Το δημογραφικό αναδεικνύεται σε μία από τις καθοριστικές προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών για την Ελλάδα και την Ευρώπη, όπως επισημάνθηκε σε εκδήλωση του Κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ για την Δυναμική των Πληθυσμών, στο πλαίσιο του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, με θέμα «Demography-Driven Competitiveness: Strategies for Sustainable Growth, Social and Territorial Cohesion».
Τη συζήτηση άνοιξε και συντόνισε ο καθηγητής Άρης Αλεξόπουλος, επικεφαλής του Κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ, ο οποίος τόνισε ότι το δημογραφικό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά ως πρόβλημα γήρανσης ή υπογεννητικότητας, αλλά ως ζήτημα που συνδέεται άμεσα με την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών, τον παραγωγικό μετασχηματισμό και την κοινωνική και περιφερειακή συνοχή. Όπως σημειώθηκε, η ίδρυση του Κέντρου Κρήτης εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική οικονομικής διπλωματίας, προσφέροντας στην Ελλάδα πρόσβαση σε διεθνή τεχνογνωσία και τεκμηριωμένες προτάσεις πολιτικής. Το Κέντρο μελετά τη δυναμική των πληθυσμών, από γεννήσεις και θανάτους έως μετανάστευση, εκπαίδευση, δεξιότητες και ένταξη στην αγορά εργασίας.
«Χαμηλή γονιμότητα και πληθυσμιακή συρρίκνωση»
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η Ελλάδα βρίσκεται από τη δεκαετία του 1980 σε καθεστώς χαμηλής γονιμότητας, με δείκτη 1,35 παιδιά ανά γυναίκα το 2024, έναν από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη. Η τάση αυτή οδηγεί σε ταχεία γήρανση και μείωση του πληθυσμού, ο οποίος από περίπου 10 εκατομμύρια σήμερα εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στα 8,5 εκατομμύρια έως το 2050, με σημαντική μεταβολή της ηλικιακής σύνθεσης και αύξηση της αναλογίας των άνω των 45 ετών.
Η συζήτηση ανέδειξε την ανάγκη συντονισμένων παρεμβάσεων σε πολλαπλά πεδία πολιτικής: εργασία, οικογένεια, εκπαίδευση, στέγαση, υγεία, περιφερειακή ανάπτυξη, καινοτομία και μετανάστευση.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, καθώς σήμερα εργάζεται το 55% των γυναικών έναντι 72% των ανδρών, αλλά και στην παράταση του εργασιακού βίου έως τουλάχιστον τα 65 έτη. Παράλληλα, τονίστηκε η ανάγκη ενεργοποίησης περίπου 800.000 ατόμων ηλικίας 55-65 ετών που σήμερα δεν εργάζονται.
Σημαντική διάσταση της συζήτησης αποτέλεσε η σχέση δημογραφίας, τεχνολογίας και παραγωγικότητας. Η ρομποτική και η τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι θα αξιοποιούνται χωρίς αποκλεισμούς ηλικιακών ομάδων, ενώ η δημιουργία μεικτών ομάδων εργασίας νέων και μεγαλύτερων εργαζομένων θεωρήθηκε κρίσιμη για τον συνδυασμό καινοτομίας και εμπειρίας. Ο κ. Αλεξόπουλος χαρακτήρισε την Ελλάδα ως μια «κοινωνία μεσηλίκων», όπου οι νέοι αποτελούν πλέον μειοψηφία, επισημαίνοντας ότι η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αλλάζει ριζικά την οργάνωση της εργασίας, της υγείας, της πρόνοιας και της διαγενεακής αλληλεγγύης.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις οικονομικές επιπτώσεις. Σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ, έως το 2050 το παραγωγικό δυναμικό της χώρας θα έχει μειωθεί κατά περίπου 2 εκατομμύρια άτομα. Αν το παραγωγικό μοντέλο παραμείνει αμετάβλητο, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ενδέχεται να μειωθεί έως και 15%, με άμεσο αντίκτυπο στο βιοτικό επίπεδο. Ο επικεφαλής του Κέντρου Κρήτης υπογράμμισε ότι ο «δημογραφικός χειμώνας» μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία επανασχεδιασμού της οικονομίας, μέσω καλύτερης αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού, αύξησης της παραγωγικότητας και ενίσχυσης της ενεργούς γήρανσης.
«Το δημογραφικό αποτελεί πρόκληση που αντιμετωπίζουν τόσο οι πλούσιες όσο και οι φτωχές χώρες», δήλωσε ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος. «Η συνετή δημοσιονομική πολιτική των τελευταίων ετών δίνει σημαντική δυνατότητα για παρεμβάσεις. Η κυβέρνηση υλοποιεί μία δεκαετή εθνική στρατηγική με πόρους 20 δισ. ευρώ, η οποία καλύπτει ολόκληρο τον κύκλο ζωής από τη γέννηση έως την τρίτη ηλικία. Υλοποιούνται ήδη πολιτικές, όπως τα φορολογικά κίνητρα υπέρ των οικογενειών, με μειούμενους συντελεστές ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, τα εκτεταμένα προγράμματα πρόληψης που ήδη αγγίζουν πάνω από 6 εκατ. πολίτες, τα προγράμματα «Σπίτι μου 1 και 2» που επιδοτούν την αγορά παλιών διαμερισμάτων για 30.000 δικαιούχους και το πρόγραμμα «Εξοικονομώ – ανακαινίζω για νέους» με προϋπολογισμό 300 εκατ. ευρώ. Η στρατηγική δεν στηρίζεται μόνο σε μέτρα επιδοματικού χαρακτήρα, αλλά αποτελεί μία ολιστική προσέγγιση που επιχειρεί την επίτευξη υψηλών ρυθμών ισόρροπης ανάπτυξης, μέσα και από 12 περιφερειακές στρατηγικές ανάπτυξης».
Ο Tomasz Kozluk, οικονομικός σύμβουλος του επικεφαλής οικονομολόγου του ΟΟΣΑ, σημείωσε πως «η πληθυσμιακή γήρανση είναι μια καθοριστική, αλλά σχετικά προβλέψιμη τάση, που αντανακλά και την πρόοδο προς μια μακρύτερη και πιο υγιή ζωή. Στις προσομοιώσεις του ΟΟΣΑ αποτυπώνεται πιθανή μείωση κατά 8% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2050 λόγω της γήρανσης, με ακόμη πιο έντονες μειώσεις σε χώρες όπως η Ελλάδα. Οι προκλήσεις αφορούν τα δημόσια οικονομικά, τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού και την παραγωγικότητα. Ωστόσο, πολιτικές για υγιή μακροζωία, μεγαλύτερο και πιο ευέλικτο εργασιακό βίο και επωφελή αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορούν να μετριάσουν σημαντικά τις επιπτώσεις».
Ο Arnstein Aassve, καθηγητής Δημογραφίας και Κοινωνικής Στατιστικής στο Bocconi University, επισήμανε πως «η νεότερη γενιά είναι σημαντικά μικρότερη σε μέγεθος από τη γενιά X, γεγονός που επηρεάζει όχι μόνο την οικονομία, αλλά και τη δημοκρατική της εκπροσώπηση. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τις κυβερνήσεις κατά τον σχεδιασμό των πολιτικών. Το κοινωνικό κράτος σχεδιάστηκε για να υπηρετεί μια εντελώς διαφορετική δημογραφική δομή, η οποία πλέον δεν υφίσταται. Στο σχεδιασμό των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχών κρίσεων, θα πρέπει να ενσωματωθεί ο παράγοντας της ανθεκτικότητας, τόσο για την ανάσχεση της πληθυσμιακής μείωσης, όσο και την ενίσχυση της παραγωγικότητας και την ενδυνάμωση της αγοράς εργασίας».
Τέλος, ο Μιχάλης Βλασταράκης, Group Chief Marketing Officer της Eurobank, ανέφερε πως «το δημογραφικό αποτελεί τη σημαντικότερη μακροπρόθεσμη πρόκληση για την ελληνική οικονομία και κοινωνία και απαιτεί συντονισμένες παρεμβάσεις από την Πολιτεία και τον ιδιωτικό τομέα. Στη Eurobank έχουμε αναλάβει μια πολυετή πρωτοβουλία με έμφαση στην απασχόληση, την επιχειρηματικότητα και την στήριξη της οικογένειας, συμβάλλοντας ήδη στη γέννηση περισσότερων από 70 παιδιών μέσω προγραμμάτων υποστήριξης υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και προσφέροντας πάνω από 1.000 βρεφικά πακέτα, ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες περιοχές. Η αντιμετώπιση του ζητήματος προϋποθέτει στοχευμένες πολιτικές και ένα συνεκτικό πλαίσιο κινήτρων για τη βιώσιμη ανάπτυξη».
ΑΠΕ ΜΠΕ



