γλυπτική. Θαυμάστηκε σαν λαϊκός καλλιτέχνης, με παρουσία σε εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό! Ο Φρέντυ Γερμανός τον παρουσίασε δύο φορές στις εκπομπές του στην τηλεόραση. Εφθασαν να τον χαρακτηρίζουν “Θεόφιλο της Κρήτης”. Εχει παραχωρήσει στον Δήμο Ανωγείων ένα αξιόλογο μουσείο με τα δημιουργήματά του, που ανακαινίστηκε πλήρως και είναι επισκέψιμο για όλους».
Η συνάντηση
Συμφάγαμε στο εστιατόριο – καφέ της «Ντελίνας», του πολυχώρου πολιτισμού και αναψυχής που ο Σκουλάς έχει δημιουργήσει στον τόπο του, τα Ανώγεια. Για ορεκτικό δοκιμάσαμε παπούλες με λάδι και ξίδι. Τις μάζεψε εκείνη τη στιγμή η Ελένη Τορνεσάκη, τις επιμελήθηκε ο Βαγγέλης Σκουλάς (συνεργάτις και εξάδελφός του, αντίστοιχα). Στη συνέχεια κατέφθασαν στο τραπέζι μας, ντάκος, ανθόγαλο, γραβιέρα ωριμασμένη και χωριάτικη σαλάτα. Ακολούθησαν μακαρόνια με μυζήθρα, πατάτες τηγανητές κυδωνάτες και αντικριστό. Τα συνοδεύσαμε με Βιδιανό του οινοποιείου Κλάδος. Ο Σκουλάς προτιμά χαμηλά ποτήρια και μετάγγιση του κρασιού σε καρτούτσο. Για επιδόρπιο, γιαούρτι με μέλι, ρακί και μαλοτήρα εμπλουτισμένη με άλλα βότανα (φασκόμηλο, δεντρολίβανο, μέντα). Ολα κερασμένα από τον οικοδεσπότη.



