Το φαινόμενο της δημιουργίας νέων, σύγχρονων πτερύγων στα νοσοκομεία την ίδια στιγμή που παραμένουν τεράστια κενά σε γιατρούς και νοσηλευτές οι οποίοι παραιτούνται μετά από burn out, μοιάζει σενάριο από δυστοπική ταινία. Είναι όμως η πραγματικότητα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας σήμερα.

Η αναντιστοιχία ανάμεσα στις υλικοτεχνικές υποδομές και το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό δημιουργεί «κτίρια-φαντάσματα» ή πτέρυγες που υπολειτουργούν.

Η κατάσταση είναι τόσο σοβαρή ώστε ακόμα και η φιλοκυβερνητική Καθημερινή δεν μπόρεσε σε ρεπορτάζ που έκανε, να παραβλέψει τη φυγή γιατρών και νοσηλευτών από το ΕΣΥ λόγω των εξοντωτικών ωραρίων.

Ο υπουργός κόβει την κορδέλα σε κτίρια φαντάσματα

Ο Υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης εγκαινιάζει κάθε λίγο νέα πτέρυγα, όπως αυτή του Μποδοσάκειου Νοσοκομείου Πτολεμαΐδας, πριν λίγες μέρες.

Τα εγκαίνια συνοδεύονται σταθερά από έντονες αντιδράσεις και κινητοποιήσεις των ενώσεων γιατρών και νοσηλευτών. Οι υγειονομικοί καταγγέλλουν ότι οι φιέστες των εγκαινίων αποτελούν «επικοινωνιακά τεχνάσματα» που επιχειρούν να κρύψουν τη βαθιά υποστελέχωση και την υποχρηματοδότηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

Οι γιατροί και οι νοσηλευτές (μέσω της ΟΕΝΓΕ και των κατά τόπους σωματείων) μιλούν για «Άδεια ντουβάρια» χωρίς προσωπικό και τονίζουν ότι η δημιουργία ή ανακαίνιση μιας πτέρυγας δεν προσφέρει ουσιαστική λύση αν δεν συνοδεύεται από μαζικές προσλήψεις μόνιμου ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού για να τη λειτουργήσει.

Καταγγέλλουν όμως κι ένα άλλο φαινόμενο. Την τακτική των «μπαλωμάτων», δηλαδή η μετακίνηση γιατρών από άλλα υποβαθμισμένα τμήματα ή κοντινά Κέντρα Υγείας για να καλυφθούν πρόχειρα οι ανάγκες των νέων πτερύγων που εγκαινιάζονται με μεγαλοπρέπεια.

Προσθέτουν πως όλα αυτά συνδέονται και με την ιδιωτικοποίηση του ΕΣΥ, τα απογευματινά χειρουργεία επί πληρωμή και η είσοδος ιδιωτών γιατρών στο δημόσιο σύστημα.

Γιατί όμως δίνουν χρήματα για κτίρια κι όχι για προσωπικό;

Οι νέες πτέρυγες και οι κτιριακές ανακαινίσεις χρηματοδοτούνται συχνά από ευρωπαϊκά κονδύλια όπως το Ταμείο Ανάκαμψης, ή ιδιωτικές δωρεές. Αυτά τα χρήματα προορίζονται αποκλειστικά για υποδομές και εξοπλισμό, όχι για τους μισθούς του προσωπικού, οι οποίοι επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό.

Η ΟΕΝΓΕ και η αντιπολίτευση ασκούν κριτική όμως για την ανακατεύθυνση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης σε προγράμματα όπως τα απογευματινά χειρουργεία, αντί για τη μόνιμη ενίσχυση και θωράκιση της δημόσιας πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας φροντίδας υγείας.

Πίσω από τις φιέστες κρύβεται μεγάλη κρίση στο Νοσηλευτικό Προσωπικό. Η Ελλάδα καταγράφει μόλις 2,2 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 8,5.

Υπάρχουν πάνω από 20.000 κενές οργανικές θέσεις νοσηλευτών στο σύστημα. Επίσης, πολλές θέσεις μόνιμων γιατρών, ειδικά στην επαρχία και τα νησιά, μένουν κενές και κηρύσσονται άγονες οι προκηρύξεις, καθώς οι χαμηλοί μισθοί και οι εξουθενωτικές συνθήκες εργασίας δεν αποτελούν κίνητρο.

Στα παραπάνω προστίθεται το κύμα παραιτήσεων και το Brain Drain γιατρών που συνεχίζεται. Πολλοί έμπειροι υγειονομικοί παραιτούνται λόγω επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout), ενώ νέοι επιστήμονες μεταναστεύουν στο εξωτερικό για καλύτερες απολαβές.

Το κομφούζιο της διαχείρισης του ταμείου Ανάκαμψης

Το κομφούζιο που έχει δημιουργήσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη στη διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης αφορά και το ΕΣΥ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός του ΕΣΥ που ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί ενώ το πρόγραμμα εκπνέει το καλοκαίρι που διανύουμε.

Αυτό θα επιτρέψει την ηλεκτρονική συνταγογράφηση στα νοσοκομεία, τον έλεγχο των θεραπειών ανά νοσοκομείο κλπ. Να σημειώσουμε ότι η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να ολοκληρώσει ούτε την ψηφιακή σύνδεση των σχολείων, παρά τα δισ. που έχουν εκταμιευθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Στην εκπνοή του προγράμματος λοιπόν, η κυβέρνηση ξεκινά πιλοτικά σε κάποια νοσοκομεία ηλεκτρονική συνταγογράφηση.

Σύμφωνα με τα όσα αποκάλυψε το ΠΑΣΟΚ πρόσφατα, στο πλαίσιο των διαδοχικών αναθεωρήσεων του εθνικού σχεδίου «Ελλάδα 2.0», μια σειρά από κρίσιμα έργα για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) που είχαν ενταχθεί αρχικά στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) απεντάχθηκαν πλήρως, τροποποιήθηκαν ή κινδυνεύουν να μείνουν ημιτελή λόγω των ασφυκτικών χρονικών προθεσμιών ολοκλήρωσης.