Το ζήτημα της διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας και του κοινωνικού χαρακτήρα των εμβληματικών τοποσήμων έρχεται εκ νέου στο προσκήνιο στα Χανιά, μετά τις έντονες επικρίσεις που διατύπωσε η αντιπολίτευση για το κόστος μίσθωσης των καταστημάτων στη Δημοτική Αγορά.
Οι δημοτικοί σύμβουλοι της Λαϊκής Συσπείρωσης, Χαράλαμπος Λουτσέτης και Μιλτιάδης Κλωνιζάκης, με επίσημη ανακοίνωσή τους, καυτηριάζουν τα αποτελέσματα των πρόσφατων δημοπρασιών, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο αλλοίωσης του παραδοσιακού και λαϊκού χαρακτήρα του μνημείου.
Η παράταξη καλεί τη δημοτική αρχή να παρέμβει άμεσα για τον επανακαθορισμό των τιμών, θέτοντας το δίλημμα ανάμεσα στην επιδίωξη του μέγιστου οικονομικού εσόδου και την εξυπηρέτηση των αναγκών των τοπικών παραγωγών και καταναλωτών.
Τα οικονομικά δεδομένα της δημοπρασίας και οι «τιμές Μυκόνου»
Η πρόσφατη κατακύρωση των ελεύθερων χώρων της Δημοτικής Αγοράς Χανίων αποκάλυψε μια εξαιρετικά υψηλή οικονομική αποτίμηση για τα διαθέσιμα τετραγωνικά μέτρα, προκαλώντας τριβές στο Δημοτικό Συμβούλιο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσαν στη δημοσιότητα οι δύο δημοτικοί σύμβουλοι, η διαδικασία οδήγησε σε μισθώματα που θεωρούνται δυσανάλογα για το μέγεθος των εμπορικών μονάδων.
Στην ανακοίνωσή τους, οι κ.κ. Λουτσέτης και Κλωνιζάκης αναφέρουν χαρακτηριστικά:
«Τα 9 καταστήματα που κατακυρώθηκαν νοικιάστηκαν από 2.750 έως 6.300 ευρώ τον μήνα, για καταστήματα 14 έως 25 τετραγωνικών μέτρων. Στα 6.300 ευρώ τον μήνα κατακυρώθηκε ένα μαγαζί 25 τετραγωνικών — νούμερο που δεν περιγράφει αγορά για τον Χανιώτη, αλλά αγορά για “παχιά πορτοφόλια”»
Η εξέλιξη αυτή σχολιάστηκε έντονα και από τα τοπικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία έκαναν λόγο για «τιμές Μυκόνου», αποτυπώνοντας την ανησυχία ότι η Δημοτική Αγορά μετατρέπεται σε έναν χώρο που απομακρύνεται από την καθημερινή οικονομική πραγματικότητα των μόνιμων κατοίκων.
Οι προτάσεις για πλαφόν και η προστασία των παλαιών μαγαζατόρων
Προκειμένου να αποτραπεί η πλήρης εμπορευματοποίηση του χώρου, η Λαϊκή Συσπείρωση κατέθεσε μια δέσμη προτάσεων προς τη δημοτική αρχή, ζητώντας τη λήψη προστατευτικών μέτρων. Η κύρια ανησυχία της παράταξης εστιάζεται στην πιθανότητα οι εξωπραγματικές αυτές τιμές να συμπαρασύρουν το σύνολο των μισθωμάτων, πλήττοντας τόσο τα καταστήματα που δεν έχουν ακόμη δημοπρατηθεί όσο και τις ιστορικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν επί δεκαετίες στην Αγορά.
Στο πλαίσιο αυτό, η αντιπολίτευση ζητά από τον Δήμο Χανίων «να επανακαθορίσει προς τα κάτω τις τιμές ζώνης, τόσο για τα καταστήματα που δεν δημοπρατήθηκαν όσο και για τα ενοίκια των παλιών μαγαζατόρων, ώστε να μη συμπαρασυρθούν από τις εξωπραγματικές τιμές της δημοπρασίας». Παράλληλα, προτείνεται η επιβολή ενός ανώτατου ορίου (πλαφόν) στις τιμές, το οποίο θα λειτουργήσει ως εγγύηση για τη διατήρηση του λαϊκού και παραδοσιακού χαρακτήρα της Αγοράς, διασφαλίζοντας ότι αυτή θα συνεχίσει να εξυπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες των Χανιωτών.
Νομοθετικά εργαλεία και κοινωνικά κριτήρια για τους μικρούς παραγωγούς
Η παρέμβαση των δημοτικών συμβούλων επεκτείνεται και στο θεσμικό επίπεδο, υποδεικνύοντας συγκεκριμένα νομικά εργαλεία που επιτρέπουν στον Δήμο να ασκήσει κοινωνική πολιτική μέσω της ακίνητης περιουσίας του. Η Λαϊκή Συσπείρωση υποστηρίζει ότι η δημόσια περιουσία οφείλει να υπηρετεί έναν ευρύτερο κοινωνικό σκοπό και να μην αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μέσο άντλησης οικονομικών εσόδων.
Συγκεκριμένα, προτείνεται η διάθεση μέρους των κενών καταστημάτων με κοινωνικά κριτήρια, με ιδιαίτερη μέριμνα για τους μικρούς παραγωγούς της περιοχής. Για την υλοποίηση αυτής της πρότασης, οι κ.κ. Λουτσέτης και Κλωνιζάκης καλούν τη δημοτική αρχή να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που παρέχει η υφιστάμενη νομοθεσία, και ειδικότερα το άρθρο 192 του νόμου 3463/2006 σε συνδυασμό με τον νόμο 4555/2018. Οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν την απευθείας εκμίσθωση ή την παραχώρηση δημοτικών ακινήτων με μειωμένο μίσθωμα και χωρίς τη διενέργεια δημοπρασίας, παρέχοντας μια θεσμική διέξοδο για την προστασία των τοπικών παραγωγικών δυνάμεων.



