Της Πηνελόπης Ι. Ντουντουλάκη
Μια φορά κι έναν καιρό
σαν το δροσερό νερό,
υπήρχε ένα όμορφο χωριό που είχε πολλές πηγές, πολλές ρεματιές και ένα μεγάλο ποτάμι. Ο ποταμός ήταν η ζωή και ο πλούτος του χωριού, ήταν η ομορφιά και το μεγαλείο του, ήταν και η χαρά των παιδιών. Τα καλοκαίρια έπαιζαν, πλατσούριζαν και κολυμπούσαν στα καθάρια νερά. Κάποιες φορές, μάλιστα, έπιαναν καβούρια ή χέλια και τα πήγαιναν στις μανάδες τους να τα μαγειρέψουν. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που το χωριό ονομάστηκε Ποταμιάνος.
Θεόρατα πλατάνια έριχναν τον ίσκιο τους πάνω από τον ποταμό και τα πουλιά που φώλιαζαν στα κλαδιά τους τραγουδούσαν ευτυχισμένα.
Καλοκαίρι και χειμώνα ο τόπος είχε πάντα την ομορφιά του. Μόνο που τον χειμώνα ο ποταμός κάποιες φορές φούσκωνε κι αγρίευε, άρχιζε να βρουχάται*, τα νερά σηκώνονταν ψηλά κι ανωκατίζανε** τον τόπο πέρα από τις όχθες, μπορεί ακόμα και να ξεριζώνανε δέντρα. Ευτυχώς αυτό δεν γινόταν συχνά, πάντα όμως οι άνθρωποι είχαν την έγνοια kαι έλεγαν:
-Αν ο Γουργούθης γίνει οφέτος Χουρχούδης, αλλοίμονό μας!
Γουργούθης ήταν ο ποταμός στις καλές μέρες, που ηταν και οι περισσότερες του χρόνου. Τότε τα νερά κυλούσαν ήρεμα και μελωδικά μέσα στην κοίτη του ποταμού και έβλεπες ολοκάθαρα τα γουργούθια, δηλαδή τις λακκούβες που είχαν σχηματίσει οι μεγάλες φουσκονεριές του χειμώνα, στρωμένα με χοχλάδια***, μικρά και μεγάλα. Εδώ κι εκεί κάποιες θεόρατες ποταμίσιες πέτρες σχημάτιζαν μικρά φράγματα, όπου κολυμπούσαν αγριόπαπιες ή βουτούσαν άλλα υδρόβια πουλιά για να βρουν τροφή και να πετάξουν πάλι πιο πέρα.
Χουρχούδης ήταν ο ίδιος ποταμός στις μεγάλες βαρυχειμωνιές. Τότε τα ορμητικά νερά ξεχείλιζαν και καταχτυπούσαν μανιασμένα τα πιο κοντινά περβόλια, αποθήκες και σπίτια. Αναχούρδιζαν**** το σύμπαν και έπνιγαν όσα ζωντανά βρισκόταν στο δρόμο τους. Για τούτο ο ποταμός λεγόταν και Πνιγάρης.
Με δυο λόγια, όπως οι άνθρωποι όλοι έχουμε τις καλές και τις κακές μας στιγμές, έτσι και ο ποταμός έδειχνε πότε τα καλά και πότε τα ανάποδα στοιχεία του χαρακτήρα του.
Η αλήθεια είναι πως όσο δύσκολος και να είναι ο χειμώνας στον Νότο, ποτέ δεν είναι βαρύς σαν τον χειμώνα του Βορρά. Για τούτο, πολλά πουλιά που δεν αντέχουν το μεγάλο κρύο, μεταναστεύουν και έρχονται τον χειμώνα στις χώρες του Νότου. Κάπως έτσι απόφτασαν στο χωριό, κάποια μέρα, δυο κύκνοι, ποιος ξέρει από πού φερμένοι.
Ήταν δυο μεγάλοι άσπροι κύκνοι που ήρθαν και άραξαν στην ακροποταμιά, σε σημείο αθέατο και αδιάβατο, ανάμεσα σε λυγαριές και καλάμια. Καταπονημένοι από το μακρύ ταξίδι τους, βρήκαν εκεί προσωρινό καταφύγιο και ασφάλεια από κακόβουλους θηρευτές.
Ήταν κιόλας Νικολοβάρβαρα***** και όλα έμοιαζε να βρίσκονται στο κατώφλι του χειμώνα.
Πραγματικά, δεν υπήρχαν περαστικοί να διαβούν από εκείνο το σημείο. Εκεί, λοιπόν, ο ένας κύκνος γέννησε πέντε αυγά. Η μάνα κλωσσούσε μέρα και νύχτα τα αυγά και ο πατέρας έμενε δίπλα τους, να φυλάει τα αυγά και τη μάνα.
Είπαμε πως από εκείνο το σημείο δεν υπήρχε κάποιος να διαβεί. Κι όμως, μια μέρα πέρασε ένας μεσόκοπος άνδρας που είχε μαλλιά άσπρα σαν τα φτερά του κύκνου. Αυτός ήταν πρακτικός γιατρός και μάζευε κάθε λογής βότανα, όλο τον χρόνο. Ξάφνου είδε στην απέναντι όχθη του ποταμού τους δυο κύκνους και αμέσως έφυγε, όσο αθόρυβα μπορούσε, για να μην τους ενοχλήσει. Όταν γύρισε στο σπίτι, μαντάτεψε το νέο στον εγγονό του. Το παιδί ξεστάθηκε****** όταν άκουσε για αυτά τα πανέμορφα πουλιά που ήρθαν από πολύ μακριά και εκείνος άρχισε να του λέει κάμποσα από αυτά που γνώριζε για τους κύκνους:
-Ξέρεις, στην αρχαία Ελλάδα οι προ-προπάπποι μας έλεγαν πως οι κύκνοι είναι τα αγαπημένα πουλιά της Αφροδίτης και του Απόλλωνα. Επίσης, κάποιοι πίστευαν πως ο κύκνος, που αγαπά πολύ το νερό, είναι γιος του Ποσειδώνα, του θεού της θάλασσας. Ακόμα και σήμερα, όμως, ο κύκνος, που δεν αποχωρίζεται και δεν εγκαταλείπει ποτέ το ταίρι του, είναι σύμβολο αγάπης και αφοσίωσης, στοργής και γαλήνης. Όταν η μάνα κλωσσά τα αυγά, χρειάζεται περίπου ένας μήνας μέχρι να βγουν τα μικρά κυκνόπουλα. Αυτά μπορούν να κολυμπήσουν αμέσως στο νερό, ελπίζω μόνο μέχρι τότε ο Γουργούθης να μην έχει γίνει Χουρχούδης και Πνιγάρης.
Οι μέρες περνούσαν και ο χειμώνας πλήσιαινε. Έπεσαν βροχές και ο ποταμός άρχισε να βρουχάται.
Ήρθαν τα Χριστούγεννα, ήρθε και η Πρωτοχρονιά, ο ποταμός δεν εχοχλάκισε******* και δεν άρχισε να χουρχουδίζει, ωστόσο λίγο ήθελε να θεριέψει και να φουσκώσει. Ο γέροντας έλεγε στον εγγονό:
-Έρχονται τα Φώτα και ο Αγιασμός, να δώσει ο Θεός να μερέψει ο ποιταμός, να δούμε και τα κυκνόπουλα να κολυμπούν!
Αποσπερνά την παραμονή των Φώτων τα παιδιά του χωριού βγήκαν στις γειτονιές να πουν τα κάλαντα. Είχαν μαζί τους ένα σκί για το λάδι και ένα καλάθι για τα αυγά που έδιναν οι νοικοκυρές. Με το που άνοιγε η εξώθυρα του σπιτιού, άρχιζαν το τραγούδι με τόση όρεξη που φούσκωναν οι φλέβες στον λαιμό τους:
“Σήμερα είναι τω(ν) Φωτώ(ν) π’ αγιάζουν οι παπάδες /και μεσ΄στα σπίτια μπαίνουσι και λεν τον Ιορδάνη…”
Την ημέρα των Φώτων ο παπά Γρηγόρης ήρθε στην πλατεία του χωριού και στάθηκε στο τσιμεντένιο μπεντένι ******** πάνω από την όχθη του ποταμού για τον Αγιασμό των Υδάτων. Δεν είχε αέρα, ούτε βροχή εκείνη την ώρα και τα νερά του ποταμού ήταν καθάρια σαν κρύσταλλο. Ο παπάς ετοιμάστηκε να ρίξει τον Σταυρό και οι χωριανοί ήταν έτοιμοι να ψάλλουν μαζί του:
-Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε,
η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις…”
Ξάφνου αρχίνησε κάποιο σούσουρο και ακούστηκαν φωνές:
-Στράφου******** να δεις, κύκνοι είναι ετούτοι;
Πραγματικά, είχαν πλησιάσει οι κύκνοι.Έπλεαν στα νερά του ποταμού μαζί με τα μικρά τους, που είχαν χρώμα σταχτί και πιο κοντό λαιμό, όπως όλοι οι νεογέννητοι κύκνοι. Κολυμπούσαν αργά και γαλήνια, κυλούσαν μαζί με τα καθάρια νερά και έστελναν το δικό τους χαρμόσυνο μήνυμα. Κάποιοι είπαν “Γούρι, γούρι!” και ο παπάς συμφώνησε:
-Δόξα τω Θεώ, αυτό είναι καλό σημάδι, χωριανοί μου!
Την ίδια ώρα φάνηκε ένα σμάρι αγριοπερίστερα, που έρχονταν από την κοντινή ρεματιά και πέταξαν ψηλά πάνω από το γεφύρι.
Ο παπα Γρηγόρης έριξε με δύναμη τον Σταυρό τρεις φορές στα νερά, όπως ορίζει το έθιμο.
Λίγο αργότερα, στο καφενείο του χωριού, ο ο διορατικός εφημέριος αναφέρθηκε στον αναπάντεχο ερχομό των κύκνων και στην εμφάνιση όλης της οικογένειάς τους την ημέρα των Φώτων και την ώρα του αγιασμού, στο ποτάμι. Ο παοπα Γρηγόρης μίλησε για την αγνότητα της ψυχής, την αφοσίωση, την ανιδιοτελή αγάπη, την αλληλοπαραχώρηση και την αλληλεγγύη.
Όσοι πίστευαν στα παρατηρήματα**********, είχανε να λένε πως εκείνη η χρονιά πήγε πολύ καλά για όλο το χωριό. Η σοδειά ήταν πλούσια και οι δουλειές κυλούσαν στρωτά, σαν το νερό στο αυλάκι. Αλλά και οι σχέσεις των ανθρώπων καλυτέρεψαν, περισσότερη γαλήνη και υπομονή βλάστησε στις καρδιές όλων.
Οι κύκνοι έμειναν εκεί μέχρι την ‘Ανοιξη, δίχως κανείς να ενοχλήσει την όμορφη οικογένειά τους.
Ύστερα έφυγαν πάλι για τον Βορρά.
Μετά από λίγα χρόνια ξαναφάνηκαν οι δύο κύκνοι. Οι χωριανοί χάρηκαν πολύ που τους είδαν στον ποταμό. Τους αναγνώρισαν εύκολα, επειδή ο μεγαλύτερος κύκνος είχε ένα σημάδι σαν λεπτή μαύρη κορδέλα στον λαιμό. Μάλιστα κάποιος, για να κρύψει τη συγκίνησή του, έκανε πως αστειεύεται και είπε:
– Tώρα που αποπαίδιωσαν***********οι φίλοι μας, μπορεί να έρχονται κάθε χειμώνα να μας βλέπουν!
Όλοι είχαν κρατήσει στην καρδιά τους την όμορφη και ειρηνική εικόνα της οικογένειας των κύκνων και κάποτε θέλησαν να ζωντανέψουν, με κάποιο τρόπο, εκείνη την ανάμνηση. Όλοι βοήθησαν να φτιαχτεί το γύψινο ομοίωμα που υπάρχει ακόμα στην πλατεία. Επειδή, χρειάζεται να θυμόμαστε πως κάθε πλάσμα, ακόμα και το πιο μικρό και ασήμαντο, μπορεί να διδάξει πολλά στους ανθρώπους και να μας βοηθήσει να γίνουμε καλύτεροι.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ:
*Βρουχάται=βρυχάται
**Ανωκατίζανε= ανάδευαν με ορμή, αναποδογύριζαν
***Χοχλάδια=πέτρες με απόλυτα λεία επιφάνεια, εργασμένες από το νερό, όπως είναι οι πέτρες στα ποτάμια.
****Αναχούρδιζαν=ανακάτευαν
Νικολοβάρβαρα=Εορτές της Αγίας Βαρβάρας και Αγίου Νικολάου, αρχές του Δεκέμβρη
******Ξεστάθηκε (από το αρχαίο ρ. εξίσταμαι)=εντυπωσιάστηκε πολύ, εξεπλάγη
*******Εχοχλάκισε=φούσκωσε, “έβρασε”
********Μπεντένι=χαμηλός τοίχος



