Στην ελευθερία, χωρίς την επιβολή περιοριστικών όρων, αφέθηκε μετά την ολοκλήρωση της απολογίας του ο Αρχιμανδρίτης που φέρεται να εμπλέκεται στη δικαστική έρευνα για την «υπόθεση του Σταυρού».
Η απόφαση των αρχών έρχεται σε μια στιγμή που το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης παραμένει αμείωτο, με την πλευρά του ιερέα να περνά στην αντεπίθεση, κάνοντας λόγο για μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια ηθικής και επαγγελματικής εξόντωσης. Ο ίδιος αρνήθηκε το σύνολο των κατηγοριών, επιμένοντας πως η παρουσία του ονόματός του στη δικογραφία αποτελεί προϊόν παρανόμως διαρρευσάντων στοιχείων που διαστρεβλώθηκαν κατά την αναπαραγωγή τους.
Η αποσαφήνιση του κατηγορητηρίου και η νομική γραμμή
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η νομική υπεράσπιση του Αρχιμανδρίτη έθεσε ως προτεραιότητα την αποκατάσταση της αλήθειας σχετικά με τη φύση των κατηγοριών. Ο συνήγορός του διευκρίνισε με έμφαση πως η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο πελάτης του αφορά το αδίκημα του «εμπορίου επιρροής» και σε καμία περίπτωση το «εμπόριο λειψάνων», όπως είχε κυκλοφορήσει ευρέως σε προγενέστερο χρόνο.
Η σύγχυση αυτή, σύμφωνα με τη νομική πλευρά, προέκυψε από την εσφαλμένη ερμηνεία συνομιλιών που είχε ο ιερέας με έναν εκ των αδελφών που φέρονται ως επικεφαλής εγκληματικής οργάνωσης. Η υπεράσπιση υποστηρίζει πως οι επαφές αυτές δεν στοιχειοθετούν ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά, αλλά εντάσσονται σε ένα πλαίσιο κοινωνικών συναναστροφών, παρόμοιων με εκείνες άλλων δημόσιων προσώπων —όπως βουλευτών και δημάρχων— τα ονόματα των οποίων εμφανίζονται επίσης στη δικογραφία χωρίς ωστόσο να τους αποδίδονται κατηγορίες.
Το χρονικό των δημοσιευμάτων και η εκλογή στην Ι.Μ.Κ.Α.
Στο υπόμνημά του, ο Αρχιμανδρίτης αναφέρθηκε εκτενώς στις εξελίξεις του φθινοπώρου του 2025, περιγράφοντας μια σειρά «αναληθών και συκοφαντικών» εκπομπών και δημοσιευμάτων. Κατήγγειλε πως η εικόνα του παρουσιάστηκε παραπλανητικά ως μέλος εγκληματικού δικτύου, βασισμένη σε αποσπασματικές διαρροές που είχαν ως μοναδικό στόχο τη «δολοφονία της προσωπικότητάς του».
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο ζήτημα της εκλογής του στη θέση του Δεσπότη της Ιεράς Μητρόπολης Κρήτης, Αμοργού και Αγαθονησίου (Ι.Μ.Κ.Α.). Ο ιερέας ξεκαθάρισε πως ουδέποτε προσέφερε ανταλλάγματα για τη μεσολάβηση οποιουδήποτε προσώπου προκειμένου να καταλάβει το αξίωμα. Αντιθέτως, απέδωσε τις εναντίον του αιτιάσεις στις θερμές εκδηλώσεις υποστήριξης που έλαβε από το πλήθος των πιστών, γεγονός που, όπως υποστηρίζει, προκάλεσε αντιδράσεις και στοχοποίηση.
Παρά την εκκρεμότητα της δικαστικής έρευνας, ο Αρχιμανδρίτης δηλώνει αποφασισμένος να συνεχίσει το ποιμαντικό του έργο, υπογραμμίζοντας πως η αλήθεια θα λάμψει μέσω της δικαιοσύνης. Στην τελική του τοποθέτηση, έκανε λόγο για «καθαρή καρδιά και καθαρά χέρια», ενώ άφησε αιχμές για σύγκρουση με μεγάλα συμφέροντα που, σύμφωνα με τον ίδιο, στρέφονται και κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.



