14.8 C
Chania
Wednesday, February 18, 2026

Κλέων Αρζόγλου: Ο αιώνιος περιπλανώμενος που μετέτρεψε τη ζωή σε ταξίδι

Ημερομηνία:

Του Ειρηναίου Μαράκη

Μια διαδρομή από τη Θεσσαλονίκη στον κόσμο, από τον μύθο της δεκαετίας του ’60 στη μυστική γεωγραφία της Ινδίας

Ο Κλέων Αρζόγλου υπήρξε από εκείνες τις σπάνιες μορφές των ελληνικών γραμμάτων που δεν επιδίωξαν να στεγαστούν κάτω από μια σχολή, να ενταχθούν σε μια παρέα με λογοτεχνικά διαπιστευτήρια ή να δεσμευτούν σε κάποια θεσμική φυλακή αλλά προτίμησαν να πορευτούν με τον τρόπο που πορεύεται ένας άνθρωπος όταν δεν έχει τίποτε άλλο να υπερασπιστεί παρά μόνο την εσωτερική του παρόρμηση, το πάθος του για ζωή και την ανάγκη του να μετασχηματίσει το βίωμα σε αφήγηση. Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, σε μια μεσοαστική οικογένεια που δεν τον καταπίεσε αλλά ούτε και τον περιχαράκωσε, ο Αρζόγλου ανήκε σε εκείνη τη γενιά που πρόλαβε να ονειρευτεί πριν συνθλιβεί από τη χουντική μπότα, που άκουσε για πρώτη φορά rock ’n’ roll και ένιωσε να ανοίγει μέσα της ένα ρήγμα, που διάβασε για χαμένα παιδιά και περιπλανώμενους ήρωες και αναγνώρισε στο πρόσωπό τους τον εαυτό της.

Από νωρίς ονειρεύτηκε το ταξίδι όχι ως τουριστική μετακίνηση αλλά ως υπαρξιακή μετατόπιση, ως μια διαδικασία διαρκούς αποκόλλησης από το οικείο και της βύθισης στο άγνωστο, και δεν άργησε να πραγματοποιήσει αυτή την επιθυμία φεύγοντας σε νεαρή ηλικία από την Ελλάδα, για να ζήσει στην Αυστρία, στη Σουηδία, στην Κρήτη και κυρίως στην Ινδία, την οποία αγάπησε και αναγνώρισε ως δεύτερη πατρίδα του. Η Ινδία για τον Αρζόγλου δεν υπήρξε εξωτικό φόντο ούτε το σκηνικό μιας επιπόλαιας πνευματικής διακόσμησης, αλλά ένας τόπος δοκιμασίας. Και μια γη όπου δίπλα της έμαθε να παρατηρεί, να υπομένει, να γελά με το άβολο και να διακρίνει μέσα στη φτώχεια και την αντίφαση μια πνευματική ελευθερία που σπάνια συναντά κανείς στις τακτοποιημένες κοινωνίες της Δύσης. Δεν εθελοτυφλούσε μπροστά στην ανέχεια ούτε ωραιοποιούσε τον μυστικισμό, όμως διέκρινε εκεί ένα απέραντο περιθώριο ζωής, ένα πεδίο όπου ο άνθρωπος μπορεί να δοκιμάσει τα όριά του χωρίς να λογοδοτεί διαρκώς σε μια ασφυκτική κανονικότητα.

Μια μικρή ανατροπή

Η λογοτεχνική του εμφάνιση με το μυθιστόρημα «Εγώ κι ο θείος Χάρις» (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014 και εκδόσεις Λέμβος, 2024) δεν ήταν απλώς ένα εκδοτικό γεγονός αλλά μια μικρή ανατροπή για τα ελληνικά λογοτεχνικά δεδομένα, διότι έφερε στο προσκήνιο έναν ήρωα που δεν ταίριαζε με το στερεότυπο του βιοπαλαιστή, ούτε με τον διαρκώς αμυνόμενο εθνικό χαρακτήρα, αλλά μ’ έναν ανοιχτόμυαλο νεαρό που εγκλωβίστηκε στη συναρπαστική δεκαετία του εξήντα και βγήκε στον κόσμο για να αναζητήσει κάτι περισσότερο από την επιβίωση. Το βιβλίο αυτό, που απέκτησε με τα χρόνια μια καλτ αύρα, δεν ήταν μια απλή αναπαράσταση της εποχής των χίπηδων, του οράματος του Μάη του ’68 ή της φυγής προς την Ανατολή, αλλά μια μυθιστορηματική κατάδυση σε μια γενιά που ήθελε να σπάσει τα σύνορα της γεωγραφίας και της αλλοτριωμένης συνείδησης, κουβαλώντας μαζί της τόσο τη μουσική του rock όσο και το βάρος μιας χώρας που δεν μπόρεσε να ζήσει πλήρως τη δική της απελευθέρωση. Η καλτ αύρα του βιβλίου υπήρξε αποτέλεσμα τόσο της λογοτεχνικής του ιδιοτυπίας όσο και, κυρίως, της ταύτισης μιας ολόκληρης γενιάς που αναγνώρισε στις σελίδες του τη δική της ανεκπλήρωτη περιπέτεια. Ο ίδιος ο Αρζόγλου παραδεχόταν ότι το έργο του είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό, χωρίς όμως να παραδίδεται σε μια ναρκισσιστική εξομολόγηση ή σε μια στείρα κι ανέμπνευστη καταγραφή ημερολογιακού τύπου, καθώς πίστευε ότι η μυθοπλασία είναι ένας τρόπος να φωτιστούν οι αλήθειες με ακόμα μεγαλύτερη ένταση. Στην πραγματικότητα η γραφή του είναι κατεξοχήν αυτοαναφορική, με την έννοια ότι διαβάζει τη γενιά και την κοινωνία μέσα από τη δική του εμπειρία και, αντιστρόφως, ερμηνεύει τον εαυτό του μέσα από τα συλλογικά ρήγματα της εποχής του. Έγραφε αργά, ξαναγράφοντας επίμονα τις σελίδες του, αρνούμενος να αφήσει την αμεσότητα του βιώματος να υποκαταστήσει τη δουλειά της μορφής, και συχνά τόνιζε ότι ο συγγραφέας οφείλει να ξεχάσει τον λογοκριτή που κάθεται στον ώμο του και να κρίνει πρώτα ο ίδιος τον εαυτό του, χωρίς να φοβάται τις σκιές των προσώπων που «φωτογραφίζει». Η ειλικρίνεια αυτή του κόστισε ενίοτε διάφορες αντιδράσεις από οικείους, όμως εκείνος γνώριζε ότι ένας χαρακτήρας γίνεται αληθινός μόνο όταν περιλαμβάνει και τη σκιά του, όταν δηλαδή δεν περιορίζεται στη φωτεινή εκδοχή που θα βόλευε η οικογενειακή ή ακόμα και η κοινωνική ευπρέπεια.

Στο σπονδυλωτό και βιογραφικό «Ο αλήτης στη Χώρα των Θαυμάτων» (εκδόσεις Κέδρος, 2003) αλλά και στο μεταγενέστερο «Η Ζωή στην Ινδία» (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014) συνέχισε να υφαίνει αυτή τη διαδρομή ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, ανάμεσα στη ροκ κουλτούρα και την πνευματική αναζήτηση, ανάμεσα στον πολιτικό ριζοσπαστισμό της νεότητας και στην ώριμη στροφή προς την αυτογνωσία και τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Δεν αρνήθηκε ποτέ την πολιτική του εμπλοκή, ούτε την εμπειρία της εξορίας, όμως σταδιακά μετέφερε το ενδιαφέρον του από τη σύγκρουση των ιδεολογιών στη διερεύνηση της ανθρώπινης φύσης, στην ανάγκη του ανθρώπου να βρει νόημα μέσα από τα απρόσμενα και χαοτικά επεισόδια που, όπως έγραφε, αποκαλύπτουν τα βαθύτερα νοήματα της ζωής.

Δεν ήταν αποκλειστικά συγγραφέας, αλλά ένας άνθρωπος που προέτασσε τη ζωή και κατόπιν τη γραφή, που ασχολήθηκε με τη μουσική, που άνοιξε κλαμπ, που έκανε τον DJ, που συναναστράφηκε με κάθε λογής περιπλανώμενους από διαφορετικές χώρες, σχηματίζοντας μια διεθνή κοινότητα ανθρώπων άνω των πενήντα ετών οι οποίοι διατηρούσαν στα μάτια τους εκείνη τη σπίθα που δεν λέει να σβήσει. Η σχέση του με το rock ’n’ roll δεν ήταν επιφανειακή, αλλά υπαρξιακή, καθώς θυμόταν με ένταση τον πρώτο δίσκο που αγόρασε στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα και την εσωτερική μετατόπιση που του προκάλεσε, σαν να άνοιγε ένας νέος κόσμος που δεν θα έκλεινε ποτέ. Η ματιά του απέναντι στην Ινδία παρέμεινε διττή, γεμάτη αγάπη αλλά και κριτική, συνειδητοποιώντας ότι οι τόποι αλλάζουν, ότι ο εξωτισμός χάνεται και ότι κάθε γενιά έχει την τάση να νοσταλγεί μια παλαιότερη αυθεντικότητα. Παράλληλα κατανοούσε αυτή τη μελαγχολία χωρίς να παγιδεύεται σε αυτήν, διότι ήξερε ότι οι νέοι ταξιδιώτες εντυπωσιάζονται με τον ίδιο τρόπο που εντυπωσιάστηκε και ο ίδιος κάποτε, και ότι το ταξίδι δεν είναι ιδιοκτησία καμίας γενιάς. Στις αφηγήσεις του συναντά κανείς στιγμές που αγγίζουν τα όρια του θαύματος, όπως η προειδοποίηση ενός αστρολόγου για τον επικείμενο θάνατο της μητέρας του ή η εμπειρία του με τα κύματα που τον έφεραν αντιμέτωπο με την πιθανότητα του πνιγμού και με μια υπόσχεση προς έναν Θεό τον οποίο δεν δήλωνε βέβαιος ότι πιστεύει, αλλά από τον οποίο ένιωθε πως δεν μπορεί να αποσπαστεί πλήρως. Αυτές οι ιστορίες δεν λειτουργούν ως η απόδειξη κάποιας μεταφυσικής αλήθειας αλλά ως σοβαρή ένδειξη μιας ευαισθησίας που παραδέχεται το μυστήριο, που αφήνει χώρο στο απρόβλεπτο και που δεν κλείνει την πόρτα σε ό,τι υπερβαίνει το φθαρτό μας σαρκίο.

Ο συγγραφέας έζησε με την αίσθηση ότι η ζωή του υπήρξε ένα διαρκές ερώτημα, μια περιπλάνηση χωρίς οριστικό τέρμα, και ίσως γι’ αυτό το έργο του εξακολουθεί να συγκινεί όσους αναζητούν στη λογοτεχνία την περιπέτεια και την αναζήτηση για κάτι πέρα από τα καθιερωμένα. Σε μια εποχή όπου η εμπειρία συχνά υποκαθίσταται από την εικόνα και το ταξίδι από την ψηφιακή προσομοίωση, η γραφή του Αρζόγλου μας θυμίζει ότι ο κόσμος δεν κατακτάται και δεν αναπτύσσεται με τεχνητά μέσα ή με κάθε είδους αυταπάτες αλλά με την απομάκρυνση από το οικείο, με την αποδοχή της φτώχειας και της μοναξιάς ως σχολείων αυτογνωσίας. Η απώλειά του αφήνει ένα κενό όχι μόνο για όσους τον γνώρισαν αλλά και για όσους τον διάβασαν και ένιωσαν ότι συνοδεύονται σε μια τσάρκα με το λεωφορείο της ζωής, σε μια διαδρομή που περνά από τη Θεσσαλονίκη της νεότητας, στη Στοκχόλμη, στα Χανιά, από την Ευρώπη του Μάη του ’68 στην Ινδία των άσραμ και των ψαροχωριών, από την πολιτική αμφισβήτηση στην πνευματική αγωνία, ίσως και στην πνευματική απελπισία. Αν κάτι μένει από τον Κλέωνα Αρζόγλου, πέρα από το έργο του, είναι αυτή η αμετανόητη πίστη ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει καλύτερος μέσα από τα ταξίδια του, όχι επειδή συσσώρευσε εμπειρίες αλλά επειδή άφησε τις εμπειρίες να τον αλλάξουν, να τον εκθέσουν, να τον γυμνώσουν από τις βεβαιότητές του.

Και ίσως τελικά το πιο ουσιαστικό μάθημα που μας κληροδοτεί με την αναχώρησή του είναι ότι η λογοτεχνία δεν είναι μια μέθοδος διαφυγής από τη ζωή αλλά ακόμα ένας τρόπος να τη ζήσεις διπλά, πρώτα με το σώμα και ύστερα με το μυαλό, πρώτα με τον κίνδυνο και ύστερα με την αφήγηση, κρατώντας πάντα μέσα στα μάτια εκείνη τη σπίθα που δεν λέει να σβήσει, ακόμη κι όταν τα χρόνια και οι ευθύνες βαραίνουν και το σώμα ζητά ανάπαυση. Έτσι θα τον θυμόμαστε, λοιπόν, ως έναν σπάνιο ταξιδευτή, ως τον αιώνιο περιπλανώμενο που δεν ζήτησε ποτέ άδεια για να ονειρευτεί και που άφησε πίσω του πολύτιμη παρακαταθήκη για όλους και όλες μας, ένα έργο τίμιο, ανήσυχο και πρωτοπόρο.

Το ξέρουμε…

Το να βλέπετε αυτά τα μηνύματα μπορεί να είναι κουραστικό. Και να είστε σίγουροί ότι ούτε κι εμείς βρίσκουμε κάποια ευχαρίστηση από το να τα γράφουμε... Όμως αυτό το μήνυμα δεν αφορά εμάς. Αφορά κάτι πολύ πιο σημαντικό: την επιβίωση της ανεξάρτητης, μαχητικής δημοσιογραφίας στην Kρήτη.

Η στήριξη σας είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να:

  1. - Κάνουμε ρεπορτάζ χωρίς φόβο και εξαρτήσεις. Κανείς δεν μας υπαγορεύει τι να πούμε ή τι να αποσιωπήσουμε.
  2. - Κρατάμε τη δημοσιογραφία μας προσβάσιμη σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν. Χωρίς paywall, χωρίς προνόμια μόνο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα.

Η απλή αλήθεια είναι ότι τα έσοδα διαρκώς συρρικνώνονται. Αν πιστεύετε ότι μια πραγματικά ελεύθερη ενημέρωση είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία και τον έλεγχο της εξουσίας, τότε δώστε μας τη δύναμη να συνεχίσουμε.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Μιλάτε κρητικά; Οι επιστήμονες σας ψάχνουν!

Υποψήφιος διδάκτορας από Πανεπιστήμιο στο Παρίσι μελετά την κρητική...

Στη Λευκωσία για το πρόγραμμα OLIVETECH ο Δήμαρχος Πλατανιά

Στην Κύπρο μεταβαίνει, προκειμένου να συμμετάσχει στο πλαίσιο του...