Σε μία αποδομητική ανάλυση του κυρίαρχου οικονομικού μοντέλου της Ελλάδας, με επίκεντρο τα σκληρά αριθμητικά δεδομένα της τουριστικής βιομηχανίας, προχώρησε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ (Stanford University) Γιάννης Ιωαννίδης, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του στον δημοσιογράφο Γιώργο Σαχίνη στην εκπομπή «Αντιθέσεις» του τηλεοπτικού σταθμού ΚΡΗΤΗ TV.
Παρουσιάζοντας διεθνείς δείκτες και συγκριτικές κατατάξεις, ο διακεκριμένος επιστήμονας κατέδειξε το βαθύ χάσμα ανάμεσα στους επίσημους πανηγυρισμούς για τα ρεκόρ αφίξεων και στην πραγματική οικονομική απόδοση του κλάδου, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα κατατάσσεται στην 9η θέση παγκοσμίως με 43,3 εκατομμύρια εισερχόμενους τουρίστες, αλλά υποχωρεί στην 96η θέση ως προς το έσοδο ανά επισκέπτη, το οποίο περιορίζεται σε μόλις 545 ευρώ.
Παράλληλα, ο κ. Ιωαννίδης επισήμανε ότι το 80% των εσόδων από τα συμβόλαια μαζικού τουρισμού διαρρέει προς μη ελληνικές εταιρείες, ενώ κρίσιμες υποδομές, παραλίες και ξενοδοχειακές μονάδες περνούν σταδιακά στον έλεγχο ξένων κεφαλαίων, μετατρέποντας τον τουρισμό σε έναν μηχανισμό υποτίμησης και εκποίησης του εγχώριου πλούτου.
Η αντίφαση των αριθμών: 43,3 εκατομμύρια επισκέπτες και η 96η θέση στο έσοδο ανά τουρίστα
Εξετάζοντας τους τομείς στους οποίους η Ελλάδα καταγράφει υψηλές επιδόσεις σε παγκόσμια κλίμακα, ο καθηγητής του Στάνφορντ εντόπισε δύο συγκεκριμένες κατηγορίες: τις στρατιωτικές δαπάνες και τον φθηνό μαζικό τουρισμό.
Παραθέτοντας τα αναλυτικά στατιστικά στοιχεία, εξήγησε τη δυσαναλογία μεγεθών και εσόδων:
«Εισερχόμενοι τουρίστες 43,3 εκατομμύρια. Ένατη θέση παγκόσμια για μία μικρούλα χώρα. Συνολικά έσοδα 23,6 δισεκατομμύρια ευρώ — πέφτουμε λίγο, 21η θέση, αλλά πάμε καλά. 545 ευρώ ανά τουρίστα, 96η, κοντά στον πάτο παγκοσμίως. Και απ’ αυτά τα χρήματα το 80% σε συμβόλαια μαζικού τουρισμού πηγαίνουν σε μη ελληνικές εταιρείες. Πρακτικά μαζικά εκποιούμε τη χώρα αντί πινακείου φακής».
Σύμφωνα με τον κ. Ιωαννίδη, η συγκεκριμένη απόκλιση αποδεικνύει ότι ο τεράστιος όγκος επισκεπτών δεν παράγει ισοδύναμη ευημερία για την ελληνική κοινωνία ούτε ενισχύει ουσιαστικά τα δημόσια έσοδα, καθώς η υπέρμετρη πίεση στους προορισμούς συνδυάζεται με χαμηλή κατά κεφαλήν δαπάνη και διαρροή της υπεραξίας σε διεθνείς τουριστικούς ομίλους και πρακτορεία.
«Δεν ξέρω τι ανήκει πλέον σε Έλληνες» και η διαρροή του εγχώριου πλούτου
Στη συζήτηση τέθηκε ευθέως και το ζήτημα των εκτεταμένων εξαγορών στον τουριστικό τομέα, με τον Γιώργο Σαχίνη να αναφέρεται στη μεταβίβαση ιστορικών ξενοδοχειακών συγκροτημάτων και παραδοσιακών ναυαρχίδων της ελληνικής φιλοξενίας σε ξένα επενδυτικά κεφάλαια.
Απαντώντας στο ερώτημα για το ποιο τμήμα της τουριστικής περιουσίας παραμένει υπό εγχώριο έλεγχο, ο κ. Ιωαννίδης μετέφερε τις προσωπικές του διαπιστώσεις από τις συχνές επισκέψεις του στη χώρα:
«Δεν ξέρω τι ανήκει πλέον σε Έλληνες. Όπου ρωτάω, γιατί έρχομαι στην Ελλάδα πολύ συχνά, και ρωτάω “αυτό τι ωραίο;”, “α, ναι, είναι του Κατάρ”, “ναι, απ’ τα Εμιράτα”, “ναι, είναι από δω, από κει”. Δεν ξέρω τι ανήκει στους Έλληνες πραγματικά που να έχει αξία στην Ελλάδα. Κάποια στιγμή πρέπει να χαρτογραφηθεί αυτό».
Στο ίδιο πλαίσιο, συνέδεσε την τουριστική εξάρτηση με τη μαζική διαρροή επιστημονικού δυναμικού (brain drain), παρατηρώντας με καυστικό τρόπο ότι η χώρα στερείται τις πλέον παραγωγικές της δυνάμεις, καταλήγοντας να λειτουργεί «απλώς ως προορισμός για κάποιους που θέλουν να πεθάνουν ή να έρθουν να κολυμπήσουν στην Ελούντα αφού τελειώσουν την καριέρα τους».
Από το καζίνο του Ελληνικού στην Ακρόπολη: Το αναπτυξιακό υπόδειγμα και οι υποδομές
Η τοποθέτηση του καθηγητή επεκτάθηκε και στη φιλοσοφία των μεγάλων επενδυτικών σχεδίων στον τουριστικό και αστικό ιστό, φέρνοντας ως παράδειγμα το μοντέλο του Ελληνικού, όπου η κατασκευή ουρανοξύστη συνδέεται με τη δημιουργία καζίνο:
«Υπάρχει ένας ουρανοξύστης ο οποίος συνοδεύει ένα καζίνο… Θα συναγωνιστούμε τη Μανίλα; Ξέρετε πόσα καζίνο έχει η Μανίλα; Θα έρθει κάποιος στην Ελλάδα για να παίξει στο καζίνο του Ελληνικού; Αυτό είναι το όραμα της Ελλάδας; Κάποια πλούσια διαμερίσματα και ένα καζίνο το οποίο η επιδημιολογική βιβλιογραφία δείχνει ότι ουσιαστικά οδηγεί συνήθως σε φτωχοποίηση του πληθυσμού; […] Θέλουμε να τραβήξουμε περισσότερους εμίρηδες απ’ το Κατάρ να παίρνουν περισσότερες παραλίες, ναυάγια, δεν ξέρω τι, στο Ιόνιο;»
Παράλληλα, αντιπαρέβαλε τη λογική αυτή με τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και κορυφαίων μνημείων όπως ο ιερός βράχος της Ακρόπολης, σχολιάζοντας ότι η πολιτεία αντιμετωπίζει το παρελθόν της με όρους άμεσης εμπορευματοποίησης: «δείχνουν μια χώρα η οποία αδιαφορεί για το παρελθόν της, εκτός αν μπορεί να το πουλήσει σε φθηνή τιμή και γρήγορα να το ξεπουλήσει σε φθηνή τιμή και γρήγορα, χωρίς αισθητική, χωρίς ηθική, χωρίς αίσθηση συνέχειας».
Στο ίδιο πνεύμα, ο κ. Ιωαννίδης αναφέρθηκε στην πραγματικότητα των μεταφορικών δικτύων στην περιφέρεια, επικαλούμενος τη διαδρομή από τον Άγιο Νικόλαο προς το Ηράκλειο στον Βόρειο Οδικό Άξονα Κρήτης (ΒΟΑΚ), όπου οι καθυστερήσεις, οι διαρκείς εκτροπές κυκλοφορίας και οι αλλεπάλληλες τελετές εγκαινίων επί δεκαετίες αποτυπώνουν την απόσταση ανάμεσα στην επικοινωνιακή διαχείριση και στην πραγματική κατάσταση των υποδομών που εξυπηρετούν επισκέπτες και πολίτες.



