Ο ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας Τζον Μιρσχάιμερ υποστηρίζει στο Al Jazeera ότι οι ΗΠΑ «σύρθηκαν» σε αυτόν τον πόλεμο, ότι η αεροπορική ισχύς δεν μπορεί να φέρει αλλαγή καθεστώτος, ότι ο Τραμπ ξεκίνησε πόλεμο χωρίς δημόσια στήριξη, και ότι οι πραγματικοί κερδισμένοι είναι η Ρωσία και η Κίνα
Ποιος ώθησε τις ΗΠΑ σε πόλεμο με το Ιράν; Ο ιστορικός Τζον Μιρσχάιμερ, σε συνέντευξή του στην εκπομπή UpFront του Al Jazeera, δίνει μια κατηγορηματική απάντηση: το Ισραήλ και το λόμπι του στις ΗΠΑ. Ο Μιρσχάιμερ υποστηρίζει ότι ο πόλεμος αυτός δεν εξυπηρετεί τα αμερικανικά εθνικά συμφέροντα, ότι δεν μπορεί να κερδηθεί με αεροπορική ισχύ μόνο, ότι ο στρατηγός Κέιν — επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου, επιλεγμένος από τον ίδιο τον Τραμπ — είχε προειδοποιήσει ότι οι ΗΠΑ δεν διέθεταν βιώσιμη στρατιωτική επιλογή στο Ιράν, και ότι οι πραγματικοί κερδισμένοι από τη σύγκρουση είναι η Ρωσία και η Κίνα.
Το Ιράν δεν αποτελούσε απειλή για τις ΗΠΑ
Ο Μιρσχάιμερ επιχειρηματολόγησε ότι το Ισραήλ — και ιδίως ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου — προσπαθούσε εδώ και χρόνια να παρασύρει τις ΗΠΑ σε πόλεμο με το Ιράν, αλλά δεν τα κατάφερε μέχρι τον Τραμπ. Ανέφερε ότι ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ο πρόεδρος της Βουλής Μάικ Τζόνσον ουσιαστικά δήλωσαν ότι οι ΗΠΑ πήγαν σε πόλεμο επειδή τις «έσυρε» το Ισραήλ.
Στην αντίρρηση ότι αυτή η ανάγνωση υπερεκτιμά την ισραηλινή επιρροή — δεδομένου ότι οι ΗΠΑ έχουν δικά τους στρατηγικά συμφέροντα, πρόσβαση σε ενεργειακές οδούς και στρατιωτική κυριαρχία, και δραστηριοποιούνταν στη Μέση Ανατολή πολύ πριν αποκτήσει επιρροή το ισραηλινό λόμπι — ο Μιρσχάιμερ απάντησε ότι το ιστορικό αμερικανικό ενδιαφέρον οφειλόταν στο πετρέλαιο. Αλλά ο πόλεμος με το Ιράν δεν γίνεται για πετρέλαιο, τόνισε.
Το κεντρικό του επιχείρημα ήταν ρητορικό: «Αν η στήριξη στο Ισραήλ εξυπηρετούσε τα αμερικανικά εθνικά συμφέροντα, γιατί θα χρειαζόταν λόμπι; Γιατί χρειάζεται αυτό το λόμπι — που κατά σχεδόν όλες τις εκτιμήσεις είναι το ισχυρότερο στην ιστορία των ΗΠΑ — αν το Ισραήλ ουσιαστικά κάνει τη δουλειά μας;» Αναγνώρισε ότι υπάρχει σύγκλιση — και οι δύο χώρες θέλουν να αποτρέψουν ιρανικά πυρηνικά. Αλλά σε πολλά ζητήματα, τα αμερικανικά συμφέροντα βρίσκονται σε αντίθεση με τα ισραηλινά. «Το Ιράν δεν αποτελεί απειλή για τις ΗΠΑ», δήλωσε κατηγορηματικά.
Αλλαγή καθεστώτος — ο στόχος που δεν μπορεί να επιτευχθεί
Ο Μιρσχάιμερ αναγνώρισε ότι οι στόχοι της κυβέρνησης Τραμπ αλλάζουν συνεχώς — πυρηνική αποτροπή, αλλαγή καθεστώτος, περιφερειακή κυριαρχία — αλλά ο πραγματικός στόχος είναι η αλλαγή καθεστώτος. Χωρίς νέο καθεστώς υποτελές στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, δεν μπορείς να πετύχεις τίποτα: ούτε εγκατάλειψη εμπλουτισμού ουρανίου, ούτε βαλλιστικών πυραύλων, ούτε στήριξης σε Χούθι, Χαμάς και Χεζμπολάχ.
Η κυβέρνηση πίστεψε ότι μπορεί να το πετύχει «αποκεφαλίζοντας» το καθεστώς. Αποκεφάλισε — και το καθεστώς παρέμεινε. Τώρα τιμωρεί τον ιρανικό πληθυσμό. Αλλά, τόνισε, «ποτέ καμία εκστρατεία τιμωρίας με αεροπορική ισχύ δεν πέτυχε αλλαγή καθεστώτος». Για κάτι τέτοιο χρειάζονται χερσαίες δυνάμεις — όπως στο Ιράκ. Και αυτό δεν πρόκειται να συμβεί.
Ένας πόλεμος χωρίς λαϊκή στήριξη και χωρίς πυρομαχικά
Ο Μιρσχάιμερ υπογράμμισε ένα πρωτοφανές γεγονός: όταν ο Τραμπ ξεκίνησε τον πόλεμο στις 28 Φεβρουαρίου, μόνο το 20% των Αμερικανών τον υποστήριζε. Είναι η πρώτη φορά στην αμερικανική ιστορία που ένας πρόεδρος πήγε σε πόλεμο χωρίς τη στήριξη της κοινής γνώμης. Η ιδέα ότι μετά το Αφγανιστάν και το Ιράκ οι ΗΠΑ θα εισβάλουν σε μια χώρα στο μέγεθος της Δυτικής Ευρώπης με 93 εκατομμύρια κατοίκους είναι, κατ’ αυτόν, αδύνατη. Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Κάρολιν Λέβιτ αρνήθηκε να αποκλείσει πιθανή στρατιωτική επιστράτευση αν κλιμακωθεί ο πόλεμος — αλλά ο Μιρσχάιμερ θεωρεί αδιανόητο ένα τέτοιο σενάριο.
Αμφισβήτησε επίσης τον ισχυρισμό του Τραμπ ότι τα αμερικανικά αποθέματα όπλων είναι «ουσιαστικά απεριόριστα». Ανέφερε ότι ο στρατηγός Κέιν είχε ενημερώσει τον πρόεδρο πριν τον πόλεμο ότι σε μακρόχρονη σύγκρουση τα αποθέματα δεν θα επαρκούσαν. Πρόσθεσε δύο παράλληλα: ο πόλεμος στην Ουκρανία εξάντλησε αποθέματα σε επικίνδυνα επίπεδα, και σχεδόν κάθε ανάλυση πιθανού πολέμου ΗΠΑ–Κίνας για την Ταϊβάν δείχνει εξάντληση μετά από 30 ημέρες.
Οι κερδισμένοι — Ρωσία και Κίνα
Ο Μιρσχάιμερ ήταν σαφής: οι πραγματικοί κερδισμένοι είναι η Ρωσία και η Κίνα. Η Ρωσία ωφελείται από την πετρελαϊκή κρίση — πουλά περισσότερο πετρέλαιο σε υψηλότερες τιμές, αναιρώντας τα αποτελέσματα των κυρώσεων. Παράλληλα, ο πόλεμος περιορίζει τα αμερικανικά όπλα που μπορούν να σταλούν στην Ουκρανία. Η Κίνα αυξάνει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή και παγκοσμίως, εμφανιζόμενη ως σταθερή και λογική δύναμη σε σύγκριση με τη διοίκηση Τραμπ. «Για τις δύο μεγάλες δυνάμεις του συστήματος, αυτός ο πόλεμος είναι καλό νέο», δήλωσε.
Ο Μιρσχάιμερ περιέγραψε ένα σενάριο: αν ο πόλεμος τελειώσει χωρίς αλλαγή καθεστώτος — ίσως μάλιστα ωθώντας το Ιράν προς πυρηνικά — οι ΗΠΑ θα βρεθούν σε χειρότερη θέση. Αυτό θα εξοργίσει τους Ισραηλινούς, που θα ζητήσουν νέο χτύπημα. Αλλά οι ΗΠΑ δεν θα θέλουν να το ξανακάνουν. «Μπορεί κανείς να φανταστεί σενάριο όπου οι αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις φθείρονται σοβαρά στο τέλος αυτής της σύγκρουσης», δήλωσε.
Για ποιον διεξάγεται αυτός ο πόλεμος;
Η ανάλυση του Μιρσχάιμερ θέτει ερωτήματα που βρίσκονται στον πυρήνα της τρέχουσας κρίσης: αν ο πόλεμος δεν εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα, αν δεν μπορεί να κερδηθεί με αεροπορική ισχύ, αν τα πυρομαχικά δεν επαρκούν, αν η κοινή γνώμη αντιτίθεται, και αν οι κερδισμένοι είναι οι γεωπολιτικοί αντίπαλοι — τότε για ποιον διεξάγεται αυτός ο πόλεμος;
Πηγή: UpFront, Al Jazeera. Συνέντευξη: Redi Tlhabi με τον John Mearsheimer.



