Ο Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στο Νταβός, μιλώντας για την πρόθεση του να θέσει υπό αμερικανικό έλεγχο τη Γροιλανδία, ισχυρίστηκε πως οι ΗΠΑ έδωσαν την περιοχή στη Δανία μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ωστόσο η πραγματική ιστορία είναι αρκετά διαφορετική.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ χαρακτήρισε μάλιστα «αχάριστη» τη Δανία που αρνείται να παραχωρήσει τον έλεγχο της Γροιλανδίας, υπενθυμίζοντας μεταξύ άλλων πως η χώρα οφείλει στις ΗΠΑ για την υπεράσπισή της κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
«Η Δανία κατέρρευσε απέναντι στη Γερμανία μετά από μόλις έξι ώρες μάχης και ήταν πλήρως ανίκανη να υπερασπιστεί τόσο τον εαυτό της όσο και τη Γροιλανδία. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγκάστηκαν να παρέμβουν – και το κάναμε», ανέφερε.
Ακολούθως ισχυρίστηκε πως μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου οι ΗΠΑ έδωσαν πίσω στη Δανία τη Γροιλανδία. «Πόσο ανόητοι ήμασταν που το κάναμε αυτό;» είπε. «Όμως το κάναμε, και τους το επιστρέψαμε. Και τώρα, πόσο αχάριστοι είναι;», πρόσθεσε.
Τι συνέβη πραγματικά με τη Γροιλανδία
Την περίοδο στην οποία αναφέρθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ, η Γροιλανδία δεν ήταν «ιδιοκτησία» των ΗΠΑ για να την επιστρέψουν στη Δανία.
Όπως υπενθυμίζει το BBC, το 1933, το τότε διεθνές δικαστήριο – προκάτοχος του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης – έκρινε ότι η Γροιλανδία ανήκει στη Δανία, απορρίπτοντας ανταγωνιστική διεκδίκηση της Νορβηγίας.
Το 1941, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Δανία υπέγραψαν συμφωνία που επέτρεπε στις ΗΠΑ να υπερασπιστούν τη Γροιλανδία, προκειμένου να αποτραπεί η κατάληψή της από τη ναζιστική Γερμανία.
Η συμφωνία αυτή οδήγησε στην κατασκευή αμερικανικών βάσεων στο νησί, καθώς και στην ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων. Ωστόσο, δεν προέβλεπε μεταβίβαση κυριαρχίας, γεγονός που σημαίνει ότι η Γροιλανδία δεν έγινε ποτέ αμερικανικό έδαφος.
Τον χρόνο μετά τη λήξη του πολέμου, ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζέιμς Μπερνς, πρότεινε την αγορά του νησιού έναντι 100 εκατομμυρίων δολαρίων σε χρυσό, ποσό που σήμερα αντιστοιχεί περίπου σε 1,5 δισ. δολάρια (1,3 δισ. λίρες). Ωστόσο, η πρόταση απορρίφθηκε.



