Η δημόσια συζήτηση γύρω από το καθεστώς διαχείρισης, την προστασία και την οικονομική εκμετάλλευση των προστατευόμενων φυσικών περιοχών στην Ελλάδα αποκτά νέα δυναμική με αφορμή την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ μικρού μήκους «Εθνικός Δρυμός προς Πώληση».
Εστιάζοντας στον Εθνικό Δρυμό της Σαμαριάς στην Κρήτη, η έρευνα εξετάζει τη σταδιακή διαμόρφωση του σύγχρονου μοντέλου λειτουργίας του και τις προεκτάσεις του για το σύνολο των οικοσυστημάτων της χώρας. Μέσα από τη σύνθεση προσωπικών μαρτυριών, ιστορικού αρχειακού υλικού και νομοθετικής ανάλυσης, η παραγωγή αναδεικνύει τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη διατήρηση της φύσης και την τουριστική αξιοποίηση, θέτοντας το ερώτημα αν η Σαμαριά αποτελεί το προσχέδιο για ανάλογες παρεμβάσεις στην Πάρνηθα και τον Όλυμπο.
Η ιστορική μνήμη και η περιβαλλοντική αξία του οικοσυστήματος

Το Φαράγγι της Σαμαριάς κατέχει μια μοναδική θέση στην περιβαλλοντική και κοινωνική ιστορία της Κρήτης, αποτελώντας ένα πεδίο όπου η φυσική απομόνωση συναντά την ανθρώπινη δραστηριότητα ανά τους αιώνες.
Η γεωμορφολογία της περιοχής διαμόρφωσε ένα ιδιαίτερο καταφύγιο, το οποίο λειτούργησε διαχρονικά ως ορμητήριο ελευθερίας για ανθρώπους που διώκονταν ή συμμετείχαν στην αντίσταση κατά τη διάρκεια διαφορετικών ιστορικών περιόδων.
Παράλληλα, αποτελεί τη μοναδική περίπτωση φαραγγιού στον ελλαδικό χώρο που εμφάνισε συστηματική κατοίκηση από την αρχαιότητα έως και τον 20ό αιώνα. Η μακρά αυτή οικιστική συνέχεια διακόπηκε οριστικά με την ίδρυση του Εθνικού Δρυμού, η οποία συνοδεύτηκε από την αναγκαστική απαλλοτρίωση των περιουσιών των μόνιμων κατοίκων του.
Σήμερα, η περιοχή έχει μεταβληθεί σε έναν από τους δημοφιλέστερους ορεινούς τουριστικούς προορισμούς της χώρας, γεγονός που προκαλεί νέες πιέσεις στο τοπικό οικοσύστημα.
Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά στο σημείωμα της κινηματογραφικής ομάδας:
«Το Φαράγγι της Σαμαριάς αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δασικά οικοσυστήματα της Κρήτης, με σπάνια βιοποικιλότητα και ξεχωριστή ιστορική σημασία. […] Σήμερα, η Σαμαριά αποτελεί έναν από τους δημοφιλέστερους ορεινούς προορισμούς της χώρας. Ωστόσο, η αυξανόμενη τουριστική αξιοποίησή της γεννά ερωτήματα για το πώς ισορροπούν η προστασία της φύσης, η ιστορική μνήμη και η οικονομική εκμετάλλευση ενός τόσο ιδιαίτερου τόπου.»
Το εισιτήριο εισόδου και η επέκταση του μοντέλου στην υπόλοιπη Ελλάδα

Η βασική αφορμή για τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ εντοπίζεται σε μια θεσμική ιδιαιτερότητα της Σαμαριάς, η οποία πλέον τείνει να απωλέσει τον αποκλειστικό της χαρακτήρα.
Μέχρι πρόσφατα, το φαράγγι αποτελούσε τον μοναδικό Εθνικό Δρυμό στην ελληνική επικράτεια που προϋπέθετε την καταβολή αντιτίμου (εισιτηρίου) για την είσοδο των επισκεπτών. Η πρακτική αυτή, ωστόσο, φαίνεται ότι αποτελεί τον οδηγό για τη διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής σε εθνικό επίπεδο, καθώς ανάλογοι σχεδιασμοί και συζητήσεις βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη για εμβληματικούς δρυμούς της ηπειρωτικής χώρας, όπως ο Όλυμπος και η Πάρνηθα.
Οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ υπογραμμίζουν τη σκοπιμότητα της παρέμβασής τους, συνδέοντάς την με την τρέχουσα συγκυρία:
«Αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε αυτό το ντοκιμαντέρ με αφορμή το γεγονός πως η Σαμαριά είναι ο μοναδικός Εθνικός Δρυμός της Ελλάδας με εισιτήριο εισόδου, αλλά και επειδή αντίστοιχες συζητήσεις και σχεδιασμοί αναπτύσσονται πλέον και για άλλους εθνικούς δρυμούς, όπως η Πάρνηθα και ο Όλυμπος. Μέσα από αυτή την έρευνα επιχειρούμε να συμβάλουμε σε έναν ευρύτερο διάλογο για το μέλλον των προστατευόμενων περιοχών σε μια περίοδο που το φυσικό περιβάλλον δεν αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό αγαθό αλλά ως πηγή κέρδους και εμπόρευμα.»
Η ταυτότητα της παραγωγής και η ερευνητική μεθοδολογία
Το ντοκιμαντέρ επιχειρεί να προσεγγίσει το ζήτημα σφαιρικά, συνδυάζοντας την επιστημονική τεκμηρίωση με τις βιωματικές αναφορές των ανθρώπων της περιοχής.
Η έρευνα, η κινηματογράφηση και η συνολική παραγωγή υλοποιήθηκαν από κοινού από τον Ίωνα Ευθυμίου και τον Παναγιώτη Κυριακάκη, οι οποίοι εστίασαν στην καταγραφή των μεταβολών που έχει επιφέρει το υφιστάμενο νομικό και διαχειριστικό καθεστώς.
Το ακουστικό περιβάλλον της ταινίας επενδύθηκε με πρωτότυπη μουσική σύνθεση του Μανόλη Ανδρουλιδάκη, με τον Άγγελο Μαθιουλάκη να ερμηνεύει τα μέρη της κρητικής λύρας, προσδίδοντας την απαραίτητη τοπική αναφορά στο ηχητικό αποτέλεσμα. Την αφήγηση και την καθοδήγηση του θεατή μέσα από το αρχειακό υλικό και τις μαρτυρίες των ντόπιων έχει αναλάβει ο Δημήτρης Βελέντζας, διατηρώντας έναν σταθερό ρυθμό στη ροή των πληροφοριών και των ιστορικών ντοκουμέντων.
Δείτε το εδώ:



