28.8 C
Chania
Παρασκευή, 26 Ιουνίου, 2026

Ο Δημήτρης Δαμασκηνός περιγράφει στον Σταύρο Διοσκουρίδη έναν από τους πιο δύσκολους τόπους εξορίας, τη Γαύδο, το ελληνικό “νησί του θανάτου”

Ημερομηνία:

Γαύδος: Από τόπος εξορίας του Μεσοπολέμου, σταθμός προσφυγικών ροών – Η ιστορική έρευνα για το «νησί του θανάτου» και η εμπορευματοποίηση των μνημείων

Η Γαύδος, το νοτιότερο άκρο της ελληνικής και ευρωπαϊκής επικράτειας, αποτελεί διαχρονικά ένα γεωγραφικό σταυροδρόμι τριών ηπείρων, άρρηκτα συνδεδεμένο με την παραγωγή ιστορικών συλλογικών μνήμων. Πριν μετατραπεί σε σύγχρονο σύμβολο του ελευθεριακού παραθερισμού, το νησί αποτέλεσε έναν από τους πλέον δυσπρόσιτους και σκληρούς τόπους εκτόπισης πολιτικών αντιπάλων στην Ελλάδα.

Η ιστορική αυτή διαδρομή αναδείχθηκε στο επεισόδιο του podcast «Explainer» του News 24/7, όπου ο δημοσιογράφος Σταύρος Διοσκουρίδης συνομίλησε με τον ερευνητή, συγγραφέα και ιστορικό Δημήτρη Δαμασκηνό, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Εξόριστοι στο νησί του θανάτου: Μαρτυρίες, ντοκουμέντα και δημοσιεύματα για τις εκτοπίσεις αγωνιστών στη Γαύδο» από τις εκδόσεις Παρασκήνιο.

Το νομοθετικό πλαίσιο του Μεσοπολέμου και η κρατική καταστολή

Η χρήση της Γαύδου ως τόπου εκτόπισης πολιτικών εξορίστων ξεκίνησε ήδη από το 1925, όταν η κρατική διοίκηση δίωξε την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (ΚΚΕ) με αφορμή τη στάση του στο Μακεδονικό ζήτημα. Ωστόσο, η μαζική μεταφορά εκτοπισμένων στο νησί διογκώθηκε μετά την ψήφιση του περίφημου νόμου περί «Ιδιωνύμου» κατά την περίοδο 1929-1930. Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία ποινικοποίησε την αριστερή ιδεολογία, επιτρέποντας τον εκτοπισμό πολιτών για διάστημα δύο έως τεσσάρων ετών, χωρίς την απαίτηση τέλεσης κάποιας παράνομης πράξης, παρά μόνο βάσει των φρονημάτων τους.

Το φαινόμενο έλαβε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας (1936-1941), όταν εκατοντάδες αγωνιστές μεταφέρθηκαν στο νησί, το οποίο στερούνταν παντελώς βασικών υποδομών. Όπως εξήγησε ο κ. Δαμασκηνός, η Γαύδος διέθετε τότε μια μικρή κοινότητα περίπου 350 μόνιμων κατοίκων, διάσπαρτων σε φτωχικούς οικισμούς όπως το Καστρί, το Σαρακίνικο και τα Γαλανά. Η επικοινωνία με την Κρήτη ήταν εξαιρετικά προβληματική, καθώς σε περιπτώσεις κακοκαιρίας ή νοτιάδων το πλοίο της γραμμής μπορούσε να καθυστερήσει ακόμη και έναν μήνα, μια κατάσταση που, όπως σημειώθηκε σκωπτικά, παρατηρείται ενίοτε μέχρι σήμερα.

Οι συνθήκες διαβίωσης και η κυριολεξία του «νησιού του θανάτου»

Οι πολιτικοί εξόριστοι, προερχόμενοι από διάφορες περιοχές της χώρας όπως η Λέσβος, η Μακεδονία και ο Βόλος, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα περιβάλλον πλήρους απομόνωσης. Ελλείψει κρατικών καταλυμάτων, πολλοί αναγκάζονταν να διαμένουν σε βραχοσπηλιές, στερούμενοι επαρκούς διατροφής και ένδυσης, ενώ το κέντρο επιτήρησης των αρχών βρισκόταν στον σταθμό της Χωροφυλακής στο Καστρί.

Ο χαρακτηρισμός «νησί του θανάτου» δεν αποτελεί μεταφορικό σχήμα λόγου, αλλά βασίζεται σε συγκεκριμένα ιστορικά τεκμήρια και καταγεγραμμένες απώλειες ανθρώπινων ζωών λόγω των κακουχιών, του ψύχους, της ζέστης και της ενδημικής ελονοσίας. Ο πρώτος νεκρός του Ιδιωνύμου στη Γαύδο υπήρξε το 1932 ο Παναγιώτης Καρατιμίδης από τη Λέσβο, ο οποίος προσβλήθηκε από τυφοειδή πυρετό και κατέληξε στα Σφακιά κατά τη μεταφορά του. Στο νησί καταγράφηκαν ακόμη τρεις θάνατοι, μεταξύ των οποίων και ενός βρέφους 13 μηνών, κόρης της συνδικαλίστριας Τσακμάκη-Αλεξανδρίδη, το οποίο ασθένησε στη Γαύδο και απεβίωσε στη Λάρισα.

Περιγράφοντας την κατάσταση της υγείας των εκτοπισμένων, ο κ. Δαμασκηνός ανέφερε:

«Ήταν μια εξαιρετικά απάνθρωπη συνθήκη, που λύγιζε τους πιο αδύναμους οργανισμούς. Οι μαρτυρίες για αυτές τις κακουχίες είναι συγκλονιστικές. Για παράδειγμα, ο γιατρός Αντωνιάδης, ο οποίος το 1936 έδωσε συνέντευξη στον Αυστραλό δημοσιογράφο του BNS μόλις επέστρεψε από τη Γαύδο, ήταν τόσο υποσιτισμένος και εξαντλημένος που είχαν πέσει ακόμα και τα νύχια από τα δάχτυλα των χεριών του. Δεν πρόκειται για υπερβολές, αλλά για την ιστορική πραγματικότητα.»

Η εμπορευματοποίηση του «Σπιτιού των Εξορίστων» στο Σαρακίνικο

Ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά τεκμήρια της περιόδου είναι το «Σπίτι των Εξορίστων» στην περιοχή Σαρακίνικο, το οποίο οικοδομήθηκε με προσωπική εργασία και ενέργειες των ίδιων των εκτοπισμένων κατά το διάστημα 1931-1933. Στο οίκημα αυτό διέμειναν εξέχουσες προσωπικότητες του κινήματος, όπως ο Μενέλαος Λουντέμης το 1933 και ο Άρης Βελουχιώτης.

Σήμερα, το κτίριο, αν και θεσμοθετημένο ιστορικό μνημείο, έχει μετατραπεί σε ιδιωτικό κατάστημα και ξενώνα, ενώ στο παρελθόν επιχειρήθηκε η εκμετάλλευσή του μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης με σκηνές, πρακτική που αντιτίθεται στην αρχαιολογική νομοθεσία.

Ο κ. Δαμασκηνός άσκησε δριμεία κριτική στη διαχείριση του χώρου, ζητώντας την κρατική παρέμβαση:

«Δυστυχώς, στην Ελλάδα ζούμε και επιτρέπεται αυτή η μορφή εξευτελισμού: να αναγνωρίζεται κάτι ως ιστορικό μνημείο, αλλά ταυτόχρονα να λειτουργεί ως καφετέρια ή πανσιόν. […] Θεωρώ ότι είναι χρέος της πολιτείας να δρομολογήσει άμεσα τις διαδικασίες για την απαλλοτρίωση του ακινήτου. Να δοθεί η προβλεπόμενη αποζημίωση στον ιδιοκτήτη και το κτίριο να μετατραπεί σε έναν πραγματικό τόπο ιστορικής μνήμης.»

Σύμφωνα με την πρόταση του συγγραφέα, ο χώρος θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για τη φιλοξενία επιστημονικών συνεδρίων, τη στέγαση ψηφιακού μουσείου και την προσέλκυση σχολικών εκδρομών, εντασσόμενος σε ιστορικές και πεζοπορικές διαδρομές που θα προωθούσαν ένα ποιοτικότερο τουριστικό μοντέλο.

Η προλεταριακή λογοτεχνία και η κατασκευή του «εσωτερικού εχθρού»

Κατά τη διάρκεια της εκπομπής, ο δημοσιογράφος Σταύρος Διοσκουρίδης αναφέρθηκε σε ένα διήγημα του παππού του, Σταύρου Τσακίρη, ο οποίος ήταν κομμουνιστής και μέλος της λογοτεχνικής ομάδας του περιοδικού «Νέοι Πρωτοπόροι». Αν και ο Τσακίρης δεν είχε επισκεφθεί ποτέ τη Γαύδο, αποτύπωσε στο έργο του τις κακουχίες του νησιού, συμβάλλοντας στην ηρωποίηση της αντοχής των εξορίστων ως συμβόλων ιδεολογικής θωράκισης. Ο κ. Δαμασκηνός διευκρίνισε ότι, αν και το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και όχι πρωτογενή ιστορική πηγή, εντάχθηκε στο βιβλίο καθώς αποτυπώνει ανάγλυφα το ψυχολογικό και ιδεολογικό κλίμα της εποχής.

Από ιστορική άποψη, επισημάνθηκε ότι οι κομμουνιστές κατά τον Μεσοπόλεμο αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία που δεν συνιστούσε πραγματική απειλή για το αστικό καθεστώς. Η κρατική καταστολή, ωστόσο, υπήρξε εκτεταμένη, με το σύστημα να κατασκευάζει την έννοια του «εσωτερικού εχθρού» για λόγους πολιτικής σταθεροποίησης. Το μέγεθος του αυταρχισμού αποτυπώνεται στο γεγονός ότι κατά τη μεταξική δικτατορία, ο Υφυπουργός Δημόσιας Ασφάλειας, Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ζήτησε τον περιορισμό των εξαναγκαστικών «δηλώσεων μετανοίας», οι οποίες είχαν φθάσει τον αριθμό των 100.000.

Η σύγχρονη ιστορική παράλληλος των μεταναστευτικών ροών

Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με μια σύγχρονη ιστορική παράλληλο, καθώς η Γαύδος αποτελεί σήμερα σημείο υποδοχής αυξημένων μεταναστευτικών ροών. Πρόσφυγες, κυρίως Σουδανοί που αποπλέουν από τις ακτές της Λιβύης για να ξεφύγουν από τον πόλεμο, φτάνουν με ξύλινες βάρκες στο νησί, μεταβάλλοντας εκ νέου τον κοινωνικό του ρόλο.

Ο κ. Δαμασκηνός υπογράμμισε την ανάγκη αντιμετώπισης του ζητήματος με ανθρωπιστικούς όρους:

«Οι επεμβάσεις και οι ανταγωνισμοί των ισχυρών της γης έχουν πυροδοτήσει αμέτρητους εμφύλιους πολέμους, ανατροπές καθεστώτων και πλήρη διάλυση ολόκληρων κρατών, με μοναδικό σκοπό την αρπαγή του παραγωγικού πλούτου αυτών των χωρών. Αυτή ακριβώς η βία γεννά τα καραβάνια των προσφύγων. Αυτοί οι άνθρωποι οφείλουν να αντιμετωπίζονται με απόλυτο σεβασμό και ανθρωπιά, όπως επιτάσσει η ανθρώπινη συνείδηση και οι διεθνείς συμβάσεις. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να στοιβάζονται σε απάνθρωπες κλειστές δομές.»

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη:

Σταύρος Διοσκουρίδης: «Είναι ένας από τους πιο γοητευτικούς τόπους της Ευρώπης, με πλούσια ιστορία και ένα παρελθόν που οφείλουμε να γνωρίζουμε. Πώς ήταν, άραγε, η Γαύδος ως τόπος εξορίας; Είμαι ο Σταύρος Διοσκουρίδης και ακούτε το Explainer, το podcast του News 24/7. Κάντε εγγραφή για να μας βρίσκετε στο Spotify και τα Apple Podcasts.

Σημερινός μας καλεσμένος είναι ο Δημήτρης Δαμασκηνός —συγγραφέας, δημοσιογράφος και ιστορικός. Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου ένα εξαιρετικό βιβλίο του με τίτλο “Εξόριστοι στο νησί του θανάτου: Μαρτυρίες, ντοκουμέντα και δημοσιεύματα για τις εκτοπίσεις αγωνιστών στη Γαύδο”, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παρασκήνιο. Είναι ένα έργο εξαιρετικά ενδιαφέρον, διότι αν έχεις επισκεφτεί τη Γαύδο και ταυτόχρονα διαβάσεις αυτό το βιβλίο, πραγματικά σού ανοίγεται ένας ολόκληρος κόσμος για ένα μέρος που γεωγραφικά ανήκει μεν στην Ελλάδα, αλλά θα έλεγε κανείς ότι βρίσκεται και πολύ μακριά από αυτήν. Κύριε Δαμασκηνέ, τι λέτε γι’ αυτό;»

Δημήτρης Δαμασκηνός: «Η Γαύδος είναι ένα νησί στο νοτιότερο σημείο της Ελλάδας, το οποίο αντιμετωπίζει τα δικά του ιδιαίτερα προβλήματα ακόμα και στις μέρες μας. Υπήρξε ένας τόπος εξορίας —εκτόπισης, για την ακρίβεια— πάρα πολύ σκληρός κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, αλλά και αργότερα, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Εκεί βρέθηκαν πολλοί αγωνιστές, οι οποίοι ήρθαν αντιμέτωποι με όλη τη βαρβαρότητα του κράτους και των κατασταλτικών μηχανισμών, προκειμένου να υπερασπιστούν τις ιδέες, τις αξίες και την αξιοπρέπειά τους.»

Το Ιδιώνυμο και η Μεταξική Δικτατορία

Σταύρος Διοσκουρίδης: «Μιλάμε, ουσιαστικά, για θύματα του περίφημου Ιδιωνύμου και, μετέπειτα, της μεταξικής δικτατορίας.»

Δημήτρης Δαμασκηνός: «Στη Γαύδο υπήρχαν πολιτικοί εξόριστοι ήδη από το 1925, όταν διώχθηκε η ηγεσία του τότε ΚΚΕ για τη λεγόμενη στάση της απέναντι στο Μακεδονικό ζήτημα. Όμως, πράγματι, το νησί γέμισε μαζικά από εξόριστους μετά την ψήφιση του Ιδιωνύμου το 1929-1930. Τότε ποινικοποιήθηκαν οι ιδέες της Αριστεράς. Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειαζόταν να έχει προβεί κανείς σε κάποια παράνομη πράξη· αρκούσε και μόνο να είναι σύμφωνος με συγκεκριμένες ιδέες ή απλώς να κατηγορηθεί γι’ αυτό, για να βρεθεί εκτοπισμένος για δύο, τρία ή τέσσερα χρόνια.

Αυτή η κατάσταση εμφάνισε βέβαια διακυμάνσεις. Κατά την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας (1936-1941), το φαινόμενο διογκώθηκε και αρκετές εκατοντάδες αγωνιστές βρέθηκαν στο νησί. Εκείνη την εποχή, στη Γαύδο δεν υπήρχε απολύτως τίποτα από υποδομές· υπήρχαν ελάχιστα κτίσματα και ελάχιστοι κάτοικοι.»

Η Ζωή στη Γαύδο και η Απομόνωση

Δημήτρης Δαμασκηνός: «Αυτό που έχει σημασία, Σταύρο —αν μου επιτρέπεις να σε αποκαλώ με το μικρό σου όνομα— είναι το γεγονός ότι στη Γαύδο υπήρχε τότε μια μικρή κοινότητα περίπου 350 μόνιμων κατοίκων. Οι Γαυδιώτες ζούσαν σε διάσπαρτους οικισμούς και βιοπορίζονταν με τεράστια δυσκολία· ήταν ένας πολύ φτωχός κόσμος. Υπήρχαν βέβαια κάποιοι κάτοικοι και στο Καστρί, και στο Σαρακίνικο, και στα Γαλανά, οπότε το νησί δεν ήταν τελείως έρημο.

Ωστόσο, στερούνταν ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις υποδομές που μπορεί να διανοηθεί κανείς. Δεν συζητάμε καν για την ύπαρξη γιατρού ή για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ακόμη και η ίδια η επικοινωνία με την απέναντι πλευρά της Κρήτης ήταν προβληματική: όταν είχε κακοκαιρία, το καράβι της γραμμής μπορούσε να κάνει ακόμη και έναν μήνα για να φανεί.»

Σταύρος Διοσκουρίδης: «Καλά, εδώ που τα λέμε, και σήμερα κάνει καμιά φορά έναν μήνα να φτάσει αν έχει νοτιάδες! [γέλια] Δεν άλλαξαν και πολλά από τότε.»

Δημήτρης Δαμασκηνός: «Ακριβώς, έχει περάσει σχεδόν ένας αιώνας και το πρόβλημα της συγκοινωνίας δεν έχει αντιμετωπιστεί ακόμα με τρόπο ουσιαστικό. Αυτό που ήταν πραγματικά σοκαριστικό σε αυτή τη μορφή εκτόπισης, ήταν ότι αγωνιστές από κάθε γωνιά της Ελλάδας —από τη Μυτιλήνη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη, τον Βόλο— βρίσκονταν ξαφνικά σε ένα περιβάλλον απόλυτης αγριότητας. Δεν υπήρχαν καταλύματα· αναγκάζονταν να μένουν σε βραχοσπηλιές, στερούμενοι βασικά είδη διατροφής και ένδυσης.»

Σταύρος Διοσκουρίδης: «Δηλαδή δεν υπήρχε κάποια οργανωμένη δομή από το κράτος. Απλώς τους πετούσαν εκεί και τους άφηναν στην τύχη τους, να δουν τι θα καταφέρουν μόνοι τους.»

Δημήτρης Δαμασκηνός: «Ουσιαστικά ναι, έτσι γινόταν. Υπήρχε βέβαια στο Καστρί ο σταθμός της Χωροφυλακής, ο οποίος —όπως γνωρίζουμε από δημοσιεύματα και μαρτυρίες— αποτελούσε το κέντρο όπου συγκεντρώνονταν υπό επιτήρηση οι εκτοπισμένοι. Αργότερα, οι ίδιοι οι εξόριστοι κατάφεραν με δικές τους ενέργειες και προσωπική εργασία να χτίσουν το περίφημο “Σπίτι των Εξορίστων” στο Σαρακίνικο, κατά το διάστημα 1031-1933.»

«Το “Σπίτι των Εξορίστων” σήμερα έχει μετατραπεί σε κατάστημα και ξενώνα. Αυτό αποτελεί μια ντροπή που το ελληνικό κράτος και οι τοπικοί φορείς οφείλουν να διαχειριστούν και να αποκαταστήσουν. Ο χώρος αυτός είναι ένας θεσμοθετημένος τόπος ιστορικής μνήμης, ένα ανακηρυγμένο μνημείο της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας.

Υποτίθεται ότι αν τον επισκεφτείς, θα έπρεπε να μπορείς να δεις τους χώρους όπου κοιμούνταν όλοι μαζί, τον κεντρικό τους πυρήνα. Εκεί υπάρχει, για παράδειγμα, το δωμάτιο του Άρη Βελουχιώτη και άλλα στοιχεία που έχουν διασωθεί. Η νομοθεσία για τα μνημεία δεν είναι αφηρημένη έννοια.

Δυστυχώς, στην Ελλάδα ζούμε και επιτρέπεται αυτή η μορφή εξευτελισμού: να αναγνωρίζεται κάτι ως ιστορικό μνημείο, αλλά ταυτόχρονα να λειτουργεί ως καφετέρια ή πανσιόν. Παλαιότερα, μάλιστα, επιχείρησαν να το εκμεταλλευτούν ακόμα και μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης τύπου Airbnb με σκηνές, πράγμα που απαγορεύεται ρητά από τον νόμο για την προστασία των μνημείων.

Δεν έχω τίποτα προσωπικό με τον επιχειρηματία, αλλά θεωρώ ότι είναι χρέος της πολιτείας να δρομολογήσει άμεσα τις διαδικασίες για την απαλλοτρίωση του ακινήτου. Να δοθεί η προβλεπόμενη αποζημίωση στον ιδιοκτήτη και το κτίριο να μετατραπεί σε έναν πραγματικό τόπο ιστορικής μνήμης. Θα μπορούσε να φιλοξενεί επιστημονικά συνέδρια, να στεγάσει ένα ψηφιακό μουσείο, να προσελκύει σχολεία και μαθητές, και να ενταχθεί σε ευρύτερες πεζοπορικές και ιστορικές διαδρομές. Με αυτόν τον τρόπο, θα αναπτυσσόταν και ένα διαφορετικό, ποιοτικό μοντέλο τουρισμού στο νησί.»

«Το Νησί του Θανάτου»: Μια Κυριολεκτική Έννοια

Σταύρος Διοσκουρίδης: «Ας επιστρέψουμε στον τίτλο του βιβλίου σας, “Εξόριστοι στο νησί του θανάτου”. Στην πραγματικότητα, η ελληνική πολιτεία έστελνε τότε αυτούς τους ανθρώπους εκεί, όχι με σκοπό να τους σωφρονίσει ή να τους συμμορφώσει, αλλά με απώτερο στόχο τη φυσική τους εξόντωση.»

Δημήτρης Δαμασκηνός: «Αυτό που λες είναι απόλυτα ακριβές. Αν και ο τίτλος προκάλεσε αντιδράσεις σε ορισμένους —οι οποίοι παραδόξως τον θεώρησαν δυσφημιστικό για τη Γαύδο— η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Το βιβλίο δεν στρέφεται εναντίον της Γαύδου ή των κατοίκων της· αναδεικνύει την άγρια καταστολή που εφάρμοζε το μεσοπολεμικό αστικό κράτος εις βάρος των ιδεολογικών του αντιπάλων. Και τα στοιχεία αυτά βασίζονται σε ακλόνητα ιστορικά ντοκουμέντα.

Ο πρώτος νεκρός του Ιδιωνύμου στη Γαύδο καταγράφηκε το 1932: ήταν ο Παναγιώτης Καρατιμίδης από τη Λέσβο. Ήταν ένας Μυτιληνιός αγωνιστής, ο οποίος προσβλήθηκε από τυφοειδή πυρετό λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης στο νησί και άφησε την τελευταία του πνοή απέναντι, στα Σφακιά, όπου μεταφέρθηκε την ύστατη στιγμή. Υπάρχουν ακόμη τρεις νεκροί με ονοματεπώνυμο που άφησαν τη ζωή τους στη Γαύδο. Ανάμεσά τους και η κόρη της συνδικαλίστριας Τσακμάκη-Αλεξανδρίδη, ένα βρέφος μόλις 13 μηνών, το οποίο αρρώστησε στο νησί και πέθανε αργότερα στη Λάρισα όπου μεταφέρθηκε.

Επομένως, ο χαρακτηρισμός “το νησί του θανάτου” δεν αποτελεί μεταφορικό σχήμα λόγου, αλλά μια σκληρή κυριολεξία. Άνθρωποι πέθαιναν εκεί επειδή ο οργανισμός τους δεν άντεχε τις κακουχίες: το τσουχτερό κρύο του χειμώνα, την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού, τη γαυδιώτικη ελονοσία, τα κουνούπια και τις μεταδιδόμενες ασθένειες, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν τα σημερινά φάρμακα.»

Η καθημερινότητα της επιβίωσης: Όταν το καράβι καθυστερούσε να φτάσει, οι εξόριστοι ξέμεναν ακόμη και από ρούχα ή παπούτσια· κυκλοφορούσαν κυριολεκτικά ξυπόλητοι με κουρέλια. Το μεγαλύτερο μαρτύριο ήταν οι καλοκαιρινοί μήνες, όπου ολόκληρη η κοινότητα των εξορίστων βρισκόταν καθηλωμένη με 39 και 40 πυρετό από την ελονοσία, χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους ούτε ένα χάπι κινίνου.

«Ήταν μια εξαιρετικά απάνθρωπη συνθήκη, που λύγιζε τους πιο αδύναμους οργανισμούς. Οι μαρτυρίες για αυτές τις κακουχίες είναι συγκλονιστικές. Για παράδειγμα, ο γιατρός Αντωνιάδης, ο οποίος το 1936 έδωσε συνέντευξη στον Αυστραλό δημοσιογράφο του BNS μόλις επέστρεψε από τη Γαύδο, ήταν τόσο υποσιτισμένος και εξαντλημένος που είχαν πέσει ακόμα και τα νύχια από τα δάχτυλα των χεριών του. Δεν πρόκειται για υπερβολές, αλλά για την ιστορική πραγματικότητα.»

Η Ιστορική Έρευνα και οι Πηγές

Σταύρος Διοσκουρίδης: «Από πού αντλήσατε όλα αυτά τα στοιχεία; Πού βασίστηκε η έρευνά σας; Διότι το βιβλίο περιέχει πλούσιο φωτογραφικό υλικό, σπάνιες μαρτυρίες και αυθεντικά κείμενα της εποχής.»

Δημήτρης Δαμασκηνός: «Το 2017 επισκέφτηκα για πρώτη φορά τη Γαύδο, προκειμένου να παρουσιάσω ένα βιβλίο που είχα γράψει για τον Μενέλαο Λουντέμη. Δεν είναι ευρύτερα γνωστό, αλλά ο Λουντέμης είχε βρεθεί και ο ίδιος εκτοπισμένος ως πολιτικός εξόριστος στη Γαύδο το 1933.

Κατά τη διάρκεια εκείνης της επίσκεψης, αντίκρισα για πρώτη φορά το “Σπίτι των Εξορίστων” και τον τόπο αυτού του ιστορικού μαρτυρίου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή πήρα την απόφαση να ξεκινήσω μια συστηματική έρευνα και να συγκεντρώσω όλα τα διάσπαρτα στοιχεία, τα ντοκουμέντα και τις μαρτυρίες που αφορούσαν αυτούς τους αγωνιστές, των οποίων η ιστορία παρέμενε για χρόνια στο σκοτάδι.»

«Ήταν εξαιρετικά τρομοκρατικό, θα λέγαμε για τα δεδομένα της εποχής, το να σε στείλουν στη Γαύδο ανάμεσα στα τριάντα συνολικά νησιά εξορίας που διέθετε η χώρα. Ίσως αποτελούσε την πιο σκληρή επιλογή. Πολλοί εξόριστοι που δεν επέδεικναν “καλή διαγωγή” —σε εισαγωγικά— μετακινούνταν τιμωρητικά στη Γαύδο από άλλους, πιο υποφερτούς αστικούς χώρους ή κατοικημένα νησιά, όπως ήταν για παράδειγμα η Κεφαλονιά.

Τα στοιχεία για το βιβλίο τα συγκέντρωσα κυριολεκτικά σπυρί-σπυρί. Αξιοποίησα κάθε διαθέσιμη πηγή της περιόδου, κυρίως από εφημερίδες της εποχής με πρωτοστάτη τον Ριζοσπάστη, αλλά και από μνημονεύματα αγωνιστών, εκδοθείσες μαρτυρίες και οποιοδήποτε άλλο αρχειακό υλικό έπεσε στα χέρια μου. Αναζήτησα επίσημες αποφάσεις των κρατικών επιτροπών ασφαλείας για τις εκτοπίσεις, οικογενειακά κειμήλια, καθώς και προσωπικές φωτογραφίες των ίδιων των εξορίστων. Αναζήτησα οτιδήποτε μπορούσε να ανασυνθέσει ανάγλυφα εκείνη την ιστορική περίοδο και πιστεύω ότι σε μεγάλο βαθμό το εντόπισα.»

Η Προλεταριακή Λογοτεχνία και η Ηρωποίηση της Αντοχής

Σταύρος Διοσκουρίδης: «Μέσα στο βιβλίο φιλοξενείται και μια ιστορία με προσωπικό ενδιαφέρον για μένα. Υπάρχει ένα διήγημα του παππού μου, του Σταύρου Τσακίρη, το οποίο περιγράφει παραστατικά τις τρομερές δυσκολίες της καθημερινής επιβίωσης στη Γαύδο. Ο παππούς μου ήταν κομμουνιστής και, παρόλο που στην πραγματικότητα δεν είχε επισκεφτεί ποτέ στη ζωή του τη Γαύδο —νομίζω δεν είχε πατήσει το πόδι του ούτε καν στην Κρήτη— αποτύπωσε αυτή την εμπειρία.

Φαίνεται πως εκείνη την εποχή είχε διαμορφωθεί ανάμεσα στα μέλη και τους αγωνιστές του Κομμουνιστικού Κόμματος μια ηρωποιημένη διάσταση της εξορίας. Στόχος ήταν οι άνθρωποι που εκτοπίζονταν εκεί, πέρα από τις αντικειμενικές κακουχίες που βίωναν, να ιδωθούν ταυτόχρονα και ως σύμβολα μιας υπεράνθρωπης αντοχής, την οποία μπορούσε να προσφέρει η κομμουνιστική ιδεολογία στους πιστούς της.»

Δημήτρης Δαμασκηνός: «Ναι, Σταύρο. Αυτή τη συζήτηση την είχαμε κάνει και με τη μητέρα σου, ενώ την έχω αναπτύξει και δημόσια. Ως ιστορικός, οφείλω να επισημάνω ότι το διήγημα του παππού σου, του Σταύρου Τσακίρη —το οποίο είναι ομολογουμένως αξιολογότατο— αποτελεί έργο μυθοπλασίας (fiction). Επομένως, με αυστηρούς μεθοδολογικούς όρους, δεν μπορεί να καταταχθεί στην κατηγορία μιας πρωτογενούς ιστορικής πηγής.

Ωστόσο, επέλεξα συνειδητά να το συμπεριλάβω στην έκδοση, διότι αποδίδει με απόλυτη ακρίβεια το ψυχολογικό και ιδεολογικό κλίμα που επικρατούσε ανάμεσα στους κομμουνιστές εκείνης της περιόδου. Ο παππούς σου, όπως γνωρίζεις, ήταν μέλος μιας δραστήριας ομάδας λογοτεχνών και διανοουμένων που συσπειρώνονταν γύρω από το προοδευτικό περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι.

Εκείνη την εποχή έγραφαν με έναν τρόπο που δεν ταυτιζόταν ακόμα απόλυτα με τον μεταγενέστερο, άκαμπτο σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Επρόκειτο για μια αυθεντική μορφή προλεταριακής λογοτεχνίας, η οποία σκοπό είχε να εξυψώσει το ηθικό των αγωνιστών και τους αγώνες του κόμματος. Το κείμενο αυτό έχει τεράστια αξία από την άποψη της ιστορικής πρόσληψης: μάς δείχνει πώς οι ίδιοι οι αγωνιστές βίωναν, ερμήνευαν και αντιμετώπιζαν αυτή τη σκληρή δοκιμασία.

Επομένως, αν και η συμπερίληψη ενός λογοτεχνικού έργου μπορεί να ξενίζει ορισμένους, θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά αντιπροσωπευτική. Αποτυπώνει ανάγλυφα πώς η ιδεολογία θωράκιζε τους εξόριστους απέναντι στην εμπειρία του εγκλεισμού.»

Η Κατασκευή του «Εσωτερικού Εχθρού» στο Μεσοπόλεμο

Δημήτρης Δαμασκηνός: «Αξίζει, επίσης, να αποσαφηνίσουμε κάτι από ιστορικής πλευράς για χάρη των ακροατών: εκείνη την περίοδο οι κομμουνιστές στην Ελλάδα δεν είχαν τη μαζικότητα που απέκτησαν αργότερα, κατά τα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης ή του Εμφυλίου Πολέμου. Αποτελούσαν μια πολύ μικρή μειοψηφία μέσα στην κοινωνία. Κατά συνέπεια, δεν συνιστούσαν καμία πραγματική ή ευθεία απειλή για την ανατροπή του αστικού καθεστώτος.»

Σταύρος Διοσκουρίδης: «Αυτό είναι δεδομένο. Το αστικό καθεστώς κατά τον Μεσοπόλεμο, ακολουθώντας προφανώς και τις γενικότερες αυταρχικές εξελίξεις σε πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, ουσιαστικά “εφηύρε” τον εσωτερικό εχθρό. Το έκανε προκειμένου να συσπειρώσει τις δυνάμεις του και να εξασφαλίσει τη δική του πολιτική σταθεροποίηση.

Σίγουρα το ΚΚΕ, όπως και οι υπόλοιπες αριστερές ομάδες που ήταν ακόμα μικρότερες, δεν απειλούσαν τη σταθερότητα του συστήματος. Κι όμως, η καταστολή εναντίον τους υπήρξε πρωτοφανώς άγρια. Πρόκειται για μια σελίδα της ιστορίας που δεν έχει βρει ακόμα τη θέση που της αξίζει, ούτε στην επίσημη ιστοριογραφία ούτε στη συλλογική κοινωνική συνείδηση. Ήταν μια μορφή παραδειγματικής τιμωρίας: μια προειδοποίηση προς την κοινωνία του τύπου “μην διαβάζεις πολύ Μαρξ, γιατί θα βρεθείς στη Γαύδο”

Δημήτρης Δαμασκηνός: «Σταύρο, ο όρος “παραδειγματική” αφορά μια συγκεκριμένη οπτική. Μπορεί να μιλάμε για παραδειγματική τιμωρία όταν η καταστολή είναι περιορισμένη και επιλεκτική. Όταν όμως βλέπουμε ότι αυτή γενικεύεται, εκτρέπεται και αγκαλιάζει ακόμα και απλούς συμπαθούντες ή ανθρώπους που απλώς επέλεγαν να κρατήσουν μια στάση στοιχειώδους αξιοπρέπειας στη δουλειά τους, στο χωριό τους ή στη συνοικία τους, τότε το πράγμα αλλάζει.

Σε αυτή την κλίμακα, η καταστολή ξεφεύγει από τα όρια του παραδειγματισμού και μετατρέπεται σε μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια συνολικής τρομοκράτησης του πληθυσμού.

Σκεφτείτε μόνο το εξής: κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας, ο διαβόητος Υφυπουργός Δημόσιας Ασφάλειας, ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, έφτασε στο σημείο να ζητήσει να σταματήσει η αλόγιστη υποβολή “δηλώσεων μετανοίας”. Είχαν φτάσει, σε πληροφορώ, τις 100.000! Οι δηλώσεις αυτές δημοσιεύονταν καθημερινά στον Τύπο ή αναγιγνώσκονταν εκβιαστικά στις εκκλησίες των χωριών από “μεταμελημένους” κομμουνιστές. Αυτό το στοιχείο μάς επιτρέπει να καταλάβουμε το μέγεθος και την τρομακτική έκταση που είχε λάβει ο κρατικός αυταρχισμός.»

Μια Σύγχρονη Ιστορική Παράλληλος

Σταύρος Διοσκουρίδης: «Πέρσι το καλοκαίρι βρέθηκα στη Γαύδο ως παραθεριστής. Το νησί πλέον διανύει μια περίοδο όπου δέχεται αυξημένες μεταναστευτικές ροές, κυρίως ανθρώπους που αποπλέουν από την περιοχή της Λιβύης. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι Σουδανοί που προσπαθούν να ξεφύγουν από τη δίνη του πολέμου στην πατρίδα τους· είναι, δηλαδή, πρόσφυγες με την πραγματική έννοια του όρου.

Είναι εντυπωσιακό το πώς η Ιστορία τείνει να επαναλαμβάνεται, έστω και με διαφορετικό πρόσωπο. Σήμερα, το νησί, αντί για τους πολιτικούς εξόριστους του προηγούμενου αιώνα, υποδέχεται τις ξύλινες βάρκες και τους κατατρεγμένους αυτούς ανθρώπους.»

Δημήτρης Δαμασκηνός: «Δυστυχώς, ζούμε σε έναν σκληρό κόσμο όπου πολύ συχνά επικρατεί και διαφεντεύει το άδικο. Η Αφρική, για την οποία μιλάμε, είναι μακράν η πλουσιότερη ήπειρος σε φυσικούς πόρους στον πλανήτη, κι όμως διαθέτει τους πιο εξαθλιωμένους και φτωχούς κατοίκους.

Οι επεμβάσεις και οι ανταγωνισμοί των ισχυρών της γης έχουν πυροδοτήσει αμέτρητους εμφύλιους πολέμους, ανατροπές καθεστώτων και πλήρη διάλυση ολόκληρων κρατών, με μοναδικό σκοπό την αρπαγή του παραγωγικού πλούτου αυτών των χωρών. Αυτή ακριβώς η βία γεννά τα καραβάνια των προσφύγων.

Αυτοί οι άνθρωποι οφείλουν να αντιμετωπίζονται με απόλυτο σεβασμό και ανθρωπιά, όπως επιτάσσει η ανθρώπινη συνείδηση και οι διεθνείς συμβάσεις. Όπως ορίζει και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, δεν επιτρέπεται να στοιβάζονται σε απάνθρωπες κλειστές δομές ή να αντιμετωπίζονται ως υπάρξεις κατώτερης κατηγορίας. Σε καμία περίπτωση.

Είναι ανάγκη να ενεργοποιηθούν τα ανακλαστικά αλληλεγγύης των δημοκρατικών πολιτών, ώστε να προσφέρουμε ένα ουσιαστικό στήριγμα σε αυτούς τους απελπισμένους. Γιατί πρέπει να το καταλάβουμε καλά: κανένας άνθρωπος δεν εγκαταλείπει το σπίτι και την πατρίδα του για πλάκα.»

Το ξέρουμε…

Το να βλέπετε αυτά τα μηνύματα μπορεί να είναι κουραστικό. Και να είστε σίγουροί ότι ούτε κι εμείς βρίσκουμε κάποια ευχαρίστηση από το να τα γράφουμε... Όμως αυτό το μήνυμα δεν αφορά εμάς. Αφορά κάτι πολύ πιο σημαντικό: την επιβίωση της ανεξάρτητης, μαχητικής δημοσιογραφίας στην Kρήτη.

Η στήριξη σας είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να:

  1. - Κάνουμε ρεπορτάζ χωρίς φόβο και εξαρτήσεις. Κανείς δεν μας υπαγορεύει τι να πούμε ή τι να αποσιωπήσουμε.
  2. - Κρατάμε τη δημοσιογραφία μας προσβάσιμη σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν. Χωρίς paywall, χωρίς προνόμια μόνο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα.

Η απλή αλήθεια είναι ότι τα έσοδα διαρκώς συρρικνώνονται. Αν πιστεύετε ότι μια πραγματικά ελεύθερη ενημέρωση είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία και τον έλεγχο της εξουσίας, τότε δώστε μας τη δύναμη να συνεχίσουμε.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ