Του Σλαβόι Ζίζεκ *

Η ομιλία του δημάρχου της Νέας Υόρκης, Ζοχράν Μαμντάνι, για την Ημέρα της Ανεξαρτησίας αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ιδεολογίας με τη θετική έννοια του όρου.

Ανέτρεψε τόσο το δεξιό λαϊκιστικό αφήγημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και την αριστερή «woke» κριτική, προτείνοντας ένα όραμα που έχει τη δυναμική να κινητοποιήσει την πλειοψηφία της κοινωνίας.

Η θεωρία του Φράνσις Φουκουγιάμα περί «τέλους της Ιστορίας», που διατυπώθηκε τη δεκαετία του 1990, υπήρξε το τελευταίο μεγάλο αφήγημα που συνέδεσε τον φιλελεύθερο-δημοκρατικό δυτικό κόσμο.

Σύμφωνα με αυτήν, ο φιλελεύθερος δημοκρατικός καπιταλισμός του κοινωνικού κράτους αποτελούσε το καλύτερο δυνατό κοινωνικό σύστημα. Το μόνο ερώτημα που απέμενε ήταν εμπειρικό: πότε και με ποιον τρόπο θα έφταναν και οι υπόλοιπες κοινωνίες του κόσμου στο ίδιο μοντέλο.

Το αφήγημα αυτό κατέρρευσε μετά το 2001 και σταδιακά εισήλθαμε σε μια εποχή ωμού πραγματισμού.

Το μοναδικό συνεκτικό αφήγημα που απέμεινε προερχόταν από τον τραμπισμό και τα ευρωπαϊκά εθνικιστικά, ρατσιστικά κινήματα: η ανεπτυγμένη χριστιανική Δύση παρουσιάζεται ως μια ιστορική εξαίρεση, ένας πλούσιος και φιλελεύθερος πολιτισμός που απειλείται διαρκώς από τους μετανάστες, τους «πολιτιστικούς μαρξιστές», το ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα και τους Ευρωπαίους που – κατά την άποψή τους – αυτοενοχοποιούνται για την ιστορία τους.

Το «woke» αφήγημα, το οποίο απορρίπτουν οι εθνικιστές, έχει ακόμη πιο περιορισμένη απήχηση.

Εστιάζει σε έναν και μόνο αντίπαλο – τον ρατσισμό και τον σεξισμό – και δεν επιχειρεί καν να κινητοποιήσει την πλειοψηφία, καθώς επικεντρώνεται στην ανάδειξη συγκεκριμένων ομάδων, όπως οι τρανς άνθρωποι, σε κατεξοχήν σύμβολα της καταπίεσης. Επειδή όμως η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων δεν ανήκει σε αυτές τις ομάδες, το μόνο που προσφέρει στους πολλούς είναι ένα αίσθημα ενοχής και όχι ένα θετικό, κοινό όραμα.

Ωστόσο, με την άνοδο των λεγόμενων δημοκρατικών σοσιαλιστών στις Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να αναδύεται κάτι διαφορετικό.

Στην ομιλία του για την 250ή επέτειο από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους τους, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζοχράν Μαμντάνι, παρουσίασε ένα εντελώς νέο αφήγημα για το τι είναι – και τι μπορεί να γίνει – η Αμερική.

Ο Μαμντάνι δεν εξελέγη προωθώντας την ακαδημαϊκή καθαρότητα της «woke» ατζέντας, αλλά δίνοντας έμφαση στα καθημερινά προβλήματα των πολιτών και στις ανάγκες των οικονομικά ασθενέστερων, προτείνοντας δωρεάν παιδική φροντίδα, δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες, έλεγχο των ενοικίων και προσβάσιμες υπηρεσίες υγείας. Στην ομιλία της 4ης Ιουλίου μετέτρεψε αυτή την πολιτική σε ένα ευρύτερο όραμα:

Μας λένε ότι η Αμερική είναι μοναδική επειδή είναι πλουσιότερη, ισχυρότερη και πιο ισχυρή από κάθε άλλη χώρα. Η αλήθεια, φίλοι μου, είναι ότι η Αμερική είναι μοναδική επειδή εδώ τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο. Τα σύνορα μπορεί να έκλεισαν, μπορεί να περπατήσαμε στο φεγγάρι, όμως το έργο της πραγματικής υλοποίησης των αξιών που κατοχυρώθηκαν πρώτα στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας συνεχίζεται. Και αυτό το έργο ανήκει σε όλους μας. Ανήκει και στους νεότερους Αμερικανούς, σε όσους στέκονται σήμερα εδώ μαζί μου και μόλις πρόσφατα απέκτησαν την αμερικανική υπηκοότητα. Πριν από σχεδόν μία δεκαετία ένιωσα κι εγώ αυτό που αισθάνεστε σήμερα: τη χαρά να μην είμαι πια μόνο Νεοϋορκέζος, αλλά και Αμερικανός. Ο καθένας σας κρατά μια ξεχωριστή δύναμη: τη δύναμη να καθορίσει τι σημαίνει Αμερική.

Το όραμα του Μαμντάνι είναι, φυσικά, ιδεολογικό. Παρουσιάζει μια απλουστευμένη εικόνα και όχι την ακατέργαστη πραγματικότητα. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι ότι αμφισβητεί ευθέως το λαϊκιστικό αφήγημα της Δεξιάς – κάτι που αποδεικνύεται από τις υστερικές επιθέσεις που έχει δεχθεί από τους συντηρητικούς κύκλους.

Στη δική του ομιλία για την Ημέρα της Ανεξαρτησίας, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε προφανώς στο μυαλό του τον Μαμντάνι όταν, διαστρεβλώνοντας την ιστορία, δήλωσε:

Ο κομμουνισμός αποτελεί θανάσιμη απειλή για την αμερικανική ελευθερία. Είναι η μεγαλύτερη απειλή που έχει αντιμετωπίσει ποτέ η χώρα μας, μεγαλύτερη ακόμη και από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Περλ Χάρμπορ ή ακόμη και την 11η Σεπτεμβρίου.

Εξίσου αξιοσημείωτο είναι ότι ο Μαμντάνι δέχθηκε πυρά και από τμήμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Με αφορμή τον έπαινό του προς τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και το αμερικανικό Σύνταγμα, το περιοδικό Jacobin δημοσίευσε άρθρο με τίτλο: «Κάψτε ξανά το Σύνταγμα».

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο υπότιτλος, «το Σύνταγμα δεν σταμάτησε τον Τραμπ· αντίθετα, έκανε δυνατή την κυριαρχία του».

Αναμφίβολα, υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Όπως προκύπτει από τα Federalist Papers, η μεγαλύτερη ανησυχία των ιδρυτών των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν να περιορίσουν την άμεση επιρροή της λαϊκής πλειοψηφίας.

Για τον λόγο αυτό δημιούργησαν το Εκλεκτορικό Σώμα και μια σειρά θεσμικών μηχανισμών που λειτουργούν ως φραγμοί απέναντι στην κυριαρχία της πλειοψηφίας.

Οι ιδρυτές των ΗΠΑ ανήκαν στην ολιγαρχική ελίτ της εποχής τους. Ο Τζορτζ Ουάσινγκτον ήταν ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους των αποικιών.

Στις πρώτες εκλογές ψήφιζε μόνο ένα μικρό ποσοστό των πολιτών, ενώ το Σύνταγμα – ένα σαφώς WASP, δηλαδή λευκό αγγλοσαξονικό προτεσταντικό κείμενο – προστάτευε τη δουλεία. Ακόμη και οι Ιρλανδοαμερικανοί παρέμειναν για πολλά χρόνια αποκλεισμένοι από ευαίσθητες θέσεις στη δημόσια διοίκηση.

Για μια συγκεκριμένη εκδοχή της Αριστεράς, ακόμη και η Σχολή της Φρανκφούρτης αποτελεί αντιδραστική συνωμοσία.

Το κυρίαρχο αφήγημα της λαϊκιστικής Δεξιάς αποδίδει τη «woke» ιδεολογία στον Αντόνιο Γκράμσι και κυρίως στους Χέρμπερτ Μαρκούζε και Τέοντορ Αντόρνο.

Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι αριστεροί – όπως ο φιλόσοφος του Πανεπιστημίου Βιλανόβα Γκάμπριελ Ρόκχιλ – θεωρούν ότι ο δυτικός πολιτιστικός μαρξισμός υπήρξε στην πραγματικότητα ένα αντικομμουνιστικό σχέδιο που υποστηρίχθηκε από τη CIA με στόχο να δυσφημίσει τον «υπαρκτό σοσιαλισμό».

Και στις δύο περιπτώσεις αξίζει να θυμηθούμε την παρατήρηση του Ζαν-Πολ Σαρτρ: όταν ένα κείμενο – είτε πρόκειται για το αμερικανικό Σύνταγμα είτε για τον Μονοδιάστατο Άνθρωπο του Μαρκούζε – δέχεται ταυτόχρονα επιθέσεις και από τις δύο πλευρές, τότε μάλλον βρίσκεται στον σωστό δρόμο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ομιλία του Μαμντάνι αποτελεί υποδειγματικό παράδειγμα ιδεολογίας με τη θετική έννοια της λέξης.

Ανατρέπει τη δεξιά εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών ως ενός προνομιούχου οχυρού που απειλείται από τους ξένους και προβάλλει αντίθετα μια χώρα αρκετά ισχυρή ώστε να υποδέχεται και να δίνει ευκαιρίες στους φτωχούς, τους εκμεταλλευόμενους και τους καταπιεσμένους ολόκληρου του κόσμου.

Εκεί όπου οι δεξιοί λαϊκιστές βλέπουν στην ανοιχτότητα προς τους ξένους μια απειλή για την αμερικανική ταυτότητα, ο Μαμντάνι βλέπει ακριβώς την πηγή της αμερικανικής ιδιαιτερότητας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν σύμβολο ελπίδας επειδή, γενιά μετά τη γενιά, έδωσαν στους μετανάστες την ευκαιρία να πετύχουν.

Φυσικά, πολλοί αριστεροί θα υποστηρίξουν ότι αυτό το όνειρο είναι ένας μύθος, αφού η καταπίεση των κατώτερων κοινωνικών τάξεων, των φυλετικών μειονοτήτων και των νεοεισερχόμενων δεν έπαψε ποτέ. Όμως μια τέτοια καταγγελία μοιάζει με άσφαιρη βολή: δεν παράγει τίποτε περισσότερο από μια μορφή αυτοκριτικής που δεν οδηγεί πουθενά.

Το όραμα του Μαμντάνι μπορεί να μην αποτυπώνει ολόκληρη την πραγματικότητα, είναι όμως πιο αληθινό από την τραμπική εναλλακτική και διαθέτει τη δύναμη να κινητοποιήσει εκατομμύρια ανθρώπους – όπως ήδη φάνηκε μετά την εκλογή του.

Αυτό είναι και το πραγματικό του επίτευγμα. Μετέτρεψε τους φτωχούς, τους κουρασμένους και τους νεοφερμένους μετανάστες στους μοναδικούς αυθεντικούς φορείς του αμερικανικού ονείρου. Οι τραμπικοί λαϊκιστές δεν είναι παρά επαρχιώτες και πρόθυμοι υπηρέτες των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων.

Σήμερα, είναι οι δημοκρατικοί σοσιαλιστές εκείνοι που εκφράζουν τον χειραφετικό πυρήνα του αμερικανικού ονείρου.

Αυτοί είναι οι πραγματικοί Αμερικανοί πατριώτες.

*Το άρθρο του Σλάβοϊ Ζίζεκ δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο Project Syndicate