Βαρύτατες ποινικές διώξεις ασκήθηκαν στους 22 συλληφθέντες, οι οποίοι κατηγορούνται για ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, εμπορία ανθρώπων και απάτη.
Σε βάρος των κατηγορουμένων ασκήθηκαν, μεταξύ άλλων, ποινικές διώξεις σε βαθμό κακουργήματος για ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, εμπορία ανθρώπων, απάτη αλλά και διάφορες διώξεις σε βαθμό πλημμελήματος.
Οι απολογίες των κατηγορουμένων έχουν προγραμματιστεί τμηματικά ξεκινώντας από την Παρασκευή ενώ θα συνεχιστούν το Σάββατο και θα ολοκληρωθούν την Δευτέρα μετά από προθεσμία που ζήτησαν από την Ανακρίτρια.
Οι πέντε του σκληρού πυρήνα, ανάμεσά τους ο 51χρονος φερόμενος ως αρχηγός και η σύζυγός του θα απολογηθούν την ερχόμενη Δευτέρα.
Από την πλευρά της υπεράσπισης, οι συνήγοροι του 51χρονου που φέρεται ως επικεφαλής και της 44χρονης συζύγου του, επισημαίνουν ότι οι εντολείς τους απορρίπτουν τις κατηγορίες και εκφράζουν τη βεβαιότητα πως το σοβαρό κατηγορητήριο για εγκληματική οργάνωση και εμπορία ανθρώπων θα καταπέσει.
Συνολικά 22 άτομα, που φέρονται να εμπλέκονται σε δίκτυο εκμετάλλευσης αλλοδαπών, θα δώσουν εξηγήσεις στη Δικαιοσύνη.
Στην κορυφή της εγκληματικής οργάνωσης βρισκόταν ο αρχηγός, άνδρας ηλικίας 51 ετών, ο οποίος είχε τον πλήρη επιχειρησιακό έλεγχο, λάμβανε τις αποφάσεις και κατεύθυνε το σύνολο των μελών. Δίπλα του δρούσε η σύζυγός του, 44 ετών, ιδιοκτήτρια ιδιωτικού ΚΕΠ, η οποία είχε ενεργό ρόλο στη διαχείριση της δραστηριότητας και στη διεκπεραίωση διαδικασιών, παρέχοντας ταυτόχρονα κάλυψη μέσω της επαγγελματικής της δραστηριότητας.
Ο λεγόμενος «σκληρός πυρήνας» της οργάνωσης αποτελούνταν από πέντε βασικά μέλη, με ηλικίες από 25 έως 50 ετών, τα οποία είχαν άμεση εμπλοκή στη λειτουργία και τον συντονισμό της δράσης.
Πέραν αυτών, υπήρχε ένα ευρύ δίκτυο συνεργατών και μεσαζόντων, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, που αναλάμβαναν επιμέρους ρόλους, από τη στρατολόγηση μέχρι τη μεταφορά και τον έλεγχο των θυμάτων.
Η δράση του κυκλώματος βασιζόταν σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο: μέσω εικονικών εργοδοτών εξασφαλιζόταν η νόμιμη είσοδος αλλοδαπών εργαζομένων από τρίτες χώρες, κυρίως από το Πακιστάν, με τη χρήση προξενικών διαδικασιών και διαμεσολαβητών σε χώρες όπως το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Οι εργαζόμενοι εισέρχονταν στην Ελλάδα με άδειες εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες όμως στην πράξη λειτουργούσαν ως μέσο εγκλωβισμού.
Από τη στιγμή της άφιξής τους, τα μέλη της οργάνωσης αναλάμβαναν πλήρως τον έλεγχο, προχωρώντας συστηματικά στην αφαίρεση και παρακράτηση των διαβατηρίων τους.
Τουλάχιστον 19 περιπτώσεις έχουν ήδη καταγραφεί, ενώ εξετάζεται η ύπαρξη και άλλων θυμάτων. Με αυτόν τον τρόπο, οι εργαζόμενοι στερούνταν κάθε δυνατότητα αποχώρησης ή ανεξάρτητης διαβίωσης, παραμένοντας σε καθεστώς πλήρους εξάρτησης.



