Στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Ημέρες Ιστορίας», μια πρωτοβουλία που φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στο συλλογικό παρελθόν και τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, αναδείχθηκε μία από τις πλέον σκοτεινές και λιγότερο συζητημένες πτυχές της κατεχόμενης Κρήτης: η δράση των δωσιλόγων και η μετέπειτα διαχείρισή τους από τη μεταπολεμική δικαιοσύνη. Κεντρικός εισηγητής της εκδήλωσης ήταν ο διδάκτορας Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Ρόδης Λοχαΐτης, ο οποίος παρουσίασε τα ευρήματα της έρευνάς του πάνω στα σωζόμενα αρχεία του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων Χανίων.
Η ιστορική αναδρομή ξεκίνησε με μια ισχυρή συμβολική αναφορά στον μύθο του Ανταίου, τον γιο της Γης που αντλούσε τη δύναμή του από την επαφή με το έδαφος της πατρίδας του. Όπως σημείωσε ο κ. Λοχαΐτης, η απομάκρυνση από αυτό το θεμελιώδες στοιχείο ταυτότητας συνιστά, κατά τον Δάντη, την ύψιστη αμαρτία, τοποθετώντας τους προδότες στον βαθύτερο και πλέον σκοτεινό κύκλο της Κόλασης. Αυτή η δραματική αντίστιξη ανάμεσα στην πατριωτική αφοσίωση και την προδοσία αποτέλεσε το υπόβαθρο για να κατανοηθεί το μέγεθος του κοινωνικού τραύματος που προκάλεσε η συνεργασία με τον κατακτητή στην Κρήτη.
Η σύγκρουση κατά τη διάρκεια της Κατοχής δεν περιορίστηκε μόνο στο πεδίο των μαχών έναντι του εξωτερικού εχθρού. Αντιθέτως, αναδύθηκε μια πολύ πιο επικίνδυνη εσωτερική αντιπαλότητα, καθώς το χάος της εποχής επέτρεψε σε ορισμένους να επιδιώξουν οικονομική ή κοινωνική ανέλιξη μέσω της συνεργασίας, την ίδια στιγμή που η πλειονότητα των πολιτών πάλευε για την επιβίωση σε ένα περιβάλλον απόλυτης ανασφάλειας.
Ένα «σπάραγμα» αρχείου ως ιστορικό τεκμήριο
Η έρευνα του κ. Λοχαΐτη προσέκρουσε στις ελλείψεις των αρχειακών πηγών, καθώς το πλήρες σώμα των δικογραφιών του Ειδικού Δικαστηρίου Χανίων δεν έχει διασωθεί. Το υλικό που μελετήθηκε αποτελεί ουσιαστικά ένα «σπάραγμα», περιλαμβάνοντας υποθέσεις κυρίως των ετών 1946 και 1949. Παρά τον αποσπασματικό του χαρακτήρα, το υλικό αυτό —αποτελούμενο από καταθέσεις, πρακτικά και αποφάσεις— αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποκαλυπτικό για τον κοινωνικό ιστό της εποχής.
Τα πρόσωπα που βρέθηκαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου δεν αποτελούσαν μια ομοιογενή ομάδα. Στις δικογραφίες εμφανίζονται αξιωματικοί της χωροφυλακής, δημόσιοι λειτουργοί διορισμένοι από τις κατοχικές αρχές, ιερωμένοι, επιστήμονες με κοινωνικό κύρος, αλλά και απλοί πολίτες που ενεπλάκησαν σε υποθέσεις προδοσίας λόγω προσωπικών ή κτηματικών διαφορών. Ο δωσιλογισμός στα Χανιά αναδεικνύεται έτσι ως ένα σύνθετο φαινόμενο, διαμορφωμένο από τις ανάγκες επιβίωσης και τις τοπικές ισορροπίες ισχύος.
Η μεταβολή του πολιτικού σκηνικού και η «αποκάθαρση»
Η πλέον ενδιαφέρουσα πτυχή της έρευνας αφορά τη ριζική μεταβολή της στάσης του κράτους απέναντι στους κατηγορουμένους μεταξύ 1945 και 1949. Ενώ αρχικά η σύσταση των Ειδικών Δικαστηρίων είχε ως στόχο την παραδειγματική τιμωρία των συνεργατών, η κλιμάκωση του Εμφυλίου Πολέμου άλλαξε τις προτεραιότητες της εξουσίας. Ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» κατέστησε τους πρώην δωσιλόγους εν δυνάμει χρήσιμους συμμάχους για το μεταπολεμικό κράτος.
Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρήθηκε το φαινόμενο της μαζικής επανεκδίκασης υποθέσεων. Πρόσωπα που είχαν καταδικαστεί ερήμην σε βαρύτατες ποινές —ακόμη και σε θάνατο— κατά την πρώτη διετία μετά την απελευθέρωση, επανεμφανίστηκαν στα δικαστήρια το 1949. Με τη βοήθεια μιας ευνοϊκότερης νομοθεσίας και σε ένα κλίμα πολιτικής μεταστροφής, η πλειονότητα αυτών των αποφάσεων κατέληξε σε αθωώσεις. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Μοιράρχου Πολιουδάκη, του Στρατηγού Ιερωνυμάκη και του Νομάρχη Γαλάνη, των οποίων οι υποθέσεις επανεξετάστηκαν καταλήγοντας συχνά στην απαλλαγή τους λόγω «αμφιβολιών».
Τύπος και δημόσια μνήμη: Η ένταση της δικαιοσύνης
Παράλληλα με τα δικαστικά αρχεία, η μελέτη του τοπικού τύπου της περιόδου 1945-1951 αποκαλύπτει την ένταση με την οποία η κοινωνία των Χανίων προσλάμβανε το ζήτημα. Οι εφημερίδες της εποχής λειτουργούσαν ως πεδίο δημόσιας αντιπαράθεσης, καταγγέλλοντας άλλοτε την ολιγωρία των αρχών και άλλοτε την αδικία εις βάρος αγωνιστών της Αντίστασης. Η δημοσιογραφική κάλυψη αποτυπώνει τις προσπάθειες κοινωνικής αποκατάστασης των συνεργατών, αλλά και την επίμονη απαίτηση του λαϊκού αισθήματος για ηθική δικαίωση.
Η ιστορική έρευνα, όπως την περιέγραψε ο κ. Λοχαΐτης, δεν στοχεύει στην αναμόχλευση παθών ή στο «στήσιμο νέων δικαστηρίων». Αντιθέτως, η ανάδειξη αυτών των «μικρών αφηγήσεων» είναι απαραίτητη για να διαπεράσει κανείς τον χρόνο και να συμπληρώσει το κενό της μεγάλης εθνικής ιστορίας.
Η παρακαταθήκη του Ευκλείδη και η ανάγκη για αλήθεια
Κλείνοντας την εισήγησή του, ο Ρόδης Λοχαΐτης αναφέρθηκε στο ιστορικό προηγούμενο του ψηφίσματος του Ευκλείδη στην αρχαία Αθήνα, το οποίο επέβαλλε τη λήθη μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο για να αποτραπεί ο κύκλος των αντεκδικήσεων. Ωστόσο, τόνισε πως η πολιτική ανάγκη για «μη μνησικακία» δεν πρέπει να συγχέεται με την άρνηση της μνήμης.
Η ιστορία οφείλει να φωτίζει και να ερμηνεύει, καθώς μια κοινότητα μπορεί να προχωρήσει στο μέλλον μόνο όταν γνωρίζει σε βάθος τι συνέβη στο παρελθόν της. Η μελέτη του δωσιλογισμού στα Χανιά παραμένει, επομένως, ένα αναγκαίο εργαλείο για την καλλιέργεια της συλλογικής μνήμης, μακριά από γενικεύσεις και σιωπές, προκειμένου η κοινωνία να μην παραμένει όμηρος των τραυμάτων της.



