Μπορεί ο Μητσοτάκης κάθε τόσο να θριαμβολογεί για τα “επιτεύγματα” της ελληνικής οικονομίας, μπορεί η ΑΑΔΕ κάθε χρόνο να κάνει και νέο ρεκόρ εισπράξεων φόρων, μπορεί η Ελληνική κυβέρνηση να σπεύδει να προπληρώνει στους Γερμανούς τα ληστρικά μνημονιακά δάνεια, όμως η πραγματικότητα είναι πάρα πολύ διαφορετική, σχεδόν εφιαλτική για τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων….
Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας, αν την κοιτάξει κάποιος πίσω από τις γυαλιστερές βιτρίνες των κυβερνητικών non papers και των πανηγυρισμών για την «επενδυτική βαθμίδα», μοιάζει με ένα καζάνι που βράζει. Τα στοιχεία που έρχονται στο φως το τελευταίο διάστημα δεν είναι απλώς ανησυχητικά· είναι αποκαλυπτικά μιας δομικής αποτυχίας που απειλεί να τινάξει στον αέρα την κοινωνική συνοχή.
Με το ιδιωτικό χρέος να σπάει κάθε κοντέρ, την ενέργεια να μετατρέπεται σε είδος πολυτελείας και τους πραγματικούς μισθούς να διολισθαίνουν σε επίπεδα προ εικοσαετίας, ο μέσος Έλληνας πολίτης καλείται να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον που θυμίζει περισσότερο οικονομική δυστοπία παρά ευρωπαϊκή κανονικότητα.
Η «φωτιά» στην αντλία
Ας ξεκινήσουμε από την καθημερινότητα. Η βενζίνη, το καύσιμο που κινεί την παραγωγή και τη μεταφορά, βρίσκεται ξανά στο στόχαστρο. Οι πρατηριούχοι, βλέποντας τις διεθνείς τιμές και την εγχώρια κερδοσκοπία, προειδοποιούν για τιμές που θα αγγίξουν τα 2,20 ευρώ το λίτρο. Αυτή η τιμή δεν είναι απλώς ένας αριθμός στο ταμπλό ενός βενζινάδικου. Είναι η θρυαλλίδα που πυροδοτεί ένα νέο κύμα ακρίβειας σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Όταν η βενζίνη ανεβαίνει, ανεβαίνει το κόστος του ψωμιού, του γάλακτος, κάθε προϊόντος που φτάνει στο ράφι. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ωστόσο, επιμένει στην άρνηση μείωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, ισχυριζόμενη ότι «δεν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια», την ώρα που τα κρατικά έσοδα διογκώνονται ακριβώς λόγω του ΦΠΑ πάνω στις αυξημένες τιμές. Πρόκειται για μια κυνική αιμοδοσία του κράτους από τις τρύπιες τσέπες των πολιτών.
Ενεργειακός τζόγος: 2 στους 3 καταναλωτές στο «έλεος» της αγοράς
Την ίδια στιγμή, το δράμα μεταφέρεται στους λογαριασμούς του ρεύματος. Η μετάβαση στη λεγόμενη «ελεύθερη αγορά» αποδείχθηκε μια παγίδα μεγατόνων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι 2 στους 3 καταναλωτές παραμένουν εκτεθειμένοι στις άγριες διακυμάνσεις της αγοράς. Με την κατάργηση των οριζόντιων προστατευτικών μέτρων, ο πολίτης καλείται να γίνει «χρηματιστής ενέργειας» για να καταλάβει αν το τιμολόγιό του θα είναι πράσινο, κίτρινο ή μπλε.
Η πραγματικότητα είναι ότι η ηλεκτρική ενέργεια έχει μετατραπεί σε ένα πεδίο ανεξέλεγκτης κερδοφορίας για τους λίγους παρόχους, ενώ η πλειοψηφία των νοικοκυριών ζει με τον φόβο της διακοπής. Η ενεργειακή φτώχεια δεν είναι πλέον μια θεωρητική έννοια, αλλά μια καθημερινή απειλή για το 60% του πληθυσμού που δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες θέρμανσης και φωτισμού.
Το βουνό του ιδιωτικού χρέους
Αν θέλουμε όμως να δούμε το μέγεθος της καταστροφής, πρέπει να κοιτάξουμε το ιδιωτικό χρέος. Τα στοιχεία του ΙΟΒΕ για το τρίτο τρίμηνο του 2025 είναι σοκαριστικά: 407,6 δισεκατομμύρια ευρώ. Ας το διαβάσουμε ξανά, όπως επιτάσσει η κοινή λογική: 407,6 δισ. ευρώ.
Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 164% του ΑΕΠ. Δηλαδή, ό,τι παράγει η χώρα σε ενάμιση χρόνο, το χρωστούν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις της σε τράπεζες, εφορία και ασφαλιστικά ταμεία. Το πιο εφιαλτικό κομμάτι; Τα 235,6 δισ. ευρώ βρίσκονται ήδη σε καθυστέρηση. Πρόκειται για μια κοινωνία σε κατάσταση στάσης πληρωμών.
Εκατομμύρια πολίτες βρίσκονται σε καθεστώς ομηρίας, ανίκανοι να πληρώσουν ακόμα και τις ρυθμίσεις τους, ενώ τα funds και οι τράπεζες ετοιμάζονται για το μεγάλο «φαγοπότι» των πλειστηριασμών. Και ποια είναι η απάντηση της κυβέρνησης; Αντί για ένα γενναίο κούρεμα χρέους ή μια πραγματική προστασία της πρώτης κατοικίας, επιλέγει να δανείζεται ακόμα περισσότερο, επιβαρύνοντας το δημόσιο χρέος και υποθηκεύοντας το μέλλον των επόμενων γενεών.
Ο πληθωρισμός της «μνήμης» και η παγίδα της ΕΚΤ
Ο πληθωρισμός τον Μάρτιο σκαρφάλωσε στο 3,3%, ωθούμενος από το ενεργειακό κόστος. Αν και οι κεντρικοί τραπεζίτες προσπαθούν να εμφανιστούν καθησυχαστικοί, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η «μνήμη» του διψήφιου πληθωρισμού είναι ακόμα νωπή. Οι παραγωγοί και οι έμποροι, έχοντας πλέον εξοικειωθεί με το περιβάλλον των συνεχών αυξήσεων, δεν περιμένουν να δουν τις αυξήσεις στα κόστη τους για να αντιδράσουν. Προχωρούν σε προληπτικές ανατιμήσεις, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που η ΕΚΤ δυσκολεύεται να σπάσει.
Το αποτέλεσμα; Τα επιτόκια παραμένουν υψηλά, καθιστώντας τον δανεισμό απαγορευτικό για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αυξάνοντας ακόμα περισσότερο τις δόσεις των δανείων για τα νοικοκυριά που ήδη πνίγονται.
Η μεγάλη εξαπάτηση των μισθών: επιστροφή στο 2000
Το πιο οδυνηρό κομμάτι της ανάλυσης αφορά την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Η κυβερνητική προπαγάνδα περί «αυξήσεων στον κατώτατο μισθό» καταρρέει κάτω από το βάρος της απλής αριθμητικής:
1. Το καλάθι της επιβίωσης: Ο σωρευτικός πληθωρισμός στα τρόφιμα την περίοδο 2022 – 2025 άγγιξε το 31,3%. Αυτό το ποσοστό είναι σχεδόν ταυτόσημο με την αύξηση του ονομαστικού κατώτατου μισθού. Με απλά λόγια: Ό,τι κέρδισε ο χαμηλόμισθος στην τσέπη, το έχασε στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Η αύξηση δεν πήγε στην ευημερία του, αλλά στην κάλυψη της τρύπας που άνοιξε η ακρίβεια.
2. Το στεγαστικό δράμα: Μόνο το 2025, τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 10%. Αυτή η αύξηση είναι μεγαλύτερη από οποιαδήποτε μισθολογική ενίσχυση, μετατρέποντας την εύρεση στέγης σε ακατόρθωτο άθλο για τους νέους και τις οικογένειες.
Αλλά η πραγματική «βόμβα» βρίσκεται στον μέσο μισθό του ιδιωτικού τομέα. Σε πραγματικούς όρους, ο μέσος μισθός όχι μόνο δεν αυξήθηκε, αλλά σημείωσε μια ιστορική υποχώρηση. Από το 2000 έως το 2023, ο πραγματικός μέσος μισθός μειώθηκε κατά 30% σωρευτικά.
Ας το συνειδητοποιήσουμε: Το 2023, ο εργαζόμενος ήταν 12,4% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2000! Είκοσι τρία χρόνια μετά, ο Έλληνας είναι φτωχότερος από ό,τι ήταν στην αυγή της χιλιετίας. Την ίδια στιγμή, ο κατώτατος μισθός βρίσκεται μόλις 5,9% πάνω από το 2000. Αυτό δείχνει μια βίαιη προλεταριοποίηση της μεσαίας τάξης και μια ισοπέδωση όλων των αμοιβών προς τα κάτω.
Στουρνάρας: η ομολογία της αποτυχίας;
Ακόμα και οι συστημικοί παίκτες, όπως ο Γιάννης Στουρνάρας, αναγκάζονται να παραδεχτούν το αδιέξοδο. Ο διοικητής της ΤτΕ δήλωσε ότι η διαχείριση της τωρινής κρίσης είναι ακόμη πιο δύσκολη από τη μεταπανδημική. Και έχει δίκιο. Στην πανδημία υπήρχαν τα κρατικά «πακέτα» στήριξης. Τώρα, η κυβέρνηση έχει στερέψει από λύσεις, τα επιτόκια είναι στα ύψη και ο πληθωρισμός έχει γίνει δομικός. Η κρίση πλέον δεν είναι ένα έκτακτο γεγονός, αλλά ο νέος τρόπος ζωής. Μια ζωή με δανεικά, με φόβο για το αύριο και με μια συνεχή υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.
Η ώρα της αλήθειας
Το «Ποντίκι» το έχει επισημάνει πολλές φορές: Η οικονομία δεν είναι οι αριθμοί των ισολογισμών, είναι οι άνθρωποι. Όταν το 164% του ΑΕΠ είναι ιδιωτικό χρέος, όταν τα ενοίκια καταπίνουν το 50% του μισθού και όταν η βενζίνη γίνεται απλησίαστη, το «success story» είναι απλώς ένα κακόγουστο αστείο. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη καλείται να απαντήσει: Για ποιους κυβερνά; Για τους παρόχους ενέργειας που θησαυρίζουν; Για τις τράπεζες που βλέπουν τα κέρδη τους να εκτοξεύονται; Ή για τα εκατομμύρια των πολιτών που βλέπουν τη ζωή τους να πηγαίνει 23 χρόνια πίσω;
Τα 407,6 δισεκατομμύρια ευρώ του χρέους δεν είναι απλώς μια στατιστική. Είναι μια κοινωνική βόμβα με αναμμένο φιτίλι. Και η μνήμη του διψήφιου πληθωρισμού, σε συνδυασμό με την απόγνωση του «άδειου καλαθιού», μπορεί να οδηγήσει σε αντιδράσεις που καμία κυβερνητική επικοινωνία δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί. Η ώρα της αλήθειας για την ελληνική οικονομία πλησιάζει και, δυστυχώς, οι οιωνοί είναι πιο σκοτεινοί από ποτέ.



