Η διαφορετική στρατηγική μεταξύ των αγροτών της ηπειρωτικής χώρας και της ηγεσίας στην Κρήτη αναδεικνύει ένα χάσμα που εξυπηρετεί τελικά μόνο την αποδυνάμωση του διεκδικητικού πλαισίου.
Παρατηρώντας τις εξελίξεις στο αγροτικό μέτωπο και συγκρίνοντας τη στάση της ηγεσίας των αγροτοκτηνοτρόφων της ηπειρωτικής Ελλάδας με την αντίστοιχη της Κρήτης, προκύπτει αβίαστα ένα συναίσθημα μελαγχολίας. Δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο διαφορετικές στρατηγικές, που αντί να συγκλίνουν για την επίλυση κοινών προβλημάτων, φαίνεται να αποκλίνουν επικίνδυνα, υπονομεύοντας τη δυναμική του κλάδου.
Η στρατηγική της «πάνω Ελλάδας»: Ενότητα και ωριμότητα
Στην ηπειρωτική Ελλάδα, η πλειονότητα των αγροτοκτηνοτρόφων φαίνεται να έχει αντιληφθεί το διακύβευμα. Συσπειρωμένοι και μαχητικοί, διεκδικούν το δίκιο τους με δυναμισμό, αλλά και με στρατηγική ωριμότητα. Έχουν κατανοήσει πως ο αγώνας δεν πρέπει να στρέφει την κοινωνία εναντίον τους, αλλά να την καθιστά σύμμαχο.
Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι η πολιτική αντίληψη που διέπει τις κινήσεις τους: αγωνίζονται για αιτήματα που αφορούν το σύνολο του πρωτογενούς τομέα και το μέλλον της υπαίθρου. Αναγνωρίζουν ότι η ισχύς βρίσκεται στην ένωση και όχι στη διάσπαση. Έχουν συνειδητοποιήσει —με ελάχιστες εξαιρέσεις «προθύμων»— ότι είτε θα νικήσουν όλοι μαζί, είτε θα ηττηθούν όλοι μαζί. Κατανοούν ότι η δικαίωση για τα επιμέρους τοπικά ζητήματα θα έρθει μόνο αν ενταχθούν στο ευρύ πλαίσιο διεκδικήσεων, όταν το κίνημα είναι ισχυρό και ενιαίο.
Το ρήγμα της Κρήτης και οι αθετημένες υποσχέσεις
Στον αντίποδα, η εικόνα που εκπέμπει η συνδικαλιστική ηγεσία στην Κρήτη προκαλεί προβληματισμό. Σε μια κρίσιμη συγκυρία, επέλεξαν να σπάσουν το ενιαίο μέτωπο των πανελλαδικών κινητοποιήσεων και να προσέλθουν μεμονωμένα σε διάλογο με την κυβέρνηση. Το αποτέλεσμα αυτής της τακτικής είναι πλέον ορατό: όπως παραδέχονται και οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του κλάδου (χαρακτηριστική η δήλωση Τριανταφυλλάκη), οι υποσχέσεις του Υπουργείου δεν τηρήθηκαν και τα συμφωνηθέντα παρέμειναν γράμμα κενό.
Το παράδοξο, ωστόσο, δεν είναι η αθέτηση των υποσχέσεων —μια πρακτική ίσως αναμενόμενη— αλλά η αντίδραση της τοπικής ηγεσίας μετά από αυτήν. Αντί να αναγνωρίσουν το σφάλμα της διάσπασης, στρέφουν τα βέλη τους προς τους συναδέλφους τους στην υπόλοιπη Ελλάδα που συνεχίζουν τον αγώνα.
Η υιοθέτηση του κυβερνητικού αφηγήματος
Είναι τουλάχιστον οξύμωρο, αν όχι θλιβερό, οι εκπρόσωποι των Κρητικών αγροτών να κατηγορούν τους αγωνιζόμενους συναδέλφους τους ότι εφευρίσκουν «προσχήματα» για να αποφύγουν τον διάλογο. Με τη στάση αυτή, υιοθετούν ουσιαστικά το κυβερνητικό αφήγημα, αγνοώντας ότι η κυβέρνηση διαμόρφωσε τους όρους ενός διαλόγου κομμένου και ραμμένου στα μέτρα της, διαχωρίζοντας τους αγρότες σε «συνεργάσιμους» και «αδιάλλακτους» για επικοινωνιακούς λόγους.
Η κορύφωση αυτής της τακτικής αποτυπώνεται σε πρόσφατες ανακοινώσεις, όπου δηλώνεται η άρνηση συμμετοχής των Κρητικών αγροτοκτηνοτρόφων στον διάλογο, όχι ως ένδειξη αλληλεγγύης προς το πανελλαδικό κίνημα, αλλά ως κίνηση «ξεμπροστιάσματος» του. Μάλιστα, υψώνεται ένα τείχος προστασίας γύρω από τις επιλογές τους, βαφτίζοντας κάθε κριτική προς αυτούς ως «στοχοποίηση της Κρήτης».
Η ανάγκη για αυτοκριτική και ενότητα
Δεν είναι αργά για ανασύνταξη και αυτοκριτική. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι τα προβλήματα στην Κρήτη είναι πολλά, έχουν ιδιαιτερότητες και συχνά είναι εντονότερα από την υπόλοιπη χώρα. Όμως, αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που οι Κρητικοί αγροτοκτηνοτρόφοι θα έπρεπε να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του κοινού αγώνα και όχι να επιτίθενται σε εκείνους που, με την επιμονή τους, προσπαθούν να πετύχουν νίκες.
Τα οφέλη από μια ενδεχόμενη επιτυχία του πανελλαδικού αγώνα θα τα καρπωθεί και η Κρήτη. Η εσωστρέφεια και η διάσπαση δεν ωφέλησαν ποτέ κανέναν, παρά μόνο εκείνους που επιθυμούν έναν αποδυναμωμένο και κατακερματισμένο αγροτικό κόσμο.
Και αυτοί σίγουρα δεν είναι οι αγροτοκτηνοτρόφοι…



