Σε μια περίοδο καταιγιστικών στρατιωτικών εξελίξεων, ο Πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, προσδιόρισε μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα $X$ τις τρεις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της Τεχεράνης για την παύση των εχθροπραξιών. Η κίνηση αυτή, η οποία έρχεται εν μέσω σφοδρών βομβαρδισμών και από τις δύο πλευρές, σκιαγραφεί μια διπλωματική οδό που, ωστόσο, εδράζεται στις παραδοσιακές «σκληρές» γραμμές του ιρανικού καθεστώτος, καθιστώντας την αποκλιμάκωση μια εξαιρετικά σύνθετη εξίσωση.
Σύμφωνα με τον Ιρανό Πρόεδρο, ο μόνος τρόπος για να τερματιστεί ο πόλεμος, τον οποίο αποδίδει στις ενέργειες του «σιωνιστικού καθεστώτος» και των ΗΠΑ, είναι:
-
Η αναγνώριση των νόμιμων δικαιωμάτων του Ιράν.
-
Η καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων.
-
Η παροχή ισχυρών διεθνών εγγυήσεων κατά μελλοντικών επιθέσεων.
Πυρηνικά Δικαιώματα και Εθνική Κυριαρχία
Η απαίτηση για αναγνώριση των «νόμιμων δικαιωμάτων» του Ιράν ερμηνεύεται από τους αναλυτές ως μια σαφής αναφορά στο πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας. Όπως δήλωσε στο πλαίσιο διεθνούς ενημέρωσης ο Σαχράμ Ακμπαρζαντέ, διευθυντής του Φόρουμ Μελετών Μέσης Ανατολής στο Πανεπιστήμιο Deakin της Μελβούρνης, ο Πεζεσκιάν επαναλαμβάνει πάγιες θέσεις της Τεχεράνης.
«Για το Ιράν, το ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας αποτελεί θέμα εθνικής κυριαρχίας», σημείωσε ο κ. Ακμπαρζαντέ. Η Τεχεράνη, ως συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων, θεωρεί ότι έχει νόμιμο δικαίωμα στην πυρηνική ισχύ και σε ένα αυτόνομο αμυντικό πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων. Η εμμονή σε αυτή τη θέση, παρά την ένταση των στρατιωτικών πληγμάτων που δέχεται η χώρα, υπογραμμίζει την απουσία οποιασδήποτε εσωτερικής υποχώρησης του καθεστώτος στα βασικά του δόγματα.
Αποζημιώσεις και Συμβολισμοί
Η δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της καταβολής αποζημιώσεων, φέρει έντονο συμβολικό βάρος. Η Τεχεράνη ζητά αποζημίωση για τις εκτεταμένες ζημιές που έχουν υποστεί οι υποδομές της —τόσο οι στρατιωτικές όσο και οι πολιτικές— κατά τη διάρκεια της σύρραξης.
Σύμφωνα με την ανάλυση του κ. Ακμπαρζαντέ, η απαίτηση αυτή λειτουργεί ως μια δήλωση περί του «ποιος είναι ο επιτιθέμενος». Με τη φράση «εσείς το σπάσατε, εσείς το πληρώνετε», το Ιράν επιχειρεί να μεταθέσει την ευθύνη της έναρξης των εχθροπραξιών στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ζητώντας την οικονομική αποκατάσταση των πληγών που άνοιξε ο πόλεμος.
Η Κρίση Εμπιστοσύνης απέναντι στην Ουάσιγκτον
Ίσως το πιο δύσβατο σημείο των ιρανικών όρων είναι η απαίτηση για «σιδηρές» διεθνείς εγγυήσεις. Το αίτημα αυτό εδράζεται σε μια βαθιά ριζωμένη δυσπιστία προς την Ουάσιγκτον, η οποία εντάθηκε από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ φέρονται να έχουν επιτεθεί στο Ιράν δύο φορές κατά το παρελθόν, ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα.
Η αποχώρηση του Ντόναλντ Τραμπ από την πυρηνική συμφωνία που είχε υπογραφεί επί προεδρίας Ομπάμα παραμένει το κεντρικό σημείο αναφοράς της Τεχεράνης. «Πώς μπορούμε να εμπιστευτούμε τον Τραμπ τώρα;», είναι το ερώτημα που κυριαρχεί στους κύκλους των Ιρανών αξιωματούχων, καθιστώντας την απαίτηση για εγγυήσεις μια δήλωση απόλυτης καχυποψίας προς τη διεθνή διπλωματία.
Το Ενιαίο Μέτωπο του Καθεστώτος
Παρά τις αρχικές εκτιμήσεις για μια πιθανή στρατηγική «καλού και κακού αστυνομικού» εντός της ιρανικής ηγεσίας, η πραγματικότητα στο πεδίο δείχνει μια συμπαγή σκληροπυρηνική στάση. Αν και ο Πρόεδρος Πεζεσκιάν είχε δείξει ψήγματα μεταμέλειας πριν από λίγες ημέρες για τις επιθέσεις σε γειτονικές χώρες, φαίνεται πως «ανακλήθηκε στην τάξη» από την ανώτατη ηγεσία.
Με τον Μουτζταμπά πλέον στο ρόλο του Ανώτατου Ηγέτη, η σκληρή γραμμή της Τεχεράνης όχι μόνο διατηρείται, αλλά επαναβεβαιώνεται. Η ταυτόχρονη εκτόξευση πυραύλων από τους Φρουρούς της Επανάστασης ($IRGC$) και οι διπλωματικές αναρτήσεις του Πεζεσκιάν δεν αποτελούν αντικρουόμενες δράσεις, αλλά μέρος μιας ενιαίας στρατηγικής που δεν δείχνει σημάδια ρωγμών.
Οι όροι που έθεσε ο Μασούντ Πεζεσκιάν αντικατοπτρίζουν ένα Ιράν που αρνείται να συνθηκολογήσει, παρά την πίεση. Η επιμονή σε αποζημιώσεις και πυρηνικά δικαιώματα, σε συνδυασμό με την απαίτηση για εγγυήσεις που η Δύση δύσκολα μπορεί να παράσχει, προμηνύει μια μακρά περίοδο αβεβαιότητας, όπου ο διάλογος θα παραμένει δέσμιος των τραυμάτων του παρελθόντος και των γεωπολιτικών αδιεξόδων του παρόντος.



