Της Πηνελόπης Ι. Ντουντουλάκη
(Κείμενα και στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης, Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, σκηνοθεσία: Αρίσταρχος παπαδανιήλ -Παναγιώτης Κουντουράς, αφήγηση και τραγούδι: Αρίσταρχος Παπαδανιήλ)
Μην πεις μια λέξη για ψυχές στοιβαγμένες σε τραίνα, ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, άγρια σκυλιά, ξύλινα τσόκαρα σε πόδια πληγιασμένα, ριγωτά ρούχα, ξυρισμένα κεφάλια, σιωπή, φόβο και τρόμο, για την πορεία πάνω στη Σκάλα του Θανάτου, για πείνα που κατατρώγει το σώμα, για τον καπνό και την οσμή φλεγόμενης σάρκας που έρχεται από πέρα. Μην πεις για βαλίτσες, ματογυάλια, οδοντόβουρτσες και παπούτσια πεταμένα σε σωρούς, μην πεις για τα μαλλιά, μακριά ή κοντά, μαύρα, καστανά, λευκά ή γκρίζα, σωριασμένα σε στοίβες.
Τα πουλιά, λέει, τραγουδούν εκεί ακόμα, μιλούν φλύαρα, αντιμάχονται τον φοβερό ίσκιο της Σιωπής. Τα δέντρα, ψηλά και βαθύσκιωτα, πλαισιώνουν πάντα τον ίδιο τόπο. Μόνο οι καστανιές, κατά ένα τρόπο περίεργο, δίνουν καρπούς που το χρώμα τους φέρνει κάτι από αίμα.
Πώς να μιλήσει κάποιος για τα τόσα φρικτά και ανείπωτα, μέσα από μια κινηματογραφική δημιουργία;
Ίσως, μια μέρα ανοιξιάτικη που τα ανθισμένα χρώματα καλύπτουν στάχτες και αίμα, μια μέρα που κόσμος έρχεται εκεί με σημαίες, στεφάνια και τραγούδια, ίσως τότε μπορείς να διαβείς τη φοβερή πύλη με τη σιδερένια εξώθυρα που ζητά να αποχωριστείς κάθε ελπίδα ζωής. ‘Ισως μελετήσεις τον πελώριο γυπαετό με τις φτερούγες απλωμένες πάνω στα τείχη.
Ίσως τότε μπορέσεις να ανεβείς μέχρι το φυλάκιο-πύργο, από όπου ο πανόπτης φρουρός με το πολυβόλο στο χέρι επιθεωρούσε κάθε κίνηση στο στρατόπεδο.
Να κατεβείς πάλι κάτω, στην αυλή, όπου οι διάδρομοι έχουν στρωθεί προσεκτικά με κυβόλιθους και το γρασίδι πιο κει σε προσκαλεί να κκαθίσεις, όπως σε μια ανυποψίαστη εκδρομή. Ολόγυρα στέκουν Μνημεία και Μνήμες από χώρες και λαούς.
Να ξεκινήσεις να τραγουδάς, με συνοδεία τις δοξαριές κάποιου βιολοντσέλου, το Μοιρολόι του Μαουτχάουζεν: “Τι ωραία που είναι η αγάπη μου / με το καθημερνό της φόρεμα / και το χτενάκι στα μαλλιά…” αλλά και το Εμβατήριο της Ελπίδας: “Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια / κορίτσι με τα παγωμένα χέρια / όταν τελειώσει ο πόλεμος μη με ξεχάσεις…”
Nα τραγουδάς καθώς η ματιά σου θα συναντά το ψηλό τείχος, τη χαράδρα, τη Σκάλα με τα 186 σκαλοπάτια, τα “μπλοκ” όπου απαγορευόταν ακόμα και να βαδίσεις. Να τραγουδάς ξανά και ξανά, μέχρι που να γίνεις ένα με την αθέατη πλευρά του τόπου και του χρόνου, μέχρι που να φορέσεις τη ριγωτή στολή για να συναντήσεις τον ηλικιωμένο άνδρα που ήρθε με αναπηρικό αμαξίδιο. Εκείνον που κάποτε βρέθηκε, παιδί 14 χρονών, στο μπλοκ των “ιατρικών πειραμάτων”.
Να ανιστορήσεις τα μηνύματα που έστειλαν ο Γιάννης και ο Κωνσταντής. Να μνημονέψεις ενάντια στη λησμονιά.
Στοχαστικοί επισκέπτες περιδιαβαίνουν και σταματούν, για ένα λεπτό. Συνεπαρμένοι από τον ήχο της μελωδίας, ταξιδεύουν με το τραγούδι σου. Είδες που κατόρθωσες να μιλήσεις για τα φοβερά και τα ανείπωτα;
Μην σταματάς να τραγουδάς…



