Στα Χανιά βρίσκεται τις ημέρες αυτές ο διεθνούς φήμης Τούρκος συγγραφέας και κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, Ορχάν Παμούκ, συμμετέχοντας στην προφεστιβαλική εκδήλωση του 5ου Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων, το οποίο πρόκειται να διεξαχθεί από τις 22 έως τις 28 Ιουνίου.
Η παρουσία του κορυφαίου δημιουργού στην Κρήτη συνδέεται άμεσα με την κεντρική θεματική της φετινής διοργάνωσης, υπό τον τίτλο «Κόσμοι σε σύγκρουση».
Το Θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης», το οποίο φιλοξένησε την κεντρική εκδήλωση, αποδείχθηκε μικρό για να χωρέσει το πλήθος των αναγνωστών που συνέρρευσαν προκειμένου να γνωρίσουν από κοντά τον συγγραφέα και να παρακολουθήσουν την ομιλία του.






Στο πλαίσιο της εκδήλωσης, ο Ορχάν Παμούκ είχε μια εκτενή συνομιλία με τον γνωστό δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα, αναλύοντας τις ιδέες που διατρέχουν το έργο του και τις απόψεις του για τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Στη συζήτηση συμμετείχε επίσης η Στέλλα Βρετού, η επί σειρά ετών μεταφράστρια των βιβλίων του Ορχάν Παμούκ στα ελληνικά. Η κ. Βρετού μοιράστηκε με το κοινό την εμπειρία της από τη σταθερή και μακροχρόνια επικοινωνία που διατηρεί με τον νομπελίστα δημιουργό, ενώ αναφέρθηκε εκτενώς στις ιδιαίτερες προκλήσεις και τις μεταφραστικές δυσκολίες που παρουσιάζει η απόδοση του σύνθετου έργου του στην ελληνική γλώσσα, επιχειρώντας να γεφυρώσει τις γλωσσικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των δύο χωρών.
Νωρίτερα, στη συνέντευξη τύπου που παρατέθηκε, ο κορυφαίος δημιουργός δεν ανέλυσε μόνο τη λογοτεχνική του παρακαταθήκη, αλλά προχώρησε και σε μια νηφάλια, δομική ανατομία των αυταρχικών καθεστώτων, της παγκόσμιας διπλωματικής ανακατάταξης και της ανθεκτικότητας της ελευθερίας του λόγου. Μέσα από έναν λόγο που ισορροπεί ανάμεσα στον πολιτισμικό κοινό τόπο της Μεσογείου και τον ρεαλισμό της σύγχρονης realpolitik, ο Παμούκ θέτει την πνευματική κοινότητα ενώπιον ενός καθρέφτη, όπου οι μοίρες της Ελλάδας και της Τουρκίας εμφανίζονται ιστορικά και χρονολογικά συμμετρικές.
Η πνευματική διαδρομή του Ορχάν Παμούκ, η οποία εκτείνεται σε περισσότερα από πενήντα χρόνια συγγραφικής δραστηριότητας, αντικατοπτρίζει τις ριζικές μεταβολές που υπέστη η έννοια της ιδεολογικής και πολιτισμικής σύγκρουσης σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ανατρέχοντας στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν ξεκίνησε να διαμορφώνει τη συγγραφική του ταυτότητα, ο Παμούκ σημειώνει ότι το κυρίαρχο σχήμα στη σκέψη του ήταν η αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Η Τουρκία, ως μια κατ’ εξοχήν μουσουλμανική χώρα, βρισκόταν υπό την πίεση ενός εκδυτικισμού που επιβλήθηκε ιστορικά από την κορυφή της κρατικής εξουσίας —είτε μέσω των μεταρρυθμίσεων του Μαχμούτ Β΄ κατά την οθωμανική περίοδο είτε μέσω του ριζοσπαστικού εκσυγχρονισμού του Κεμάλ Ατατούρκ.
Ωστόσο, η έλευση της παγκοσμιοποίησης, η οικονομική ενοποίηση, η εξάπλωση του διαδικτύου και η κυριαρχία των ψηφιακών επικοινωνιών ανέτρεψαν αυτά τα παραδοσιακά σύνορα.
Ο Παμούκ υποστηρίζει ότι η σύγχρονη πραγματικότητα έχει αποδυναμώσει την ισχύ των εθνικών κρατών, τα οποία στο παρελθόν λειτουργούσαν ως «φυλακές» για τη σκέψη και την πληροφόρηση.
Σήμερα, η δυνατότητα ενός πολίτη να συνδέεται άμεσα με την Κολομβία ή τη Νότια Κορέα και να ενημερώνεται από διεθνή μέσα ενημέρωσης δημιουργεί μια νέα συνθήκη ελευθερίας, η οποία μετατοπίζει το κέντρο βάρους της προσωπικής ταυτότητας.
«Πριν από 55 χρόνια ήμουν, κατά κάποιον τρόπο, ένας αιχμάλωτος —και ήμασταν όλοι αιχμάλωτοι— των εθνικών κρατών. Τώρα είμαστε λιγότερο αιχμάλωτοι… Λόγω αυτών των αλλαγών, η αίσθηση που έχω για τον κόσμο ή η ιδέα για τη θέση μου μέσα σε αυτόν έχει αλλάξει. Δεν βλέπω πλέον τον εαυτό μου ως θύμα της σύγκρουσης μεταξύ Ανατολής και Δύσης», διευκρινίζει ο συγγραφέας, απορρίπτοντας τα παρωχημένα πολιτισμικά στερεότυπα.
Η γεωπολιτική της «παράνοιας» και το μοίρασμα των μικρών κρατών




Η νηφάλια προσέγγιση του Παμούκ στα πολιτισμικά ζητήματα δίνει τη θέση της σε μια εξαιρετικά ανησυχητική, σχεδόν σκοτεινή ανάλυση όταν η συζήτηση στρέφεται στη σύγχρονη realpolitik και τη συμπεριφορά των μεγάλων δυνάμεων.
Ο Τούρκος συγγραφέας περιγράφει ένα διεθνές σκηνικό όπου οι παραδοσιακές ιδεολογικές διαφορές παραμερίζονται χάριν μιας κυνικής σύγκλισης συμφερόντων ανάμεσα στη Ρωσία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Κατά την εκτίμησή του, οι υπερδυνάμεις αυτές φαίνεται να έχουν καταλήξει σε μια σιωπηρή συμφωνία που επιτρέπει την αμοιβαία ανοχή απέναντι στην απορρόφηση και την καθυπόταξη των μικρότερων κρατών και γεωγραφικών οντοτήτων.
Αυτό το σχήμα των «γεωπολιτικών ανταλλαγμάτων» περιγράφεται από τον Παμούκ ως μια συνθήκη όπου η κάθε δύναμη νομιμοποιείται να δρα ανεξέλεγκτα στη δική της σφαίρα επιρροής, με αντάλλαγμα την απάθεια των υπολοίπων.
Η Κίνα με την Ταϊβάν, η Ρωσία με την Ουκρανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες με τη στάση τους στη Γάζα και το Ιράν, αποτελούν, σύμφωνα με τον συγγραφέα, κομμάτια της ίδιας παγκόσμιας σκακιστικής διάταξης.
Ο Παμούκ δεν διστάζει να χαρακτηρίσει αυτή την οπτική ως προϊόν ενός «παρανοϊκού μυαλού», υποστηρίζοντας όμως ότι η λογοτεχνική καχυποψία αποτελεί συχνά το μοναδικό έγκυρο εργαλείο για την αποκωδικοποίηση των αθέατων συμφωνιών της παγκόσμιας διπλωματίας.
«Αυτόν τον κόσμο βλέπω με το παρανοϊκό μου μυαλό — μην ξεχνάτε ότι είμαι ένας συγγραφέας με παρανοϊκή σκέψη», δηλώνει χαρακτηριστικά.
Η ελευθερία του λόγου και η δυτική απάθεια στην περιφέρεια




Εξετάζοντας την κατάσταση της ελευθερίας της έκφρασης σε παγκόσμια κλίμακα, ο Ορχάν Παμούκ επιχειρεί να κρατήσει μια ισορροπημένη στάση, αποφεύγοντας τον απόλυτο πεσιμισμό που συχνά χαρακτηρίζει τους φιλελεύθερους και αριστερούς διανοούμενους. Η εκλογή Macron στη Γαλλία και οι πολιτικές μεταβολές στην Ουγγαρία αναφέρονται ως ενδείξεις ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί διατηρούν ακόμη αντανακλαστικά αντίστασης.
Ο συγγραφέας εκφράζει την πεποίθηση ότι τα αυταρχικά φαινόμενα, όπως ο Τραμπισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν ημερομηνία λήξης και θα δώσουν τη θέση τους σε πιο φιλελεύθερες προσεγγίσεις.
Ωστόσο, η αισιοδοξία αυτή σκιάζεται από μια δριμεία κριτική προς τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δύσης γενικότερα, όταν πρόκειται για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκτός των στενών γεωγραφικών τους συνόρων.
Ο Παμούκ κατηγορεί τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για μια σοβαρή υπαναχώρηση από τις ιδρυτικές τους αξίες, καθώς φαίνεται να επιδεικνύουν πλήρη απάθεια για την καταπάτηση της ελευθερίας του λόγου στις περιφερειακές χώρες. Η μετατόπιση της ευρωπαϊκής πολιτικής προτεραιότητας από την προστασία των δημοκρατικών πολιτών στη διαχείριση και το «φιλτράρισμα» των μεταναστευτικών ροών αποτελεί, κατά τον ίδιο, μια σοβαρή ηθική και πολιτική διολίσθηση.
«Από τη στιγμή που ο Τραμπ βρίσκεται στην εξουσία, οι Τούρκοι ή οι διεθνείς δημοκράτες δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι η Δύση, οι Ηνωμένες Πολιτείες ή ακόμα και η Ευρώπη υπερασπίζονται την ελευθερία του λόγου όπως παλαιότερα. Έχουν ξεχάσει την ελευθερία του λόγου, και σε αυτό είμαι ιδιαίτερα κριτικός απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν ενδιαφέρονται για την ελευθερία του λόγου στις περιφερειακές χώρες· το μόνο που τους νοιάζει είναι το φιλτράρισμα των μεταναστών», επισημαίνει με έμφαση.
Το χιούμορ ως πολιτικό όπλο: Από τον Αζίζ Νεσίν στην ψηφιακή λογοκρισία
Η συζήτηση για την αντίσταση απέναντι στον αυταρχισμό φέρνει στο προσκήνιο τη μεγάλη παράδοση της τουρκικής σατιρικής λογοτεχνίας. Ο Παμούκ εξέφρασε την ιδιαίτερη τιμή που αισθάνεται για την προσωπική φιλία που τον συνέδεε με τον εμβληματικό συγγραφέα Αζίζ Νεσίν, καθώς και τον βαθύ σεβασμό του για τον Γιασάρ Κεμάλ.
Η κριτική που άσκησαν αυτοί οι δημιουργοί δεν στρεφόταν μόνο κατά των εκάστοτε κυβερνήσεων, αλλά κυρίως κατά της δυσκίνητης και καταπιεστικής κρατικής γραφειοκρατίας, η οποία λειτουργούσε ως μηχανισμός ελέγχου της κοινωνίας.
Το χιούμορ, όπως υπενθυμίζει ο Παμούκ, υπήρξε ιστορικά ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά όπλα των καταπιεσμένων, με κλασικό παράδειγμα τον τρόπο χρήσης του στη Σοβιετική Ρωσία. Η θεωρία του Αζίζ Νεσίν, ότι η σάτιρα αναπτύσσεται και ακονίζεται σε περιβάλλοντα έντονης πολιτικής καταπίεσης, παραμένει έγκυρη, ωστόσο το τοπίο έχει μεταβληθεί ριζικά στην ψηφιακή εποχή.
Η έλευση του διαδικτύου και των μεγάλων πλατφορμών ψυχαγωγίας, όπως το Netflix, δημιούργησε αρχικά μια αίσθηση απελευθέρωσης, η οποία όμως γρήγορα βρέθηκε αντιμέτωπη με εξελιγμένους μηχανισμούς κρατικής λογοκρισίας και ελέγχου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Ιράν. Το διαδίκτυο παραμένει πηγή χειραφέτησης, υπό την προϋπόθεση ότι η ροή της πληροφορίας δεν ελέγχεται από το κράτος.
Η φυλάκιση Ιμάμογλου και το τέλος της «εκλογικής δημοκρατίας»
Ο Ορχάν Παμούκ υιοθέτησε μια εξαιρετικά αυστηρή θεσμική στάση, χαρακτηρίζοντας τη φυλάκιση του Δημάρχου Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου, τον Μάρτιο του 2025, ως το απόλυτο σημείο καμπής (turning point) της σύγχρονης τουρκικής πολιτικής ιστορίας.
Σύμφωνα με την ανάλυση του συγγραφέα, η κίνηση αυτή της κυβέρνησης Ερντογάν, η οποία υποκινήθηκε από τον φόβο απώλειας των επερχόμενων εκλογών, κατέστρεψε τον τελευταίο πυλώνα της λεγόμενης «εκλογικής δημοκρατίας» (Electoral Democracy).
Μέχρι τον Μάρτιο του 2025, παρά την απουσία πλήρους δημοκρατίας λόγω της συστηματικής καταστολής της ελευθερίας του λόγου, υπήρχε η πεποίθηση ότι η λαϊκή ετυμηγορία διατηρούσε την ισχύ της και μπορούσε να οδηγήσει σε αλλαγή εξουσίας.
Με τη φυλάκιση του ισχυρότερου υποψηφίου της αντιπολίτευσης, το καθεστώς πέρασε σε μια νέα φάση, όπου οι θεσμοί έχουν πλήρως απαξιωθεί και η πολιτική συμμετοχή των πολιτών υπονομεύεται από το αίσθημα της ματαιότητας.
«Στην Τουρκία, ειδικά σε μέρη όπου ο δήμαρχος δεν ανήκει στο κόμμα του Ερντογάν, μπορεί να ξυπνήσεις μια μέρα με την αστυνομία στην πόρτα σου… Το δραματικό σημείο καμπής ήταν η σύλληψη του δημάρχου Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου, τον Μάρτιο του 2025. Μέχρι τότε, μπορούσα να πω ότι υπήρχε μια εκλογική δημοκρατία… Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό ισχύει πλέον, επειδή ο Ιμάμογλου ήταν ο ισχυρότερος υποψήφιος απέναντι στο κόμμα του Ερντογάν και τώρα τον έβαλαν στη φυλακή», τονίζει ο Παμούκ, αποτυπώνοντας το μέγεθος της θεσμικής εκτροπής.
Η αντοχή της λογοτεχνίας στην εποχή των οθονών: Το μολύβι και το χαρτί
Η κυριαρχία των οπτικών μέσων αφήγησης και η άνοδος των ψηφιακών πλατφορμών αποτέλεσαν κεντρικό άξονα προβληματισμού στη συζήτηση των Χανίων. Ο Παμούκ ανακάλεσε τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η εμφάνιση της τηλεόρασης στην Τουρκία —με ένα μόνο κρατικό κανάλι τότε— είχε πυροδοτήσει μια έντονη δημόσια συζήτηση για το αν η επέλαση της οθόνης θα σήμαινε το τέλος του βιβλίου. Η ιστορική εξέλιξη διέψευσε εκείνες τις Κασσάνδρες, καθώς το αναγνωστικό κοινό συνέχισε να στηρίζει τη λογοτεχνική παραγωγή.
Εξετάζοντας το παρόν, ο συγγραφέας μετέφερε τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις των φίλων του που διευθύνουν τον μεγαλύτερο εκδοτικό κολοσσό του κόσμου, τον Penguin Random House, οι οποίοι τονίζουν ότι η εκδοτική βιομηχανία δεν πεθαίνει.
Παρά τη σχετική υποχώρηση της κοινωνικής επιδραστικότητας των συγγραφέων σε σύγκριση με το παρελθόν —όπως συνέβη ιστορικά και με την ποίηση, η οποία πριν από χιλιάδες χρόνια είχε πολύ μεγαλύτερη ισχύ— η λογοτεχνία διατηρεί μια αναντικατάστατη οντολογική δύναμη.
«Το Μουσείο της Αθωότητας» στο Netflix: Μια «φασιστική» διαχείριση της διασκευής
Η συζήτηση για τη σχέση λογοτεχνίας και εικόνας απέκτησε πρακτικό ενδιαφέρον όταν ο Παμούκ αναφέρθηκε στην πρόσφατη τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματός του «Το Μουσείο της Αθωότητας» (The Museum of Innocence) από την πλατφόρμα του Netflix.
Ο νομπελίστας συγγραφέας δήλωσε εξαιρετικά ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, μια στάση σπάνια για δημιουργό του δικού του βεληνεκούς. Εξήγησε, ωστόσο, ότι η επιτυχία αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά προϊόν μιας ακραίας, σχεδόν ολοκληρωτικής επιβολής των όρων του πάνω στην παραγωγή.
Ο Παμούκ επέβαλε ένα συμβόλαιο που μετέτρεπε το τελικό σενάριο των εννέα επεισοδίων σε δεσμευτικό προσάρτημα, υπογράφοντας ιδιοχείρως κάθε μία από τις 360 σελίδες του. Τα αριθμητικά δεδομένα που κατέθεσε αναδεικνύουν τη δύναμη της σύγχρονης ψηφιακής επικοινωνίας: η σειρά προσεγγίζει περίπου 12 εκατομμύρια τηλεθεατές στην Τουρκία και βρίσκεται στο «Top 10» πολλών χωρών, την ώρα που ο ίδιος, στα 55 χρόνια της καριέρας του, έχει αγγίξει συνολικά 4,5 εκατομμύρια αναγνώστες στην πατρίδα του και περίπου 19 εκατομμύρια παγκοσμίως.
Η μεταφορά στην οθόνη δεν αποτελεί χυδαιοποίηση ή απλούστευση, αλλά έναν τρόπο πρόσβασης σε ένα κοινό που δεν θα διάβαζε ποτέ το βιβλίο ούτε θα επισκεπτόταν το πραγματικό μουσείο στην Κωνσταντινούπολη, υπό την προϋπόθεση ότι ο συγγραφέας διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο του κειμένου.
«Είμαι μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα που είναι χαρούμενος με τη διασκευή. Γιατί; Επειδή την έλεγξα σαν φασίστας. Υπέγραψα κάθε μία από τις 360 σελίδες του σεναρίου, λέγοντάς τους ότι πρέπει να το ακολουθήσουν πιστά… Εδώ βλέπετε τη δύναμη αυτού του είδους επικοινωνίας, του Netflix, του διαδικτύου. Είναι κάτι νέο. Αν δεν το θέλεις, το καταλαβαίνω. Αν το θέλεις και είσαι επιτυχημένος, το απολαμβάνεις. Το χειρότερο είναι να κάνουν μια κακή διασκευή και να προδώσουν το κείμενό σου», εξήγησε με ρεαλισμό.
Η πολιτική ουδετερότητα του πάθους
Η ανάλυση του Ορχάν Παμούκ στο Δημαρχείο Χανίων κατέληξε σε μια βαθιά διαπίστωση για τη φύση της λογοτεχνικής δημιουργίας σε περιβάλλοντα πολιτικής καταπίεσης. Απαντώντας στο πώς κατάφερε να διασφαλίσει την καλλιτεχνική του ελευθερία απέναντι στους μηχανισμούς ελέγχου των μεγάλων εταιρειών και των κρατικών δομών, ο συγγραφέας αποκάλυψε ότι η επιτυχία της διασκευής του «Μουσείου της Αθωότητας» οφείλεται στην απουσία άμεσης πολιτικής θεματολογίας. Πρόκειται για μια ιστορία έρωτα και εμμονής, επικεντρωμένη στον χαρακτήρα του Κεμάλ, γεγονός που επέτρεψε στο έργο να κινηθεί κάτω από τα ραντάρ της λογοκρισίας.
Η σύγκριση που έκανε με την απόπειρα παραγωγής σειράς για την ιστορία της Παλαιστίνης και της Γάζας —όπου οι πολιτικές παρεμβάσεις και ο φόβος των αλλαγών στο περιεχόμενο οδήγησαν σε αδιέξοδο— αναδεικνύει τα όρια της βιομηχανίας του θεάματος.
Η λογοτεχνία, όπως υπενθύμισε ο Παμούκ στο ελληνικό ακροατήριο, παραμένει ο ύστατος εγγυητής της ανθρώπινης ελευθερίας επειδή μπορεί να καταγράψει το βάθος του ανθρώπινου πάθους χωρίς να εξαρτάται από συμβόλαια και εταιρικές εγκρίσεις.



















