Στο επίκεντρο της διεθνούς και εγχώριας πολιτικής επικαιρότητας βρέθηκαν οι γεωπολιτικές ισορροπίες και η κατεύθυνση της ελληνικής διπλωματίας, κατά τη διάρκεια του 30ού Annual Government Roundtable του Economist.
Στο πλαίσιο του συνεδρίου, ο πρόεδρος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ), Αλέξης Τσίπρας, παραχώρησε συνέντευξη στη δημοσιογράφο Φανή Παπαγεωργίου, εξαπολύοντας μια συνολική και αιχμηρή επίθεση στην εξωτερική πολιτική που ασκεί η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ο κ. Τσίπρας εξέφρασε έντονες ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια, κατηγορώντας το κυβερνών κόμμα για εγκατάλειψη της παραδοσιακής πολυδιάστατης στρατηγικής της χώρας και για υιοθέτηση μιας στάσης που χαρακτήρισε ως υποτακτική, την ώρα που η ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Ευρώπης δοκιμάζεται από σοβαρές κρίσεις ηγεσίας.
Η ευρωπαϊκή κρίση ηγεσίας και τα δομικά προβλήματα του ΝΑΤΟ
Η ανάλυση του προέδρου της ΕΛΑΣ εκκίνησε από το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, καταγράφοντας μια γενικευμένη αδυναμία των κυβερνήσεων της ηπείρου να διαμορφώσουν μια αυτόνομη και θαρραλέα διπλωματική στρατηγική. Σύμφωνα με τον κ. Τσίπρα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποτυγχάνουν να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, αποφεύγοντας να ενισχύσουν τη γεωστρατηγική αυτονομία της Ευρώπης και να διεκδικήσουν ενεργά την ειρήνη στην Ουκρανία, τη διπλωματική διευθέτηση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, τον τερματισμό των εχθροπραξιών στη Γάζα, καθώς και μια δίκαιη και βιώσιμη λύση για το Κυπριακό.
Αυτή η έλλειψη προσανατολισμού αντανακλάται, κατά τον ίδιο, και στο εσωτερικό της Ατλαντικής Συμμαχίας, η οποία παρουσιάζει δύο βασικά «οξύμωρα» χαρακτηριστικά. Το πρώτο, διαχρονικό πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι η Τουρκία, ένα μέλος του ΝΑΤΟ, αποτελεί διαρκή απειλή πολέμου απέναντι σε ένα άλλο μέλος, την Ελλάδα, ενώ συνεχίζει να κατέχει το βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας επί 52 έτη μετά την εισβολή. Αντί, όμως, η Άνκαρα να υφίσταται πιέσεις, τελικά επιβραβεύεται. Το δεύτερο οξύμωρο αφορά τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες ως ηγέτιδα δύναμη απαξιώνουν τη συμμαχία, με τους Ευρωπαίους ηγέτες να επιχειρούν μάταια να εξευμενίσουν τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ αντί να αξιοποιήσουν τη συγκυρία για την ενίσχυση της δικής τους αυτονομίας.
Η στροφή στο δόγμα της «λευκής επιταγής» και η κρίση στην Κάσο
Περνώντας στα ζητήματα που αφορούν άμεσα την Ελλάδα, ο κ. Τσίπρας εξέφρασε τη ρητή διαφωνία του με τους κυβερνητικούς χειρισμούς, υπογραμμίζοντας ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη εγκατέλειψε το πάγιο δόγμα της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής που ακολουθούσαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από τη Μεταπολίτευση του 1974 και μετά. Στη θέση του, όπως ανέφερε, υιοθετήθηκε η λογική του «δεδομένου συμμάχου», ο οποίος συναινεί εκ των προτέρων σε όλα, υπογράφοντας μια «λευκή επιταγή».
Ως παράδειγμα αυτής της στρατηγικής, ο πρώην πρωθυπουργός ανέφερε τη στάση της Αθήνας έναντι της Ουάσιγκτον κατά την περίοδο της προεδρίας Μπάιντεν, όταν η ελληνική πλευρά επιδίωξε μια τυφλή προσκόλληση. Κατήγγειλε μάλιστα ότι ο κ. Μητσοτάκης έφτασε στο σημείο να τον κατηγορεί εντός του ελληνικού κοινοβουλίου για «τραμπισμό», στρεφόμενος ουσιαστικά κατά του τότε εσωτερικού πολιτικού αντιπάλου του κ. Μπάιντεν. Λόγω αυτής της έλλειψης πρόνοιας για ενδεχόμενη πολιτική αλλαγή στις ΗΠΑ, η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ανάγκασε την κυβέρνηση σε περισσότερες πολιτικές «κυβιστήσεις» για τον εκ των υστέρων εξευμενισμό του.
Αποτιμώντας τα αποτελέσματα αυτής της τακτικής, ο κ. Τσίπρας δήλωσε:
«Σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο η Τουρκία να παίρνει F-35, F-16, Eurofighter και αμερικανικούς κινητήρες, κι από την άλλη η Ελλάδα να μην έχει καν τη δυνατότητα να ποντίσει ένα απλό καλώδιο στην Κάσο —και μην το αμφισβητείτε αυτό, έτσι είναι. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου η εθνική μας ασφάλεια τίθεται σε άμεσο κίνδυνο.»
Η σύγκριση των διαπραγματεύσεων για τη Σούδα και την Αλεξανδρούπολη
Στο πλαίσιο της κριτικής του, ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ προχώρησε σε μια αναλυτική σύγκριση του τρόπου με τον οποίο διαπραγματεύτηκαν οι δικές του διαδοχικές κυβερνήσεις με την αμερικανική πλευρά, σε σχέση με την παρούσα διακυβέρνηση. Όπως υπενθύμισε, κατά τη διάρκεια των επαφών του με την κυβέρνηση Ομπάμα, ο τότε αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν του είχε ζητήσει την πενταετή ανανέωση της χρήσης της στρατιωτικής βάσης της Σούδας, η οποία μέχρι τότε εγκρινόταν σε ετήσια βάση.
Ο κ. Τσίπρας επεσήμανε ότι για να συναινέσει στην πενταετία έθεσε συγκεκριμένους όρους, αιτήματα και διεκδικήσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, με αποτέλεσμα η συμφωνία να μην υπογραφεί, καθώς η αμερικανική πλευρά δεν τα ικανοποίησε. Αντίθετα, κατηγόρησε τον κ. Μητσοτάκη ότι όχι μόνο παραχώρησε την πενταετή ανανέωση, αλλά προχώρησε στην επ’ αόριστον παραχώρηση της χρήσης συνολικά έξι στρατιωτικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένης και αυτής της Αλεξανδρούπολης, χωρίς να εξασφαλίσει ουσιαστικά ανταλλάγματα.
Μεταξύ των παραλείψεων της ελληνικής πλευράς, ο κ. Τσίπρας σημείωσε ότι η κυβέρνηση δεν έθεσε ως όρο την έμπρακτη ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, ούτε τη δημιουργία αμερικανικής στρατιωτικής εγκατάστασης σε κάποιο ελληνικό νησί, γεγονός που θα κατέρριπτε στην πράξη τα αναθεωρητικά επιχειρήματα της Τουρκίας περί αποστρατιωτικοποίησης. Αντί αυτών, υποστήριξε ότι το μόνο κέρδος για τον Πρωθυπουργό ήταν η προσωπική του παρουσία και η ομιλία του στο αμερικανικό Κογκρέσο με όρους επικοινωνιακού κύρους.
Η μετατροπή της επικοινωνίας σε εθνική ανασφάλεια
Η δημόσια τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα στο συνέδριο του Economist αναδεικνύει το βαθύ χάσμα που χωρίζει την κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση ως προς τη στρατηγική διαχείριση των εθνικών θεμάτων. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο δόγμα της πολυδιάστατης διπλωματίας με όρους αμοιβαίου οφέλους και στην πολιτική του «δεδομένου συμμάχου» θέτει καίρια ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη θωράκιση της χώρας σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Η διατήρηση της εθνικής ασφάλειας αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί οποιαδήποτε προοπτική σταθερότητας και οικονομικής ανάπτυξης για την Ελλάδα. Σύμφωνα με την καταληκτική τοποθέτηση του προέδρου της ΕΛΑΣ, η υποταγή της εξωτερικής πολιτικής σε εφήμερες επικοινωνιακές σκοπιμότητες εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους:
«Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά μας. Η διαφορά μας είναι ότι εγώ πάντοτε διαπραγματεύτηκα με αποκλειστικό γνώμονα τα εθνικά συμφέροντα της πατρίδας και όχι για το εφήμερο, προσωπικό πολιτικό όφελος. Σήμερα, μια προσωπική επικοινωνιακή ανασφάλεια μετατρέπεται δυστυχώς σε εθνική ανασφάλεια για τη χώρα. Και καμία προοπτική σταθερότητας και ανάπτυξης δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς εμπεδωμένη εθνική ασφάλεια.»



