Από το fb του Κωνσταντίνου Τριανταφυλλάκη
Σεπτέμβριος 1968
Είναι μερικές στιγμές που μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη μας. Δεν φεύγουν ποτέ!
Ηρθα με τον μπαμπά μου στην Αθήνα, κουβαλώντας τη…σφραγίδα του αποτυχημένου.
Είχα δώσει δυο φορές εισαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο και απέτυχα.
Στην…Εκθεση και τις δυο φορές!
Και είχα πάρει όλους τους…κουμπαράδες στην Εκθεση για την Αποταμίευση κι ένα βιβλιάριο από το ΤΤ, που το έχω ακόμα!
Ποτέ δεν μου εξήγησαν το γιατί…
Στην πίσω πλευρά του απολυτηρίου δυο μπλέ σφραγίδες, πιστοποιούσαν το γεγονός:
«Δεν έγινε δεκτός εξεταστική περίοδο Ιουνίου».
«Δεν έγινε δεκτός εξεταστική περίοδο Σεπτεμβρίου».
Λες και δεν τους έφτανε η μια σφραγίδα!
Ακόμα θυμάμαι το ειρωνικό χαμόγελο μιας καθηγήτριας στο Γυμνάσιο Διδυμοτείχου και την ικανοποίηση με την οποία έβαζε τις σφραγίδες και υπέγραφε…μεγαλοπρεπώς!
Η εξουσία, βλέπετε!
“Να τον πάρετε κ. Τριανταφυλλάκη να σας βοηθάει με τα πρόβατα. Δεν είναι όλοι για το Γυμνάσιο», συμβούλεψε τον μπαμπά μου.
Η μάνα μου κι ο μπαμπάς μου, αδυνατούσαν να αποδεχθούν το γεγονός οτι δεν μπόρεσα να περάσω στο Γυμνάσιο και θα έμενα στο χωριό.
Ετσι, χωρίς πολλά-πολλά, ο μπαμπάς μου μ΄ έφερε στην Αθήνα για να με γράψει σε κάποιο ιδιωτικό Γυμνάσιο.
Ομως, όπου και να πήγαμε, μας απέρριψαν.
Χωρίς κάν να το συζητήσουν!
Βρήκαμε πόρτες κλειστές.
Κάτι εκείνη η διπλή σφραγίδα της αποτυχίας στην πίσω πλευρά του απολυτηρίου.
Κάτι η δικιά μου βαριά εβρίτικη προφορά…
Κάτι το γεγονός οτι ο μπαμπάς μου δήλωνε οικοδόμος.
Δεν τους έκανα.
«Δεν είστε του κύκλου μας», μας είπε μια στρίγγλα.
Σε κάποιο Λύκειο, ένας κιτρινιάρης αποπήρε τον μπαμπά μου, ξερνώντας δηλητήριο, γιατί χάνει τον καιρό του, αφού το «παιδί δεν τα παίρνει τα γράμματα! Ε, δεν γίνεται να σπουδάσουν όλοι! Πάρτον να σε βοηθάει στην οικοδομή ή στείλτον πίσω στο χωριό να βοσκάει πρόβατα!»
Αμάν πια, αυτή η μανία των….γραμματιζούμενων με τα πρόβατα….
Υστερα, καθώς γυρίσαμε να φύγουμε τον άκουσα να ψιθυρίζει σε μια διπλανή του:
«ήρθαν όλοι οι βλάχοι στην Αθήνα να σπουδάσουν!»
Ετσι μου ήρθε να του ρίξω μια μπουνιά στο μάτι.
Εκατό ζωές να ζήσω δεν θα ξεχάσω εκείνη τη φάτσα…
Ομως, υποσχέθηκα να τη ρίξω εκείνη τη μπουνιά…
Ο μπαμπάς μου με πήρε από το χέρι και βγήκαμε έξω.
Δεν κατάλαβα ποτέ μου πως βρήκε την ψυχραιμία και κρατήθηκε και δεν τον πλάκωσε στο ξύλο για τη βαριά προσβολή.
Στην αυλή άναψε τσιγάρο, τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και με χτύπησε στην πλάτη. «Αστους να λένε…»
Το Σάββατο πήγαμε στο Μοναστηράκι, ο μπαμπάς μου αγόρασε ένα κουστούμι και μια γραβάτα και εμένα μου πήρε καινούργιο σακάκι, παντελόνι κι ένα ζευγάρι σκαρπίνια.
Τελευταία Κυριακή, του Σεπτεμβρη, ανεβήκαμε στην Ακρόπολη ντυμένοι στην τρίχα.
Φιγουρίνια!
Ο μπαμπάς μου μόλις 32, εγώ 12 χρονών…αντράκι!
Είχε ακούσει να λένε την Ακρόπολη «ιερό βράχο» και θεώρησε οτι έπρεπε να πάμε ντυμένοι…επίσημα!
Το θαύμα της Ακρόπολης με συγκλόνισε!
Δεν είχα δεί ωραιότερο θέαμα στη ζωή μου, ως τότε.
Ειδικά οι Καρυάτιδες!
Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι όταν μεγαλώσω θέλω να μείνω σ’ αυτήν την πόλη!
Τη Δευτέρα, μ’ έβαλε στο λεωφορείο για να γυρίσω στο χωριό, μόνος.
«Τι θα κάνεις;»
Με ρώτησε, καθώς μ΄ αποχαιρετούσε.
«Θα ξαναδώσω εξετάσεις του χρόνου και θα περάσω!»
«Προχώρα και μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ!»
Αυτή τη φράση την έλεγε ο μπαμπάς μου μέχρι που έφυγε!
Εριξα το διάβασμα της ζωής μου, μέχρι τον επόμενο Ιούνιο. Εγραφα …10 εκθέσεις κάθε μέρα.
Ο αείμνηστος δάσκαλός μου Καπουσούζης μου έκανε δωρεάν μάθημα, αρνήθηκε οποιαδήποτε αμοιβή. Το θεώρησε στοίχημά του να περάσω.
O παππούς μου ο Αναστάσης, που συνήθως δεν μιλούσε για αυτά, μου έλεγε ιστορίες για τη Εκστρατεία στη Μικρά Ασία, για τα Αμελέ Ταμπουρού και πως πέρασαν τον Εβρο, με όλη τη ζωή τους σ’ ένα κάρο, τον Οκτώβριο του 1922…
Τον επόμενο Ιούνιο, επιτέλους, κατάφερα να μπώ στο Γυμνάσιο.
Το Καλοκαίρι του 1979, μόλις είχα πάρει το πτυχίο μου και ετοιμαζόμουν να φύγω στη ΝΥ για μεταπτυχιακά.
Θυμήθηκα οτι είχα μια υποχρέωση.
Ετσι έβαλα τα καλά μου και ξαναπήγα στο Λύκειο.
Ο κιτρινιάρης ήταν εκεί, στην ίδια θέση. Κυρτωμένος, με λευκά μαλλιά, σχεδόν αποστεωμένος, αλλά η ματιά του ακριβώς η ίδια, σκέτο φαρμάκι…
Με ρώτησε τι θέλω και με κοίταξε κάπως περίεργα, σαν να ένοιωσε κάτι.
Αφού του εξήγησα τι είχε γίνει πριν από 11 χρόνια, πρόσθεσα: «Είχα υποσχεθεί να έρθω μια μέρα να σας ρίξω μια μπουνιά στο μάτι γιατί προσβάλατε εμένα και τον μπαμπά μου….Και εγώ ήμουνα παιδί, Τι σας είχα κάνει;»
Ασυναίσθητα, έκανε ένα βήμα πίσω.
Κιτρίνισε ακόμα περισσότερο…
«Ομως, δεν θα το κάνω!
Θέλω να σας ευχαριστήσω!
Γιατί αν δεν με είχατε πεισμώσει τόσο πολύ, ίσως να μην είχα καταφέρει τίποτα στη ζωή μου…»
Και έφυγα, ενώ με κοιτούσε αποσβολωμένος χωρίς να πει λέξη…
Αργότερα στη Νέα Υόρκη, μια καθηγήτριά μου μ’ έμαθε οτι δεν υπάρχουν…αποτυχίες στη ζωή, απλώς δοκιμασίες!
Και συνήθιζε να λέει πως η λέξη FAIL σ’ αγγλικά σημαίνει First Attempt In Learning!



