Το Διοικητικό Συμβούλιο του Εμπορικού Συλλόγου Χανίων κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιουνίου 2026 έλαβε κατά πλειοψηφία απόφαση με τίτλο «Αναγκαιότητα προστασίας του εισοδήματος και της περιουσίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων», θέτοντας επί τάπητος μια σειρά από ζητήματα που απειλούν τη βιωσιμότητα του εμπορικού κόσμου στα Χανιά και σε ολόκληρη την Κρήτη.
Στην απόφασή του, ο σύλλογος υπογραμμίζει ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, δίνοντας δουλειά σε εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά και συντηρώντας ζωντανές τις τοπικές αγορές σε όλη την επικράτεια. Ωστόσο, σήμερα αντιμετωπίζουν μια πολλαπλή πίεση: αυξημένο ενεργειακό κόστος, ακρίβεια στις πρώτες ύλες, μειωμένη καταναλωτική δύναμη του κοινού και ένα φορολογικό σύστημα που επιβάλλει τεκμαρτό εισόδημα ανεξαρτήτως των πραγματικών εσόδων της επιχείρησης.
Χωρίς στοχευμένα μέτρα στήριξης, όπως επισημαίνεται, ο μικρός επαγγελματίας δεν αντιμετωπίζει απλώς οικονομική δυσκολία, αλλά απειλή επιβίωσης. Ιδιαίτερη κριτική ασκείται στη νομοθετική ρύθμιση για την αποπληρωμή των οφειλών σε 72 δόσεις, την οποία ο σύλλογος χαρακτηρίζει ανεπαρκή για τις ανάγκες των εμπόρων και των επιχειρηματιών.
Συγκεκριμένα, ο Εμπορικός Σύλλογος Χανίων επισημαίνει ότι η κυβέρνηση προχώρησε στη ρύθμιση των 72 δόσεων χωρίς να αποδεχθεί το πάγιο αίτημα των εμπόρων για ρύθμιση σε 120 δόσεις, προκειμένου να είναι βιώσιμη η μηνιαία δόση. Επιπλέον, το γεγονός ότι στην εν λόγω ρύθμιση μπορούν να υπαχθούν μόνο οφειλές που έχουν δημιουργηθεί έως 31 Δεκεμβρίου 2023 αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα, καθώς οι έμποροι καλούνται να τηρούν ταυτόχρονα περισσότερες ρυθμίσεις με διαφορετικό νομικό καθεστώς. Ο σύλλογος ζητεί να μπορούν να υπαχθούν όλες οι οφειλές που δημιουργήθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου, καθώς και την εφαρμογή του επιτοκίου του 3% που ισχύει για τις ρυθμίσεις μέσω του Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών σε όλες τις ρυθμίσεις.
Η προστασία του εισοδήματος των μικρών εμπόρων και αυτοαπασχολούμενων αποτελεί, σύμφωνα με την απόφαση, επείγουσα κοινωνική και οικονομική αναγκαιότητα. Για το λόγο αυτό ο σύλλογος προτείνει πέντε συγκεκριμένα μέτρα:
- Κατάργηση τεκμαρτής φορολόγησης (Ν. 5073/2023), καθώς με το σύστημα της τεκμαρτής φορολόγησης το τεκμαρτό εισόδημα αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο ανεξάρτητα από το τζίρο της επιχείρησης, μετατρέποντας τη φορολογία σε μόνιμο πρόβλημα για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις.
- Θέσπιση αφορολόγητου ορίου σε εισοδήματα μέχρι 12.000 ευρώ για όλους.
- Μείωση της φορολογικής κλίμακας, προκειμένου οι πολύ μικρές και οι μικρές επιχειρήσεις να μην επιβαρύνονται με υψηλούς φορολογικούς συντελεστές.
- Μείωση του ενεργειακού κόστους, με τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και της κατακόρυφης αύξησης του κόστους της ενέργειας.
- Θέσπιση νομοθετικού πλαισίου για την ουσιαστική και πάγια προστασία της πρώτης κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης από μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης.
Σχετικά με την προστασία της πρώτης κατοικίας, ο σύλλογος επισημαίνει ότι μετά την κατάργηση του Νόμου Κατσέλη, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και κυρίως η διαδικασία του Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης των Οφειλών δεν προστατεύει όλους τους πολίτες, αλλά θέτει πολύ συγκεκριμένα κριτήρια και αποτελεί λύση μόνο για έναν μικρό αριθμό οφειλετών, αυτούς που πληρούν τις προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό τους ως ευάλωτους δανειολήπτες.
Ο Εμπορικός Σύλλογος Χανίων ζητεί άμεσα τον επαναυπολογισμό των δόσεων με τον υπολογισμό του ποσού της μηνιαίας δόσης για κάθε μήνα ξεχωριστά, την επιστροφή ή και τον συμψηφισμό των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση. Η ανάγκη για τη θέσπιση ειδικού νόμου με τον οποίο θα προστατεύεται η πρώτη κατοικία χαρακτηρίζεται κοινωνικά επιβεβλημένη και επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 21 παράγραφος 4 του Συντάγματος.
Τέλος, ο σύλλογος αναφέρεται στη ραγδαία αύξηση των ενοικίων των επαγγελματικών ακινήτων τα τελευταία χρόνια, η οποία έρχεται να προστεθεί στη γενικότερη αύξηση του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων εν μέσω της ενεργειακής κρίσης. Για το λόγο αυτό προτείνεται η αύξηση της ελάχιστης διάρκειας της επαγγελματικής μίσθωσης από το ισχύον σήμερα διάστημα των τριών ετών σε έξι χρόνια, καθώς και η παράταση της διάρκειας του ανώτατου πλαφόν 3% για την αύξηση των επαγγελματικών μισθώσεων και πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2026.



