Κεντρικός πυλώνας της δράσης του κυκλώματος ήταν η συστηματική χρήση εικονικών συμβάσεων εργασίας. Πολίτες τρίτων χωρών μετακαλούνταν στην Ελλάδα με την υπόσχεση νόμιμης απασχόλησης, αποκτώντας θεωρήσεις εισόδου και άδειες διαμονής μέσω διαδικασιών που εμφανίζονταν απολύτως τυπικές. Στην πραγματικότητα, όμως, οι εργασιακές σχέσεις αυτές είτε δεν υπήρχαν είτε μετατρέπονταν σε καθεστώς αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας, με τους αλλοδαπούς να εξαρτώνται πλήρως από τα μέλη της οργάνωσης.
Η κατάσταση για τα θύματα επιδεινωνόταν αμέσως μετά την άφιξή τους στη χώρα. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα παρακρατούνταν, ενώ οι ίδιοι εξωθούνταν σε συνθήκες εργασίας που δεν είχαν καμία σχέση με όσα τους είχαν υποσχεθεί. Παράλληλα, δημιουργούνταν τεχνητά χρέη προς την οργάνωση, τα οποία λειτουργούσαν ως μηχανισμός δέσμευσης, ενώ η άσκηση ψυχολογικής πίεσης ενίσχυε το καθεστώς ελέγχου.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η δράση της οργάνωσης στον τομέα της «νομιμοποίησης» των αλλοδαπών. Το 2024, φέρεται να αξιοποιήθηκε η διαδικασία χορήγησης νέου τύπου άδειας διαμονής μέσω της κατάθεσης ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, προκειμένου να αποδειχθεί δήθεν συνεχής και αδιάλειπτη παραμονή στη χώρα. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλιζόταν η έκδοση της λεγόμενης «μπλε βεβαίωσης» ακόμη και για πρόσωπα που δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις. Αντίστοιχα, ήδη από το 2023, η οργάνωση κατέθετε αιτήσεις για άδειες διαμονής χωρίς τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, επιτυγχάνοντας την παράταση της παραμονής αλλοδαπών στην Ελλάδα μέσω καταχρηστικών πρακτικών.
Τα ευρήματα στα σπίτια των αρχηγών και στο ΚΕΠ – “βιτρίνα”
Στην οικία των βασικών προσώπων της οργάνωσης στο Ηράκλειο, όπου εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν ο φερόμενος αρχηγός και η υπαρχηγός, κατασχέθηκε χρηματικό ποσό 144.370 ευρώ, μαζί με πλήθος τραπεζικών καρτών που αντιστοιχούσαν σε αλλοδαπούς υπηκόους. Στον ίδιο χώρο βρέθηκαν κινητά τηλέφωνα, φορητοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές και συσκευές, αλλά και ξένο νόμισμα.
Το πλέον αποκαλυπτικό, ωστόσο, ήταν τα έγγραφα και οι χειρόγραφες ατζέντες που εντοπίστηκαν, μέσα στις οποίες καταγράφονταν ονόματα αλλοδαπών, χρηματικά ποσά και αναφορές σε εικονικές συμβάσεις. Οι καταγραφές αυτές συνθέτουν, σύμφωνα με τις αρχές, ένα άτυπο αλλά απολύτως λειτουργικό «λογιστικό σύστημα» της οργάνωσης, μέσω του οποίου παρακολουθούνταν οι οικονομικές υποχρεώσεις των θυμάτων και οι συναλλαγές του κυκλώματος.
Αντίστοιχα ευρήματα προέκυψαν και από τον έλεγχο στο κατάστημα – ιδιωτικό ΚΕΠ που χρησιμοποιούσαν τα μέλη του δικτύου ως επιχειρησιακό κέντρο. Εκεί κατασχέθηκαν επιπλέον χρηματικά ποσά, διαβατήρια αλλοδαπών υπηκόων, καθώς και ατζέντες με ιδιόχειρες σημειώσεις που αφορούσαν οικονομικές συναλλαγές και στοιχεία μετακαλούμενων προσώπων. Μαζί με τα έγγραφα που εντοπίστηκαν, τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο το κύκλωμα διαχειριζόταν τις υποθέσεις, από τη μετακλήση μέχρι την οικονομική εκμετάλλευση.



