Με μια συγκινητική τελετή μνήμης στους Λάκκους Κυδωνίας, κάτοικοι και φορείς τίμησαν τους 31 εκτοπισθέντες στο στρατόπεδο Μαουτχάουζεν. Το διαρκές αίτημα για ιστορική δικαιοσύνη και το βάρος του διαγενεακού τραύματος στο επίκεντρο των ομιλιών.
Στη σκιά των Λευκών Ορέων, εκεί όπου η συλλογική μνήμη παραμένει το ισχυρότερο ανάχωμα απέναντι στη λήθη, τιμήθηκε το πρωί της Κυριακής, 15 Φεβρουαρίου 2026, η 82η επέτειος από το «Μπλόκο του Φλεβάρη» του 1944. Η εκδήλωση, που πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Ναό του Αγίου Αντωνίου στους Λάκκους, δεν αποτέλεσε έναν τυπικό φόρο τιμής, αλλά μια υπενθύμιση της βαριάς κληρονομιάς που φέρει ο τόπος στον αντιφασιστικό αγώνα.
Το χρονικό της θηριωδίας: Η νύχτα που «πάγωσε» τη ρίζα







Την κεντρική ομιλία έκανε η γιατρός και συγγραφέας Πηνελόπη Ντουντουλάκη. Ήταν τα ξημερώματα της 10ης Φεβρουαρίου 1944, ημέρα της εορτής του Αγίου Χαραλάμπους, όταν οι ναζιστικές δυνάμεις κύκλωσαν ασφυκτικά τα χωριά της ρίζας: Θέρισο, Μεσκλά, Ζούρβα και Λάκκους. Όπως περιέγραψε στην κεντρική ομιλία της, η επιχείρηση ήταν μια αποτρόπαιη πράξη εκδίκησης ενός «θηρίου που ψυχορραγούσε», ως απάντηση στην ηρωική αντίσταση του κρητικού λαού που είχε ξεκινήσει από τον Μάιο του 1941.
Οι μαρτυρίες που παρατέθηκαν συγκλόνισαν τους παρευρισκόμενους. Συνολικά 31 άνδρες από τους Λάκκους, ο «ανθός» του χωριού, συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν στην Αυστρία. Από αυτούς, οι 23 δεν επέστρεψαν ποτέ.
Η «ορφάνια» και το διαγενεακό τραύμα









Η εκδήλωση έστρεψε το βλέμμα και στις «αφανείς ηρωίδες» της Κρήτης: τις συζύγους, τις μητέρες και τις αδελφές που έμειναν πίσω για να σηκώσουν τον «σταυρό του μαρτυρίου». Σε μια κοινωνία που αποδεκατίστηκε από τον ανδρικό πληθυσμό της, οι γυναίκες αυτές κλήθηκαν να μεγαλώσουν παιδιά μέσα στην πείνα, την ορφάνια και τον φόβο, διατηρώντας ωστόσο άσβεστη τη φλόγα της αξιοπρέπειας.
Ο όρος «διαγενεακό τραύμα» βρήκε την απόλυτη έκφρασή του στις αφηγήσεις για τη σιωπή των επιζησάντων. Όπως σημείωσε η Πηνελόπη Ντουντουλάκν, οι ελάχιστοι που επέστρεψαν —μόλις πέντε άτομα— σπάνια μιλούσαν για τα όσα ανείπωτα βίωσαν στα στρατόπεδα εξόντωσης, κουβαλώντας το βάρος της μνήμης ως προσωπικό και συλλογικό φορτίο.
Το αίτημα για δικαιοσύνη και γερμανικές αποζημιώσεις










Στον πολιτικό απόηχο της επετείου, ο δρ. Αριστομένης Συγγελάκης, συγγραμματέας του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, υπογράμμισε ότι ο αγώνας των Λακκιωτών συνέβαλε καθοριστικά στη σωτηρία της Ευρώπης από τον ναζισμό. Έθεσε εκ νέου το ζήτημα της έμπρακτης συγγνώμης από την πλευρά του γερμανικού κράτους. Είπε ότι η αποκατάσταση παραμένει μετέωρη τονίζοντας ότι το αίτημα για Δικαιοσύνη δε μπορεί να διαχωριστεί από την καταβολή οικονομικής αποζημίωσης. Όπως τόνισε, μόνο με αυτό τον τρόπο, όταν αναληφθούν οι ευθύνες για τις καταστροφές που προκλήθηκαν θα αποδοθεί Δικαιοσύνη και θα δοθεί το μήνυμα σε επίδοξους τυράννους πως τα εγκλήματα δε μένουν ατιμώρητα.
Ο Γιάννης Πλατσιδάκης, γιος του επιζήσαντος Γεωργίου Πλατσιδάκη, κατέθεσε τη δική του μαρτυρία για την προσπάθεια διάσωσης της μνήμης. Ανέφερε ότι ο πατέρας του, επισκεπτόμενος το Μαουτχάουζεν χρόνια μετά, αρνήθηκε να πληρώσει εισιτήριο λέγοντας: «Εγώ ήμουν εδώ, όμηρος και μελλοθάνατος». Τα χρήματα της υποτυπώδους αποζημίωσης που έλαβε αργότερα ο Γεώργιος Πλατσιδάκης διατέθηκαν για την ανέγερση του λιτού μνημείου από φυσική πέτρα που κοσμεί σήμερα την αυλή του Αγίου Αντωνίου.
Θεσμική εκπροσώπηση και διεθνής διάσταση





Η εκδήλωση τιμήθηκε από την παρουσία της επιζήσασας της καταστροφής της Καντάνου, Ι. Κανδαράκη, ενώ αναγνώστηκε μήνυμα της Αυστριακής βουλευτού Katrin Auer, υπογραμμίζοντας τη διεθνή σημασία της επετείου.
Πριν το τέλος της εκδήλωσης τραγουδήθηκε ριζίτικο ενώ μετά ακολούθησε η κατάθεση στεφάνων.


















Το παρών έδωσαν, μεταξύ άλλων, η υφυπουργός Σέβη Βολουδάκη, ο βουλευτής Αλέξανδρος Μαρκογιαννάκης, ο αντιπεριφερειάρχης Χανίων Νίκος Καλογερής, ο δήμαρχος Πλατανιά Γιάννης Μαλανδράκης, καθώς και οι περιφερειακοί σύμβουλοι Χρύσα Μακράκη-Χαριτάκη και Αλέξανδρος Μαρινάκης.
Ολόκληρη η ομιλία της Πηνελόπης Ι. Ντουντουλάκη




Πριν από ογδονταδύο χρόνια.
Η νύχτα ετοιμαζόταν να δώσει τη θέση της στο χάραμα. Ξημέρωνε η 10η του Φλεβάρη, ημέρα της εορτής του Αγίου Χαραλάμπους. Ο Φλεβάρης άπλωνε τον παγωμένο μανδύα του. Έριχε χιονόνερο, ύστερα κουκοσάλι.
Εκείνη τη νύχτα, η αράχνη του ναζισμού ξεκίνησε να υφαίνει τον ιστό της στα χωριά της ρίζας: Θέρισο, Μεσκλά, Ζούρβα και να επεκτείνει όλο και ψηλότερα το θανατερό υφάδι της. Κάποια στιγμή, ο ιστός βρέθηκε να κυκλώνει ασφυκτικά τους Λάκκους. Οι κάτοικοι του χωριού κοιμόντουσαν ανυποψίαστοι. Ίσως επειδή έβρεχε, δεν ακούστηκαν σκύλοι να γαβγίζουν.
Αυτά συνέβησαν το ξημέρωμα της 10ης του Φλεβάρη του 1944. Όμως όλα είχαν ξεκινήσει το Μάη του 1941. Τότε που η αντίσταση του αφοπλισμένου λαού της Κρήτης απέναντι στην εισβολή του ναζισμού έστειλε ηχηρό μήνυμα σε όλο τον πλανήτη. Τότε που σηματοδοτήθηκε η αρχή της φθοράς του Τρίτου Ράιχ.
Η Κρήτη αντιστάθηκε. Το πλήγμα στο γόητρο του ναζισμού παρέμεινε ανεπούλωτο, σε όλες τις μέρες και τους μήνες των κατοχικών χρόνων.
Ένα γεγονός-σταθμός που προηγήθηκε της κύκλωσης των χωριών Κυδωνίας και Ανατολικού Σελίνου, ήταν η εκτέλεση Σουμπεριτών, δηλαδή γερμανοντυμένων Ελλήνων συνεργατών των ναζί, οι οποίοι είχαν έρθει από το Ηράκλειο και είχαν επισκεφθεί πρώτα τους Λάκκους και μετά τα Μεσκλά.
Η κύκλωση των Λάκκων, όπως και των άλλων χωριών γειτονικών περιοχών, ήταν μια αποτρόπαιη εκδικητική πράξη ενός Θηρίου που ήδη ψυχορραγούσε. Το Θηρίο ήθελε να τραβήξει μαζί του, στην Άβυσσο, όλους τους αθώους. Για τους Λάκκους, το δυσπρόσιτο και εμβληματικό ορεινό χωριό με τη μακραίωνη και αδιάλειπτη παρουσία στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες, το τίμημα ήταν ιδιαίτερα μεγάλο.
Αχνοξημέρωμα της 10ης του Φλεβάρη. 1944.
Ακούγονται κρότοι δυνατοί, χτυπήματα με τα κοντάκια των όπλων στις εξώθυρες των σπιτιών. Ακούγονται άγριες φωνές, ακατάληπτες επιτακτικές λέξεις. Μουδιασμένα χέρια ανοίγουν τις θύρες και οι Γερμανοί στρατιώτες διαβαίνουν μέσα στα σπίτια, για να συλλάβουν όσους άνδρες βρουν. Τρόμος και απειλή θανάτου έχουν κυριεύσει τις καρδιές των θυμάτων. Ο βίαιος αποχωρισμός των μελών της οικογένειας είναι πια γεγονός. Μέσα σε μια στιγμή όλα οδηγούνται σε κατάρρευση, ενώ ο ασφαλής τόπος της οικογενειακής εστίας πάυει να υπάρχει.
Είναι πολλές οι βιωματικές αφηγήσεις που έχουν καταγραφεί και φωτίζουν τα γεγονότα εκείνης της νύχτας, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μία ακόμη «Νύχτα των Κρυστάλλων», υπό την έννοια της βιαιότητας, της καταστροφικής μανίας και της σφοδρής επιθυμίας από την πλευρά των επιτιθέμενων για κατατρομοκράτηση, πρόκληση ψυχικού τραύματος και σωματικής βλάβης. Κύριος σκοπός ήταν το πάγωμα, η ακινητοποίηση κάθε διάθεσης για περαιτέρω αντίσταση, η αναστολή κάθε διεκδίκησης έστω μιας ανάσας ελεύθερου αέρα.
Σταχολογούμε μικρά ενδεικτικά αποσπάσματα από μερικές καταγραφές. Αφροδίτη Καζαλάκη-Σταματουλάκη:
«Ποτέ δεν ξεχνώ τη στιγμή που έγινε η κύκλωση. Ήταν ξημερώματα του Αγίου Χαραλάμπους, 10 του Φλεβάρη του 1944. Είχε χιονίσει. Εγώ κοιμόμουν μαζί με τους γονείς μου. Ξαφνικά ακούμε χτύπους στην πόρτα. Ο πατέρας μου ρώτησε: «Ποιος είναι;». Από τις φωνές καταλάβαμε πως ήταν οι Γερμανοί. Η μητέρα μου είπε στον πατέρα μου να ανοίξει τη ρεμπάρτα που βγάζει στο κατώι, αλλά ο πατέρας μου δεν ήθελε. Φοβήθηκε μην πάθουμε κακό και εμείς…
…Ανοίγει ο πατέρας μου την πόρτα και μπαίνουν στο σπίτι μας οι Γερμανοί. Έξω χιόνι. Απέναντι από την είσοδο του σπιτιού ήταν στημένο το πολυβόλο. Πήγε ο πατέρας μου να βάλει τα παπούτσια του, που ήταν άρβυλα γερμανικά, στρατιωτικά και η μητέρα μου είχε δώσει μια όρθα για να τα αγοράσει. Ο Γερμανός δεν τον άφησε να φορέσει τα άρβυλα. Τον πήραν ξυπόλητο και πονούσε η ψυχή μου που τον έβλεπα να πατά στο χιόνι.
…Θυμάμαι πάντα την ώρα που πήρανε τον πατέρα μου και ύστερα την ημέρα που ήρθε η είδηση ότι δεν είναι ζωντανός. Είπανε πως όταν οι Σύμμαχοι ελευθέρωναν τους ομήρους, βάλανε τον πατέρα μου σε Νοσοκομείο επειδή ήταν σε κακό χάλι. Τον βάλανε στο Νοσοκομείο και τα ίχνη του χάθηκαν, φαίνεται εκείνος δεν άντεχε άλλο να είναι εκεί και πήρε μόνος του τον δρόμο να γυρίσει στην οικογένειά του.
Ήτανε χιόνι στη Γερμανία, αρκούδες, λύκοι. Κανείς δεν ξέρει…Ο πατέρας μου ήταν πολύ εξαντλημένος.
Περιμέναμε νάρθει. Δεν φάνηκε.
Ο πατέρας μου καθότανε μαζί μας στο πάτωμα και έπαιζε σαν να ήταν κι εκείνο παιδί. Τον αγαπούσα πιο πολύ από όλους, ακόμα και από τη μητέρα μου. Η μητέρα μου κάρφωνε τα νύχια της στο πρόσωπό της, από το κούτελο να πάει κάτω και τρέχανε τα αίματα. Ο αδελφός μου λιποθυμούσε.
Από τσοι τόσους Λακκιώτες που τους είχανε πάει στα στρατόπεδα οι Γερμανοί, μόνο πέντε γυρίσανε: ο Τζανοχρήστος, ο Σολιδομανώλης, ο Πλατσιδογιώργης, ο Μαρματοβαγγέλης και ο Κοκκινογιώργης.
Αυτοί που γυρίσανε, δεν μιλούσανε. Ο Μαρματάκης, με τον οποίο ήμασταν γειτόνοι, ποτέ δεν άνοιγε το στόμα του να διηγηθεί τι περάσανε. Μόνο μια γυναίκα είχε φέρει ένα σταχτί κομματάκι σαπούνι και το ‘χε η γιαγιά μου στο εικόνισμα και έκλαιγε και άναβε καντήλι και το θύμιαζε…
Όταν πήρανε τον πατέρα μου, η μητέρα μου ήταν έγκυος τριών μηνών και αργότερα γέννησε τρίδυμα, από τα οποία γλίτωσε μόνο ένα αγόρι. Του δώσαμε το όνομα του πατέρα μου. Πέθανε σε ηλικία 36 ετών. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο Ανδρέας, έζησε μέχρι τα 56.
Όταν αργότερα ο άντρας μου είχε το ταξί και άρχισαν να έρχονται Γερμανοί τουρίστες, του έλεγα: -Με τα λεφτά τους να πληρώνεις μόνο για βενζίνη, μην αγοράζεις ψωμί με αυτά τα λεφτά γιατί θα παραπονεθεί ο πατέρας μου…».
Αθηνά Μαναρώλη, το γένος Βασιλείου Γιαννακάκη:
«…Εκείνο το πρωί, ο πατέρας μου ήταν στην αυλή και μαράγκευε, έφτιαχνε κάποιο παράθυρο. Ξαφνικά έρχονται οι Γερμανοί με το πολυβόλο και τονε παίρνουνε. Η μάνα μου έσυρε αναφωνί. Εγώ, οχτώ χρονών παιδάκι τότε, έτρεξα να αγκαλιάσω τον πατέρα μου και μου παίζει μια κλοτσιά ένας Γερμαναράς και με κάνει πέρα. Το μόνο που πρόφτασε να πει ο πατέρας μου στη μάνα μου, για να την καθησυχάσει, ήταν:
«Μη φοβάσαι, θα μας πάνε στο σχολείο και θα μας αφήσουνε πάλι…»
Αν θυμάμαι καλά, αρχές Αυγούστου μάθαμε πως ο πατέρας μου δεν ζει πια….
Λίγο μετά αρρώστησε από τύφο η αδελφή μου Αλκυόνη, δεκαοχτώ χρονών λουλούδι, και πέθανε.
Τριάντα οχτώ χρονών ήταν η μητέρα μου όταν χήρεψε. Έμεινε μόνη με έξι παιδιά και ήταν έγκυος έξι μηνών στην μικρότερη αδελφή μου, την Αντωνία. Όταν ήρθε η ώρα του τοκετού, την ξεγέννησε η γιαγιά μου που ήτανε μαμή και η δύστυχη μάνα μου θήλαζε το μωρό με γάλα που πρέπει να ήταν δηλητήριο.
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, όταν ακούω συζητήσεις ή βλέπω ντοκυμαντέρ σχετικά με τον πόλεμο και τα φοβερά στρατόπεδα Αυστρίας και Γερμανίας, συγκλονίζομαι καθώς σκέφτομαι αυτά που πέρασε ο πατέρας μου. Θυμάμαι πάντα τις τελευταίες εκείνες στιγμές του κοντά μας. Θυμάμαι τον πατέρα μου στην αυλή, τους Γερμανούς να έρχονται με τα λυκόσκυλα, να του βάζουν το πολυβόλο στο στήθος και να τον παίρνουν μαζί τους.
Η μητέρα μου αγωνίστηκε σκληρά, μάνα και πατέρας μαζί, να μας μεγαλώσει, να μας μορφώσει και να μας αποκαταστήσει. «Ηρωίδα» την αποκαλούσε ο γαμπρός της ο δάσκαλος και είναι αλήθεια ότι η μητέρα μου υπήρξε μια από τις αμέτρητες αφανείς ηρωίδες της Κρήτης…»
Οι άντρες του χωριού που πιάστηκαν στην κύκλωση των Λάκκων, νέοι γονείς πολλοί από εκείνους, αποτελούσαν τον συνεκτικό ιστό της τοπικής κοινωνίας. Οι οικογένειες ορφάνεψαν, τα όνειρα και οι προσδοκίες για το ειρηνικό Αύριο έπαψαν να υπάρχουν.
Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική η επαναλαμβανόμενη αναφορά στον πατέρα, στη διάρκεια κάθε μιας από τις αφηγήσεις. Η λέξη «πατέρας» διαρκώς επανέρχεται στη ροή του λόγου των αφηγητών, είτε ως υποσημαινόμενος θρήνος είτε ως πολύτιμη ανάμνηση, ή ως πηγή δύναμης και έμπνευσης. Ο πατέρας που είχε τόσο πρόωρο και τραγικό τέλος, εξακολουθεί να υπάρχει ως μια άυλη και δυνατή, προστατευτική παρουσία που δεν παύει να καθοδηγεί και να στηρίζει τα βήματα της οικογένειας.
Οι πονεμένες σύζυγοι και οι μανάδες απόμειναν να θρηνούν και να προσεύχονται πίσω από σφιχτομανταλωμένες θύρες. Η στέρηση μάστιζε τα νοικοκυριά. Δεν υπήρχε αλεύρι, δεν υπήρχαν σπίρτα για να ανάψει η φωτιά στο πυρομάχι. Όπου κάπνιζε κάποια καμινάδα, έστελνε η μάνα το παιδί να ζητήσει ένα κομμάτι ξυλοκάρβουνο, για να ανάψει η φωτιά και στο δικό τους σπίτι. Ύστερα, αργά το βράδυ, σκεπάζανε το κάρβουνο με στάχτη, για να έχουν φωτιά και στο άλλο πρωί.
Υπήρχε κάποιο παιδικό παιχνίδι των μετακατοχικών χρόνων, παιχνίδι που παραπέμπει σε αυτή την απελπισμένη αναζήτηση φωτιάς. Ένα παιδί ρωτά «Έχεις φωτιά;» και το άλλο απαντά «Στην απάνω γειτονιά». Ύστερα η ερώτηση επαναλαμβάνεται πολλές φορές στον κύκλο, με τον ίδιο τρόπο.
Μανάδες, γιαγιάδες, θείοι και θείες ανέλαβαν την προστασία και το μεγάλωμα των παιδιών που έμειναν χωρίς πατέρα. Βοήθησαν στο σχολείο και στη μετέπειτα αποκατάσταση των παιδιών αυτών. Στα πρώτα μετακατοχικά χρόνια και στα λεγόμενα χρόνια της ανασυγκρότησης, οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα αντίξοες. Ωστόσο, πολλά παιδιά κατόρθωσαν, με μύριες δυσκολίες, να σπουδάσουν και όλα δημιούργησαν αργότερα δικές τους οικογένειες. Το επίμονο ερώτημα «Γιατί;» έμελλε να συνοδεύει τις ζωές τους.
Ο Γεώργιος Μανουσάκης διατυπώνει τη σκέψη που ασφαλώς συμμερίζονται όλοι:
«…Όταν ακούω για την κύκλωση των Λάκκων, σκέπτομαι πως ήταν η αρχή του τέλους του χωριού μας. Χάσανε τη ζωή τους 23 νέοι άνθρωποι, όλοι κάτω των 40. Αν εκείνοι ζούσαν, και το χωριό θα ήταν αλλιώς και οι οικογένειές τους, τα θύματα του πολέμου, θα ήταν αλλιώς. Εκείνοι οι 23 άνδρες ήταν επιλεγμένοι, ήταν ο ανθός του χωριού μας…».
Ο όρος «Διαγενεακό Τραύμα» βρίσκει την απόλυτη έκφρασή του μέσα από την ιστορία της κύκλωσης των Λάκκων. Οι βαρύτατες επιπτώσεις σημάδεψαν τη ζωή όχι μόνο των γενεών που έζησαν τα γεγονότα, αλλά και των επιγόνων. Τα μακριά μαύρα τσεμπέρια των γυναικών, η απόσυρση των πενθισμένων σε νοητά κελλιά σιωπής, η αθεράπευτη θλίψη εκείνων που επέζησαν και επέστρεψαν, η επασφράγιστη σιωπή για όσα ανείπωτα βίωσαν και είδαν, η απομάκρυνση των νέων στα πλαίσια εσωτερικής ή άλλης μετανάστευσης, οδήγησαν σε μια σταδιακά φθίνουσα πορεία έναν τόπο που πριν έσφυζε από ζωή και δημιουργική πνοή. Ωστόσο, αυτή η πνοή δεν έχει ολότελα εκλείψει. Άλλωστε, αυτή ασφαλώς θα ήταν η επιθυμία και η ευχή των Λακκιωτών που έδωσαν υγεία και ζωή για την ελευθερία της Πατρίδας.
Ο Γεώργιος Πλατσιδάκης ήταν ένας από εκείνους που επέστρεψαν. Όταν πια, μετά από καιρό, ήταν σε θέση να αρχίσει πάλι να εργάζεται, αφοσιώθηκε με ζήλο στο ραφείο του στα Χανιά. Το 1998, με αφορμή μια εκδήλωση που είχε διοργανώσει ο τότε Πρόεδρος της Ι.Λ.Α.Ε.Κ. και φιλόλογος Κώστας Μουτζούρης στα Χανιά, ήταν η πρώτη φορά που έσπασε το τείχος της σιωπής και άφησε να ξετυλιχτεί το κουβάρι των αναμνήσεων. Δυο χρόνια μετά πήρε την πρωτοβουλία για τοποθέτηση του λιτού Μνημείου από φυσική πέτρα, στην αυλή του ιστορικού Ναού Αγίου Αντωνίου Λάκκων. Στο Μνημείο αυτό αναγράφονται τα ονόματα των Λακκιωτών οι οποίοι δεν επέστρεψαν από το Μαουτχάουζεν. Λίγο καιρό αργότερα, αφηγήθηκε στην υποφαινόμενη τα βιώματά του ως ομήρου σε εκείνο το στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης. Η αφήγηση αυτή καταχωρήθηκε, μαζί με άλλες αφηγήσεις επιζησάντων ομήρων, στον πρώτο τόμο της επετειακής σειράς «Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ Η ΣΤΑΧΤΗ», έκδοση 2004 και στην έκδοση αυτού του πρώτου τόμου ο Γιώργος Πλατσιδάκης συνέδραμε τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χανίων.
Ας ακούσουμε δυο λόγια από τον γιο του, Γιάννη Πλατσιδάκη:
«Σε ηλικία δέκα περίπου χρονών, κάτι άκουσα μια μέρα στη διάρκεια συζήτησης που έκαναν οι γονείς μου με φίλους οικογενειακούς. Περιέγραφαν το ταμηλό ταξίδι τους, στο οποίο πήγαν με ένα ζευγάρι φίλων. Πήγαν σε διάφορα μέρη της Ευρώπης. Πήγαν στο Παρίσι και αλλού, πήγαν και στο Μαουτχάουζεν της Αυστρίας.
Όταν ο πατέρας μου παντρεύτηκε τη μητέρα μου, ήταν ήδη φίλος με τον Μίκη Θεοδωράκη.
Στη διάρκεια εκείνης της συζήτησης, εγώ έπαιζα με άλλα παιδιά φίλων, είχα όμως την προσοχή μου σε αυτά που έλεγαν οι μεγάλοι. Θυμάμαι που ο πατέρας μου διηγόταν ότι στο Μαουτχάουζεν του ζήτησαν να πληρώσει εισιτήριο και εκείνος απάντησε:
-Εγώ δεν χρειάζεται να πληρώσω εισιτήριο για να περάσω. Εγώ ήμουν εδώ, όμηρος και μελλοθάνατος!
Αργότερα ανακάλυψα, στο δωμάτιό του, ένα καδράκι που είχε μέσα μια ταυτότητα. Ήταν η ταυτότητα που τους είχαν δώσει από το στρατόπεδο, όταν ελευθερώθηκαν, για να μπορέσουν να ταξιδέψουν.
Πριν από αυτά, δεν είχα μιλήσει στον πατέρα μου. Ίσως επειδή σκεφτόμουν ότι όλο αυτό που είχε ζήσει ήταν κάτι άσχημο, και αφού δεν ήθελε να μιλήσει ο ίδιος σχετικά, δεν ήθελα και εγώ να τον ρωτήσω.
Μια μέρα ήμουν με τον πατέρα μου στον Ομαλό. Μάζευε μαρουλίδες, που του άρεσαν πιο πολύ από τα ραδίκια. Άρχισε να μου μιλά για την παιδική του ηλικία στον Ομαλό, τότε που σπέρνανε με τον αδελφό του σιτηρά και είχαν ένα καφενείο στο έμπα του Ομαλού. Μου αφηγήθηκε για την Κατοχή, για την ένταξή του στο Ε.Α.Μ., τη σύλληψή του κατά την κύκλωση των Λάκκων. Όλα αυτά τα αφηγήθηκε πολύ γρήγορα και επανήλθε στο Μετά. Μετά την Απελευθέρωση των ομήρων, ο πατέρας μου επέστρεψε Αύγουστο μήνα στο χωριό και πήγε στον Ομαλό για να βρει τις δυνάμεις του.
Εγώ άκουγα δίχως να ερωτώ.
«Να κοιτάς μπροστά». Αυτό μου έλεγε πάντοτε ο πατέρας μου. Όσα εφιαλτικά βίωσε, τα διαχειρίστηκε μόνος του. Για το ζήτημα εκείνο δεν συζητούσε με τη μητέρα μου, ούτε με τα αδέλφια του.
Όταν η γερμανική κυβέρνηση είχε υποχρεωθεί να δώσει μια υποτυπώδη αποζημίωση για το μαρτύριο των καταναγκαστικών έργων, στο οποίο υποβλήθηκαν οι όμηροι, συγκεκριμένα έδωσε για κάθε όμηρο δυο χιλιάδες μάρκα, περίπου χίλια ευρώ, ο πατέρας μου διέθεσε τα χρήματα αυτά για το Μνημείο στον Άγιο Αντώνιο Λάκκων.
Είχε φτιάξει και ο Σεργάκης ο Μιχάλης, μαζί με τα αδέλφια του, ένα Μνημείο πάνω από τους Λάκκους. Του ζήτησα μια φωτογραφία των πέντε μελών της οικογενείας του που έχασαν τη ζωή τους στο Μαουτχάουζεν. Ο Σεργάκης ο Γιώργης μου έδωσε, όταν έφευγα να πάω εκεί, ένα κλαδί κυπαρίσι, ένα εικόνισμα και μια πέτρα. Μάιο του 2025, πενήντα χρόνια μετά την Απελευθέρωση του στρατοπέδου, πήγα στο Μαουτχάουζεν και άφησα αυτά τα αναθήματα.
Η φωνή του πατέρα μου παραμένει ζωντανή, με δυναμώνει και με κινητοποιεί, ώστε να καταβάλλω κάθε προσπάθεια για να διασωθεί η μνήμη των γεγονότων. Τώρα πια δεν ονειρεύομαι τον πατέρα μου. Παλαιότερα, ναι. Όμως τον αισθάνομαι κοντά μου, κάποιες φορές νιώθω ότι συνομιλώ με εκείνον.
Αν έβλεπα τώρα τον πατέρα μου, θα του έλεγα ότι νιώθω ικανοποίηση που μπορώ να εκπληρώνω την επιθυμία του και προσπαθώ να το κάνω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο…».
Μετά από μια τόσο μεγάλη καταστροφή σαν εκείνη που έζησαν οι Λάκκοι και οι Λακκιώτες με την κύκλωση του χωριού, η διαχείριση των συναισθημάτων και των συνεπειών δεν είναι απλή. Παραμένει μετέωρο το ζήτημα της έμπρακτης συγγνώμης από πλευράς του κράτους-θύτη απέναντι στους απογόνους των θυμάτων. Η πολιτική ηγεσία της Γερμανίας οφείλει να πράξει όπως εύλογα καθορίζει η νομοθεσία κάθε πολιτισμένης χώρας για τα εγκλήματα πολέμου. Η κυβέρνηση της Γερμανίας οφείλει να δώσει δείγμα καλής θέλησης και σεβασμού προς τη Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Μια τέτοια ενέργεια θα ανακούφιζε ιδιαίτερα και τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών της χώρας. Αλλιώτικα, ποιος ο λόγος να
διδάσκεται ελληνική φιλοσοφία στα εκεί πανεπιστήμια; Ποιος ο λόγος να λειτουργούν Μουσεία όπου εκτίθενται ανεπανάληπτα έργα πολιτισμού της αρχαίας Ελλάδας; Ποιος ο λόγος να γίνεται κάθε τόσο επίκληση στη Δημοκρατία και τα χριστιανικά ιδεώδη, τα οποία μάλιστα οι Γερμανοί εκφραστές του ναζισμού χρησιμοποίησαν ως πρόσχημα για να προβούν σε γενοκτονίες εις βάρος άλλων λαών;
Η ευθύνη μιας τέτοιας πρωτοβουλίας ανήκει στη χώρα θύτη και οποιοδήποτε περί του αντιθέτου επιχείρημα ή εφεύρημα απλά διαιωνίζει το «Γιατί;» των θυμάτων πολέμου. Διαιωνίζει, επίσης, τα ενοχικά συμπλέγματα των νεότερων γενεών της Γερμανίας, οι οποίες δεν επέλεξαν να βρεθούν σε μια τέτοια θέση και δικαιούνται να προχωρήσουν μπροστά μαζί με τους νέους όλων των λαών της Ευρώπης, τους νέους όλου του κόσμου. Τότε το σύνθημα «ΠΟΤΕ ΠΙΑ» θα έχει βρει τη δικαίωσή του.



