Ο τεχνικός σύμβουλος του Συλλόγου Οικογενειών Θυμάτων Δυστυχήματος Τεμπών, Βασίλης Κοκοτσάκης με ανάρτησή του αναφέρεται στον θάνατο του Κρητικού δημοσιογράφου Μανόλη Παντινάκη:
Ο Μανόλης Παντινάκης ήταν ο άνθρωπός μας
Δεν μπορώ να γράψω ότι «έφυγε».
Η λέξη αυτή είναι μικρή. Άδικη. Δεν χωράει αυτό που ήταν.
Γιατί ο Μανόλης Παντινάκης δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος δημοσιογράφος ή ένας σημαντικός ιστορικός ερευνητής της Κρήτης.
Ήταν ο δικός μας άνθρωπος.
Ήταν εκείνος που όταν τον έλεγες με το μικρό του όνομα, ήξερες πως μιλούσες για κάποιον δικό σου.
Ήταν ο Μανόλης μας.
Η Κρήτη πενθεί – και δικαίως.
Η κρητική δημοσιογραφία έχασε έναν από τους πιο καθαρούς, τίμιους και επίμονους υπηρέτες της.
Η ιστορική μνήμη του τόπου έχασε έναν εργάτη της αλήθειας.
Κι εγώ έχασα έναν άνθρωπο που υπήρχε στη ζωή μου σαν σταθερό σημείο, σαν ήσυχη δύναμη, σαν φωνή που δεν υψωνόταν ποτέ, αλλά ακουγόταν πάντα.
Ο Μανόλης Παντινάκης γεννήθηκε στο Σπήλι Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Από το 1977 βρέθηκε ενεργά στη δημοσιογραφία, σε χρόνια που η πένα είχε κόστος και το θάρρος μετρούσε. Υπηρέτησε την ενημέρωση μέσα από τα «Ρεθεμνιώτικα Νέα», «Η Τόλμη», «Τα Νέα Αθηνών», ενώ συνεργάστηκε και με τον Όμιλο της ΚΡΗΤΗ TV.
Δεν υπήρξε ποτέ «βολικός».
Δεν χάιδεψε αυτιά. Δεν περπάτησε σε έτοιμους δρόμους.
Υπήρξε έντιμος.
Και η εντιμότητα, τότε και τώρα, έχει τίμημα.
Από το 2003–2004 αφιερώθηκε με ψυχή και σώμα στην ιστορική έρευνα: Κατοχή, Εθνική Αντίσταση, εμφύλιος στην Κρήτη, ναζιστικά εγκλήματα, στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ο Μανόλης δεν έγραφε μυθεύματα. Δεν ωραιοποιούσε. Δεν κατασκεύαζε.
Έγραφε πραγματική Ιστορία, μιλώντας πάντα χαμηλόφωνα, με ταπεινότητα και απόλυτο σεβασμό.
Κρατούσε ένα μικρό μαγνητοφωνάκι.
Και με αυτό, από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80, κατέγραψε έναν-έναν όλους τους αυθεντικούς πρωταγωνιστές των βιβλίων του – ανθρώπους που σήμερα δεν υπάρχουν πια.
Τους πρόλαβε.
Τους άκουσε.
Τους τίμησε.
Δεν έγραφε Ιστορία για τα σαλόνια.
Έγραφε για τα χώματα, για τις μάνες που δεν μίλησαν, για τους νεκρούς που δεν είχαν φωνή.
Τα βιβλία του –
«Νικητές στο απόσπασμα – Το Αμάρι στις φλόγες»,
«Άνθρωποι, σαπούνι και λίπασμα»,
«Η Κατοχή δεν μας λύγισε»,
«Αμαριώτες στην Αντίσταση»,
«Πόθος Λευτεριάς»,
«Αντίσταση και Εξορία»,
και τόσα άλλα –
δεν ήταν απλώς ιστορικές καταγραφές.
Ήταν πράξεις δικαίωσης.
Ήταν χρέος που πληρώθηκε.
Γιατί ο Μανόλης πίστευε βαθιά πως η μνήμη είναι πράξη αντίστασης.
Και την υπηρέτησε μέχρι τέλους.
Εγώ όμως πενθώ κάτι βαθύτερο.
Πενθώ έναν συγγενή. Έναν δάσκαλο. Έναν άνθρωπο που με αγάπησε αληθινά, χωρίς όρους.
Και το γράφω με καθαρή καρδιά:
για μένα ο Μανόλης δεν ήταν μόνο όλα αυτά.
Ήταν στενός συγγενής μου, πρώτος εξάδελφος της μητέρας μου.
Η μακαρίτισσα η μάνα μου τον είχε στην ψυχή της.
Με ρωτούσε πάντα, μέχρι το τέλος της ζωής της, με περηφάνια και έγνοια μαζί:
«Τι κάνει παιδί μου ο Μανόλης μας;»
Και μέσα σε αυτή τη φράση χωρούσε όλη η οικογένεια.
Με αγαπούσε πολύ.
Με συμβούλευε σχεδόν καθημερινά, όχι επιβλητικά, αλλά σαν άνθρωπος που θέλει να σε δει να στέκεσαι όρθιος.
Στα πρώτα του δημοσιογραφικά βήματα, έφηβο ακόμη, με πήρε κοντά του στα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» του Γιάννη Χαλκιαδάκη, για να με «εκπαιδεύσει», όπως έλεγε, και «να με κοινωνικοποιήσει».
Δεν με προστάτευσε.
Με έριξε στο βαθύ νερό και έμεινε δίπλα, αθόρυβα.
Με έμαθε να κοιτάζω πίσω από τις λέξεις.
Να μη φοβάμαι τη σύγκρουση.
Να μη διαπραγματεύομαι τη συνείδησή μου.
Και αυτό μου έμεινε.
Του το χρωστώ.
Ήταν πάντα κοντά μου, ακόμη κι όταν δεν το ζητούσα ,αλλά πάντα το επιθυμούσα.
Και στα δύσκολα, στα πολύ δύσκολα, ήταν εκεί.Ένα από τα τελευταία, πρόσφατα, λόγια του προς εμένα θα τα κουβαλώ όσο ζω:
Λίγο πριν φύγει, λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος, έκανε κάτι που σήμερα καταλαβαίνω αλλιώς.
Στην οικογενειακή ομάδα που έχουμε όλοι οι απόγονοι των προγόνων μας, έγραψε ένα σχόλιο για τη γιαγιά μας την Όλγα. Για την ηρωική μάνα και γιαγιά. Για την αδελφή του πατέρα του
Έγραψε:
«Ηρωίδα μάνα και γιαγιά αυτή η Αγία γυναίκα (Όλγα Παντινάκη – Τζουρμπάκη), που με μεγάλους και διαρκείς αγώνες πάλεψε για παιδιά και εγγόνια, αλλά και για τη μνήμη του άνδρα της που εκτέλεσαν οι Γερμανοί το 1943. Αξιοπρεπέστατη. Της αξίζει η θύμιση και συχνή αναφορά.
Και έκλεισε με ένα απλό: «Καλές γιορτές σε όλους».
Σήμερα ξέρω: δεν ήταν απλώς ένα σχόλιο.
Ήταν αποχαιρετισμός.
Ήταν το κύκνειο άσμα του.
Ο Μανόλης δεν μίλησε για τον εαυτό του.
Μίλησε για τη μάνα. Για τη γυναίκα που κράτησε όρθια μια οικογένεια μετά την εκτέλεση. Για την αξιοπρέπεια. Για τη μνήμη.
Για όλα όσα υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή.
Και έτσι έφυγε:
όπως έζησε.
Δείχνοντας προς τα πίσω, για να αντέξουμε μπροστά.
Στην υπόθεση των Τεμπών, όταν η αλήθεια γινόταν βάρος ασήκωτο και η πίεση αφόρητη, ο Μανόλης με στήριζε ψυχολογικά, με ενίσχυε, με κράταγε όρθιο.
Δεν χρειαζόταν πολλά λόγια.
Ήξερε πότε να μιλήσει και πότε να σωπάσει.
Τα παρακάτω λόγια του δεν ειπώθηκαν σε ήρεμες μέρες.
Ειπώθηκαν τότε που η τεχνική μας άποψη αμφισβητούνταν με σφοδρότητα, και επιχειρήθηκε όχι απλώς να αντικρουστεί, αλλά να απαξιωθεί.
Όταν η πίεση ήταν καθημερινή, η στοχοποίηση έντονη και η αλήθεια έπρεπε να αντέξει χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Ο Μανόλης έβλεπε καθαρά. Ήξερε τι σημαίνει να στέκεσαι απέναντι στην εξουσία με μόνο όπλο τα στοιχεία και τη συνείδησή σου.
Δεν με ενθάρρυνε με θόρυβο. Με ενίσχυσε με λόγο ήσυχο, σταθερό, ανθρώπινο.
Και τότε μου είπε(έγραψε):
«Ανηψιέ, είμαι υπερήφανος για σένα,χαίρομαι για τη μέγιστη συμβολή σου στην αποκάλυψη της Camorra, αλλά και για την ευαισθησία σου σε θέματα ιστορικής μνήμης…Συνέχισε μην διαπραγματεύεσαι την συνείδηση σου…”
Αυτή η φράση είναι για μένα παράσημο.
Και ευθύνη.
Ο Μανόλης Παντινάκης ήταν πατέρας της δημοσιογράφου Κατερίνας Παντινάκη, υπεύθυνης ύλης του neakriti.gr, και του δημοσιογράφου Αντώνη Παντινάκη.
Άφησε πίσω του παιδιά, έργο, ήθος και ένα όνομα καθαρό. Ένα όνομα που δεν ντρέπεσαι να το λες.
Δεν έφυγε απλώς ένας άνθρωπος.
Έφυγε μια γενιά που δεν συμβιβάστηκε, που δεν έσκυψε, που δεν αντάλλαξε την αλήθεια με ησυχία.
Ο Μανόλης Παντινάκης δεν πέθανε.
Πέρασε εκεί όπου ανήκουν όσοι υπηρέτησαν την αλήθεια χωρίς εκπτώσεις: στην Ιστορία.
Και από εκεί, είμαι βέβαιος, θα συνεχίσει να μας κοιτάζει αυστηρά.
Αλλά και με εκείνο το ήσυχο βλέμμα που έλεγε πάντα:
«Πρόσεχε. Μην προδώσεις αυτό που ξέρεις»



