Σε μια περίοδο όπου η συμφωνία Mercosur απειλεί να ανατρέψει τις ισορροπίες στον πρωτογενή τομέα της Ευρώπης, ο τεχνικός σύμβουλος του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας (ΣΕΚ), Θωμάς Μόσχος, επιχειρεί να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της δημόσιας συζήτησης. Αντί για μια στείρα ανάλυση των συνεπειών, προτάσσει την ανάγκη για μια ριζική αναθεώρηση της εθνικής στρατηγικής, υπογραμμίζοντας ότι η τύχη της ελληνικής υπαίθρου κρίνεται πλέον από την οργάνωση των παραγωγών, τη συνείδηση των καταναλωτών και την απεξάρτηση από το πολιτικό αφήγημα που χρησιμοποιεί την Ευρωπαϊκή Ένωση ως άλλοθι για τις εγχώριες αδυναμίες.
Η εκκίνηση της συλλογιστικής του κ. Μόσχου εστιάζει στον τελικό αποδέκτη της παραγωγικής αλυσίδας: τον καταναλωτή. Η παιδεία γύρω από τη διατροφή και η ικανότητα ανάγνωσης των ετικετών προέλευσης αναδεικνύονται σε πράξεις πολιτικής ευθύνης. Παρόλο που αναγνωρίζει το πιεστικό περιβάλλον της ακρίβειας —όπου το χάσμα μεταξύ μισθών και κόστους διαβίωσης περιορίζει τις επιλογές— επισημαίνει ότι η στροφή προς τους τοπικούς παραγωγούς μπορεί συχνά να προσφέρει οικονομικότερες λύσεις σε σύγκριση με τα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Το ζήτημα της ακρίβειας παραμένει αμιγώς πολιτικό, ωστόσο η ενημέρωση για το «τι τρώμε» αποτελεί το πρώτο ανάχωμα απέναντι στην υποβάθμιση της εγχώριας παραγωγής. Η έλλειψη χρόνου του σύγχρονου πολίτη δεν πρέπει να αποτελεί δικαιολογία για την πλήρη άγνοια της προέλευσης των τροφίμων, καθώς η στήριξη της τοπικής οικονομίας είναι ο μόνος τρόπος διατήρησης του παραγωγικού ιστού της χώρας.
Το «σκανδιναβικό μοντέλο» και η παθογένεια των ελληνικών συνεταιρισμών
Ασκώντας δριμεία κριτική στο ιστορικό μοντέλο του ελληνικού αγροτοσυνδικαλισμού, ο κ. Μόσχος υπενθυμίζει πώς η κομματική ταυτότητα και η ψηφοθηρία οδήγησαν στην κατάρρευση των ενώσεων των δεκαετιών του ’80 και του ’90. Το λάθος δεν ήταν η ίδρυση τοπικών συνεταιρισμών, αλλά η αποτυχία συγχώνευσής τους σε ισχυρές εθνικές οντότητες με επαγγελματική διαχείριση.
Σε αντίθεση με την ελληνική πραγματικότητα, χώρες όπως η Φινλανδία και η Δανία πέτυχαν τη δημιουργία κολοσσιαίων εθνικών συνεταιρισμών που ελέγχουν έως και το 92% της παραγωγής (π.χ. στο γάλα). Στη Δανία, ένας πληθυσμός 5,5 εκατομμυρίων διαχειρίζεται 30 εκατομμύρια χοίρους μέσω οργανωμένων δομών. Στην Ελλάδα, το 75% των παραγωγών είναι άνω των 57 ετών, γεγονός που σε συνδυασμό με την έλλειψη επιχειρηματικής παιδείας, καθιστά την οργάνωση σε νέα βάση επιτακτική ανάγκη για την επιβίωση στον διεθνή ανταγωνισμό.
Παραγωγικότητα εδάφους και τεχνολογικός εκσυγχρονισμός
Η σύγκριση με τα διεθνή παραδείγματα επεκτείνεται και στις μεθόδους παραγωγής. Ο κ. Μόσχος αναφέρει το παράδειγμα της Μεγάλης Βρετανίας, όπου η αυστηρή διαχείριση της οργανικής ουσίας και η ενσωμάτωση της κοπριάς στο έδαφος οδήγησαν σε αποδόσεις σιτηρών που αγγίζουν τα 1.200 κιλά ανά στρέμμα, όταν ο ελληνικός μέσος όρος καθηλώνεται στα 180 κιλά.
Η διάβρωση του ελληνικού εδάφους από το συνεχές όργωμα και την αλόγιστη χρήση χημικών λιπασμάτων αποτελεί μια περιβαλλοντική και οικονομική «βόμβα». Ταυτόχρονα, το παράδειγμα της Φινλανδίας δείχνει τον δρόμο της κρατικής παρέμβασης: άτοκες χρηματοδοτήσεις με μοναδικό σκοπό τον εκσυγχρονισμό (ρομποτικά συστήματα, υποδομές), ώστε να μειωθεί ο εξαντλητικός χρόνος εργασίας του κτηνοτρόφου και να αυξηθεί η αποδοτικότητα.
Η παιδεία ως θεμέλιο και το «άλλοθι» της Ευρώπης
Μια από τις πιο καίριες επισημάνσεις του τεχνικού συμβούλου του ΣΕΚ αφορά τη σταδιακή απομάκρυνση της εκπαίδευσης από τη φύση. Η κατάργηση μαθημάτων όπως η φυτολογία και η ζωολογία από τα σχολεία στερεί από τις νέες γενιές τη γνώση για την επιβίωση και την παραγωγή τροφής. Ενώ σε χώρες όπως η Ολλανδία το 76% των αγροτών διαθέτει τριτοβάθμια εκπαίδευση, στην Ελλάδα το χάσμα παραμένει μεγάλο, αν και γίνονται προσπάθειες γεφύρωσης μέσω νέων ενημερωτικών πλατφορμών.
Ο κ. Μόσχος καταρρίπτει το επιχείρημα ότι «η Ευρώπη φταίει για όλα». Εφόσον οι προαναφερθείσες χώρες λειτουργούν εντός της Ε.Ε. και ευημερούν, το πρόβλημα εντοπίζεται στην εθνική πολιτική. Η επίκληση των ευρωπαϊκών περιορισμών από τους πολιτικούς αποτελεί συχνά συγκάλυψη της έλλειψης βούλησης για την εφαρμογή ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων.
Mercosur: Η απειλή της αυτονομίας και το μέλλον του μελιού
Κλείνοντας, ο κ. Μόσχος αναφέρεται στις συγκεκριμένες ποσοστώσεις της Mercosur, υπογραμμίζοντας τον κίνδυνο εξαφάνισης ολόκληρων κλάδων. Το ελληνικό μέλι, με κόστος παραγωγής στα 5€, θα βρεθεί αντιμέτωπο με εισαγόμενο προϊόν στα 1,90€. Η απώλεια των μελισσοκόμων θα επιφέρει αλυσιδωτή κατάρρευση στην επικονίαση και την παραγωγή των αγρών.
Το διακύβευμα, τελικά, είναι η εθνική αυτονομία. Μια χώρα που δεν μπορεί να τραφεί μόνη της, χάνει την ικανότητα να ορίζει την τύχη της, παραδίδοντας τα ηνία σε εκείνους που ελέγχουν την τροφοδοσία της. Η ανάληψη δράσης από τους ίδιους τους παραγωγούς και η συνειδητή στήριξη της εγχώριας αγοράς δεν είναι πλέον επιλογή, αλλά μονόδρομος για την αποτροπή μιας μη αναστρέψιμης παρακμής.



