Η πρόσφατη κλιμάκωση της έντασης στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Αβάνας φαίνεται να ακολουθεί πιστά ένα σενάριο που γράφτηκε πριν από περισσότερα από εξήντα χρόνια. Το «Μνημόνιο Mallory», ένα έγγραφο που παρέμεινε μυστικό για δεκαετίες, αποκαλύπτει τη στρατηγική επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών να χρησιμοποιήσουν τον οικονομικό στραγγαλισμό ως μέσο για την πρόκληση κοινωνικής δυσαρέσκειας και, τελικά, την ανατροπή της κυβέρνησης στο νησί της Καραϊβικής.
Στις 6 Απριλίου 1960, ο Λέστερ Ντ. Μάλορυ, τότε Αναπληρωτής Βοηθός Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για τις Διαμερικανικές Υποθέσεις, συνέταξε ένα εσωτερικό σημείωμα που έμελλε να αποτελέσει τη θεωρητική βάση του μετέπειτα οικονομικού, εμπορικού και χρηματοπιστωτικού αποκλεισμού της Κούβας. Στο κείμενο αυτό, ο Μάλορυ παραδεχόταν ότι η πλειονότητα των Κουβανών υποστήριζε τον Φιντέλ Κάστρο, γεγονός που καθιστούσε την εσωτερική υπονόμευση της κυβέρνησης εξαιρετικά δυσχερή.
Σύμφωνα με το μνημόνιο, ο μόνος προβλέψιμος τρόπος για να διαβρωθεί η εγχώρια υποστήριξη προς την επανάσταση ήταν η «απογοήτευση και η δυσαρέσκεια που πηγάζουν από την οικονομική δυσπραγία και τις υλικές στερήσεις». Η εισήγηση ήταν σαφής: έπρεπε να χρησιμοποιηθεί κάθε δυνατό μέσο για την αποδυνάμωση της οικονομικής ζωής της Κούβας, με στόχο την πρόκληση πείνας και απελπισίας, που θα οδηγούσαν τελικά στην ανατροπή της κυβέρνησης.
Ολόκληρη η σχετική δήλωση:
«Η πλειοψηφία των Κουβανών υποστηρίζει τον Κάστρο… ο μόνος ορατός τρόπος για να διαβρωθεί η εσωτερική του υποστήριξη είναι μέσω της απογοήτευσης και της δυσαρέσκειας που πηγάζουν από την οικονομική δυσπραγία και την υλική στέρηση… πρέπει να χρησιμοποιηθεί άμεσα κάθε δυνατό μέσο για να αποδυναμωθεί η οικονομική ζωή της Κούβας… μια πορεία δράσης που, αν εκτελεστεί με επαρκή δεξιότητα… θα είχε τη μεγαλύτερη επιτυχία στο… να προκαλέσει πείνα, απόγνωση και την ανατροπή της Κυβέρνησης.»
Από τη θεωρία του «αποτυχημένου κράτους» στην πράξη
Έκτοτε, η αμερικανική στρατηγική φαίνεται να κινείται σε δύο παράλληλους άξονες. Από τη μία πλευρά εφαρμόζεται η πολιτική του οικονομικού στραγγαλισμού και από την άλλη καλλιεργείται συστηματικά το αφήγημα του «αποτυχημένου κράτους». Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, η ευθύνη για την οικονομική κρίση και τις ελλείψεις σε βασικά αγαθά επιρρίπτεται αποκλειστικά στην εσωτερική διακυβέρνηση της Κούβας, παρακάμπτοντας τις επιπτώσεις του πολυετούς μονομερούς αποκλεισμού.
Αυτή η θεωρητική κατασκευή επιτρέπει στις διαδοχικές αμερικανικές διοικήσεις να διατηρούν την πίεση, παρουσιάζοντας τις συνέπειες των δικών τους κυρώσεων ως εγγενείς αδυναμίες του κουβανικού συστήματος. Παρά τις αλλαγές στο παγκόσμιο γεωπολιτικό σκηνικό, ο πυρήνας της πολιτικής που χάραξε ο Μάλορυ παραμένει ενεργός, επηρεάζοντας άμεσα τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών.
Η διεθνής απομόνωση της αμερικανικής πολιτικής
Παρά την επιμονή της Ουάσιγκτον, η διεθνής κοινότητα έχει εκφράσει επανειλημμένα την αντίθεσή της σε αυτή την πρακτική. Η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών έχει υιοθετήσει συνολικά 33 ψηφίσματα που ζητούν τον τερματισμό του αποκλεισμού, με τη συμμετοχή της πλειονότητας των κρατών-μελών να είναι σχεδόν καθολική.
Η τρέχουσα διοίκηση των ΗΠΑ, ωστόσο, διατηρεί την ίδια εχθρική στάση όπως και στο ζήτημα των διαρκώς παραβιάσεων του Διεθνούς Δικαίου από το Ισραήλ, αγνοώντας τις εκκλήσεις για αναθεώρηση μιας πολιτικής που χαρακτηρίζεται από πολλούς διεθνείς αναλυτές ως παράνομη και απάνθρωπη.
Το «Μνημόνιο Mallory» δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό έγγραφο, αλλά τον οδικό χάρτη μιας πολιτικής που συνεχίζει να διαμορφώνει την πραγματικότητα στην Καραϊβική. Η οικονομική δυσπραγία μετατρέπει σε πολιτικό όπλο των ΗΠΑ το οποίο χρησιμοποιούν για να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αυτοδιάθεση των λαών.
Πρώτα και κύρια, του κουβανικού λαού.



