Σε εξέλιξη βρίσκεται συγκέντρωση στον Καρτερό ενάντια στη δημιουργία εκεί προσωρινής δομής φιλοξενίας μεταναστών και προσφύγων. Η συγκέντρωση είναι αρκετά μεγάλη, αλλά φαίνεται ότι μεταξύ των συμμετεχόντων είναι και κάποιοι άνθρωποι που δεν είναι τόσο φιλικοί ως προς το πολίτευμα της Δημοκρατίας.
Σε βίντεο που αναρτήθηκε στη σελίδα Foto.kik μιλά μία γιαγιά η οποία ζητά να πάνε τους μετανάστες στον Κουλέ ή στη Γυάρο, όπως παλιότερα με κάποιους “πατριώτες που είχαν ένα πιστεύω” ενώ νοσταλγεί τη Χούντα, τότε που “όποιος μιλούσε, έβρισκε τον μπελά του, αλλά όποιος κοιτούσε τη δουλειά του και δεν μιλούσε, ζούσε πλουσιοπάροχα, ήταν στο σπίτι του και δεν φοβόταν τίποτα”.
Διαβάστε τι αναφέρει:
«Πώς τα βλέπω τα πράγματα; Δύσκολα. Πολύ δύσκολα…
Εμένα ένα πράγμα με στενοχωρεί πάντα σαν Ελληνίδα. Τους κακομοίρηδες, τους πατριώτες που είχαν ένα “πιστεύω” τους πήγαν στη Γυάρο, κι επαέ πρέπει να τους έχουν κοσμικά στη μέση – μέση; Ντροπή τους! Ντροπή και στον κύριο Αυγενάκη και στον κύριο Πλεύρη που επαναστάτησαν για να τα κάνουν εδώ.
Εμάς που έχουμε οικογένεια, παιδιά που δουλεύουν σαν τα σκυλιά μέρα-νύχτα; Όλα για τα λεφτά, όλα για τις τσέπες τους! Τίποτα απολύτως δεν τους ενδιαφέρει.
Εγώ είμαι 75 χρονών, πόσο θα ζήσω ακόμη; Τα εγγόνια μου όμως δεν σπουδάζουν για να φύγουν μετά στο εξωτερικό, όπως έφυγαν ήδη δικά μου παιδιά από την οικογένεια. Για να μην πω για τον άλλον που δούλευε τόσα χρόνια στο ΠΑΓΝΗ ως γιατρός και σήμερα βρίσκεται αναγκαστικά στο εξωτερικό. Άστα, έχω μεγάλη στενοχώρια. Αν δεν φύγουν τούτοι δω; Και ποιοι θα έρθουν μετά; Τα ίδια θα είναι, οι ίδιοι είναι όλοι τους. Αλλά τούτοι δω το έχουν παρακάνει.»
Πόσες φορές την ημέρα καταντάμε να λέμε “ρε, μια Χούντα που σας χρειάζεται”; Πόσες φορές την ημέρα το λέμε! Γιατί τότε, όποιος μιλούσε, έβρισκε τον μπελά του, αλλά όποιος κοιτούσε τη δουλειά του και δεν μιλούσε, ζούσε πλουσιοπάροχα, ήταν στο σπίτι του και δεν φοβόταν τίποτα.
«Έλα να σου πω εγώ: είμαι καρκινοπαθής χρόνια και πληρώνω 72 ευρώ κάθε τρεις μήνες στο ΠΑΓΝΗ, μόνο και μόνο για να δει ο γιατρός τις εξετάσεις μου! 72 ευρώ! Το πρωί, σου λέει, είναι μόνο για άλλες περιπτώσεις.»
Δούλευα μια ζωή για να μου δώσουν 650 ευρώ σύνταξη, που δεν μου φτάνει ούτε για τα φάρμακά μου. Γιατί αν δεν πάω σε ιδιώτη έξω, χάθηκα. Χάθηκες, και αναγκαστικά πληρώνεις. Στο δημόσιο νοσοκομείο σου λένε “έλα για ραντεβού μετά από 5 μήνες”, δηλαδή όταν θα έχεις ψοφήσει πια.
Το πιο σωστό είναι —που το έγραφα και χθες— να τσι πάρουν, να τσι πάνε στον Κούλε να καθίσουν, ή να τσι φορτώσουν σαν τα καράβια να πάνε κατευθείαν στη Γυάρο, να μπουν κι αυτοί μέσα! Α μπράβο, να πάνε όλοι μαζί εκεί πέρα, να ησυχάσουμε. Αυτά παιδιά, από δω, από το Ηράκλειο.»



