Σε μία περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα βιώνει μία άνευ προηγουμένου δημογραφική συρρίκνωση, με τις γεννήσεις να υποχωρούν στο ιστορικό χαμηλό των 67.000 και τους θανάτους να υπερτερούν συντριπτικά σε εθνική κλίμακα, η Κρήτη —και ιδιαιτέρως ο νομός Χανίων— καταγράφει αξιοσημείωτες αντιστάσεις.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της εκτενούς έρευνας του αφυπηρετήσαντος καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), Βύρωνα Κοτζαμάνη, τρεις από τους τέσσερις νομούς του νησιού (Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο) συγκαταλέγονται στις ελάχιστες περιοχές της ελληνικής επικράτειας που διατήρησαν θετικό φυσικό ισοζύγιο το 2024, καταγράφοντας περισσότερες γεννήσεις από θανάτους.
Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο ερευνητής αναλύει τους παράγοντες που διατηρούν τη δημογραφική δυναμική της Κρήτης ενεργή, σε πλήρη αντιδιαστολή με την ηπειρωτική χώρα όπου καταγράφονται έως και σχεδόν τριπλάσιοι θάνατοι ανά γέννηση.
Η εξαίρεση των Χανίων και της Κρήτης: Περισσότερες γεννήσεις από θανάτους
Ενώ σε πανελλαδικό επίπεδο η αναλογία θανάτων ανά 100 γεννήσεις διπλασιάστηκε ανάμεσα στο 2009 και το 2024 —εκτινασσόμενη από τους 92 θανάτους στους 184 ανά 100 γεννήσεις—, η περιφερειακή χαρτογράφηση αποκαλύπτει βαθιές γεωγραφικές ανισότητες.
Στον αντίποδα της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπου σε δεκαεπτά νομούς σημειώθηκαν από 175 έως 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, η Κρήτη προβάλλει ως ισχυρός θύλακας ανθεκτικότητας.
Όπως επισημαίνει ο κ. Κοτζαμάνης, τα Χανιά, το Ρέθυμνο, το Ηράκλειο, τα Δωδεκάνησα και η Ξάνθη αποτελούν τις μοναδικές ενότητες της χώρας που είχαν και το 2024 ευνοϊκό ισοζύγιο, με τον σχετικό λόγο να διαμορφώνεται κάτω του 100:
«Αν λάβουμε υπόψη και τις μεταβολές της θνησιμότητας και δημιουργήσουμε τον λόγο θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, θα διαπιστώσουμε πως ενώ το 2009 αντιστοιχούσαν στη χώρα μας 92 θάνατοι σε 100 γεννήσεις, το 2024 αντιστοιχούν πλέον 184. Σε περιφερειακό όμως επίπεδο ο δείκτης αυτός το 2024 κυμαίνεται από 79 έως 276. Τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις από τις τέσσερις νομούς της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο) είχαν και το 2024 λιγότερους θανάτους από γεννήσεις (λόγος <100)».
Η διαφορά αυτή καθίσταται χαώδης αν συγκριθεί με νομούς όπως των Τρικάλων, της Αρκαδίας, του Κιλκίς, της Καρδίτσας, της Άρτας, της Ευρυτανίας, της Φωκίδας, των Γρεβενών και των Σερρών, όπου αντιστοιχούν πλέον δύο ή και περισσότεροι θάνατοι σε κάθε μία γέννηση.
Η επίδοση αυτή έχει άμεση επίδραση και στη συνολική πληθυσμιακή εξέλιξη: σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ, οι περιοχές με δείκτη χαμηλότερο του 125/100, στις οποίες εντάσσονται τα Χανιά και η Κρήτη, παρουσίασαν από το 2009 έως το 2025 περιορισμένη μόνο μείωση ή ακόμη και μικρή αύξηση πληθυσμού, όταν οι νομοί με αναλογία άνω του 175/100 είδαν τον πληθυσμό τους να συρρικνώνεται κατά περισσότερο από 10%.
Γιατί αντέχουν τα Χανιά και η μεγαλόνησος: Συγκράτηση νέων και νεανική σύνθεση
Απαντώντας στο ερώτημα για τους λόγους που διαφοροποιούν τη δημογραφική συμπεριφορά της Κρήτης και των Χανίων έναντι της υπόλοιπης χώρας, ο κ. Κοτζαμάνης εξηγεί ότι το ισοζύγιο κάθε ενότητας προσδιορίζεται κατά βάση από δύο μεγέθη: το πλήθος των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας (25-45 ετών) σε συνδυασμό με την τελική τους γονιμότητα, και το ποσοστό των ατόμων τρίτης ηλικίας (65 ετών και άνω) σε συνδυασμό με τις πιθανότητες θανάτου.
Στη βάση αυτών των παραμέτρων, ο καθηγητής εξηγεί τους μηχανισμούς που προστατεύουν την περιοχή:
«Οι νομοί που είχαν λιγότερους θανάτους από γεννήσεις χαρακτηρίζονται τόσο από ηπιότερη μείωση των γεννήσεων και ηπιότερους ρυθμούς αύξησης των ηλικιωμένων τους όσο και από πολύ νεανικότερους πληθυσμούς, καθώς συγκράτησαν ένα μεγάλο τμήμα των νέων τους ενώ προσέλκυσαν και άλλους, τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό».
Η δυνατότητα των Χανίων και των άλλων νομών της Κρήτης να διατηρήσουν τη νεανική τους βάση, αποτρέποντας τη μαζική φυγή του παραγωγικού πληθυσμού και λειτουργώντας ως πόλος έλξης εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης, λειτούργησε ως ασπίδα απέναντι στην ταχεία δημογραφική γήρανση που σαρώνει την ηπειρωτική επικράτεια.
Η πανελλαδική καθίζηση: Από τις 148.000 γεννήσεις στις 67.000 και τα αρνητικά ισοζύγια
Η τοπική ανθεκτικότητα της Κρήτης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν ενταχθεί στο ευρύτερο εθνικό πλαίσιο. Από το 1950 και έπειτα, η γεννητικότητα στη χώρα διέγραψε σταθερά πτωτική πορεία: από τις 148.000 γεννήσεις κατά μέσο όρο τη διετία 1979-1980, η Ελλάδα υποχώρησε στις μόλις 67.000 τη διετία 2024-2025. Παράλληλα, η μέση ηλικία απόκτησης παιδιών αυξήθηκε κατά σχεδόν έξι έτη, ανεβαίνοντας από τα 26,2 στα 32,2 έτη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΔΕΜ, η πτώση αυτή —η οποία ανακόπηκε προσωρινά μόνο την περίοδο 2003-2009 λόγω της μαζικής εισόδου αλλοδαπών μετά το 1990— αποδίδεται στην κατάρρευση της διαγενεακής γονιμότητας. Ενώ οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο 2,0 παιδιά, όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985 απέκτησαν λιγότερα από 1,5. Αντίστοιχα, οι ετήσιοι δείκτες γονιμότητας περιορίστηκαν από 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-1980 σε μόλις 1.240 το 2024-2025.
Η παράλληλη αύξηση των θανάτων μετέτρεψε τα φυσικά ισοζύγια σε σταθερά αρνητικά μετά το 2010:
-
1971-1980: Πλεόνασμα 638.000 περισσότερων γεννήσεων από θανάτους.
-
1981-1990: Το πλεόνασμα περιορίζεται στις 276.000.
-
1991-2000: Το θετικό ισοζύγιο συρρικνώνεται στις μόλις 22.000.
-
2011-2020: Καταγράφονται 267.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις.
-
2021-2025: Το έλλειμμα εκτοξεύεται στις 290.000.
Την τελευταία δεκαπενταετία (2009-2024), οι γεννήσεις στη χώρα κατέρρευσαν κατά 42%, υποχωρώντας από τις 117.440 στις 68.310. Σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας (Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα) η πτώση ξεπέρασε το 50%, ενώ σε νησιωτικές ζώνες η μείωση συγκρατήθηκε κάτω από το 30% (στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο κάτω από 15%).
Καθοριστικός παράγοντας υπήρξε η μείωση του αριθμού των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών κατά σχεδόν 480.000 (-28%), εξέλιξη που οφείλεται αφενός στη μείωση των γεννήσεων μετά το 1980 και αφετέρου στο αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο των νέων μετά το 2010.
Προβολές για το 2045-2060: Προ των πυλών το νέο κύμα συρρίκνωσης
Προειδοποιώντας για τη μακροπρόθεσμη δυναμική του φαινομένου, ο κ. Κοτζαμάνης υπογραμμίζει ότι η πρόσφατη πτώση των γεννήσεων (-42%) υπήρξε πολύ εντονότερη από εκείνη της δεκαετίας του 1980, όταν οι γεννήσεις είχαν μειωθεί κατά 31% (από 148.000 το 1980 σε 102.000 το 1990).
Παράλληλα, εκτιμά ότι η χώρα βρίσκεται μπροστά σε μία τρίτη αναπόφευκτη περίοδο υποχώρησης:
«Μια τρίτη δε περίοδος σημαντικής σχετικά μείωσης (-15%) σε όλα τα σενάρια εξέλιξης της γονιμότητας και της θνησιμότητας αναμένεται εκ νέου ανάμεσα στο 2045 και το 2060, καθώς την περίοδο αυτή θα φθάσουν σε αναπαραγωγική ηλικία οι γεννηθέντες το 2010-2029 που υπολείπονται κατά 450 χιλιάδες των αντίστοιχων της εικοσαετίας 1990-2009».



