Της Ιωάννας Λιούτα *
H φετινή έρευνα του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ για το λιανεμπόριο (2025) ξεγυμνώνει την αλήθεια πίσω από τους αριθμούς. Πίσω από τους «συγκρατημένους» τίτλους περί αντοχών της αγοράς, αποκαλύπτεται ότι οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης. Και το ερώτημα πλέον τίθεται ανοιχτά. Πρόκειται για αδυναμία πολιτικής ή για σιωπηρή αποδοχή της συρρίκνωσής τους;
Ο συνολικός τζίρος διαμορφώθηκε στα 27,33 δισ. ευρώ από 26,79 δισ. το 2024, σημειώνοντας τη χαμηλότερη αύξηση από το 2020.Όμως αυτή η οριακή άνοδος δεν αφορά όλους. Το λιανεμπόριο «αντέχει» κυρίως χάρη στις μεγάλες αλυσίδες, που κατέγραψαν αύξηση 5,6%.Την ίδια στιγμή, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είδαν πτώση 2,4% σε πραγματικές τιμές δηλαδή αφαιρώντας την επίδραση του πληθωρισμού, ο τζίρος τους μειώθηκε ουσιαστικά.
Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις καταγράφουν ακόμη πιο ανησυχητικά στοιχεία: μείωση 3,9% και 2,9% αντίστοιχα στον πραγματικό κύκλο εργασιών. Πρόκειται για επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής αγοράς και της τοπικής οικονομίας. Είναι οι οικογενειακές επιχειρήσεις των γειτονιών, οι άνθρωποι που στηρίζουν την απασχόληση, που κρατούν ζωντανά τα κέντρα των πόλεων. Και σήμερα δεν αντέχουν άλλο.
Μοναδική εξαίρεση στις ΜμΕ αποτελούν οι μεσαίες επιχειρήσεις, με αύξηση 2,1% σε πραγματικές τιμές. Όμως η συνολική εικόνα δείχνει ξεκάθαρα διεύρυνση του χάσματος ότι οι μεγάλοι γίνονται μεγαλύτεροι και οι μικροί πιέζονται ασφυκτικά.
Ο λεγόμενος «δείκτης φτώχειας» αποτυπώνεται ανάγλυφα στην εκτίναξη 31,7% στις πωλήσεις μεταχειρισμένων ειδών Όταν ο καταναλωτής στρέφεται μαζικά σε λύσεις ανάγκης, το μήνυμα είναι σαφές, το διαθέσιμο εισόδημα δεν επαρκεί. Η «καρδιά» του εμπορίου, ένδυση και υπόδηση , καταγράφει απώλειες 1,8% και 5,6% αντίστοιχα σε πραγματικές τιμές. Δεν πρόκειται για συγκυριακή κάμψη, αλλά για ένδειξη βαθύτερης οικονομικής στενότητας.
Αυξήσεις σημειώθηκαν μόνο σε επιμέρους κατηγορίες, όπως ο αθλητικός εξοπλισμός (+5,7%) και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές (+5,2%),ενώ σημαντική πτώση καταγράφηκε στον τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό (-10,2%) και στα είδη σπιτιού, όπως χαλιά και επενδύσεις δαπέδου (-8,7%).Η αγορά κινείται επιλεκτικά, όχι οριζόντια.
Την ίδια ώρα, η επανεμφάνιση και επιτάχυνση των ακάλυπτων επιταγών τους τελευταίους μήνες του 2025 αποτυπώνει έντονη στενότητα ρευστότητας. Σε μια αγορά όπου το κόστος ενέργειας, οι φορολογικές υποχρεώσεις και οι τραπεζικές επιβαρύνσεις παραμένουν υψηλές, οι μικρές επιχειρήσεις δεν διαθέτουν «μαξιλάρια» αντοχής.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει σχέδιο για τη διάσωση της μικρής επιχειρηματικότητας ή αν η συρρίκνωσή της θεωρείται αποδεκτή «παράπλευρη απώλεια» μιας νέας δομής αγοράς που ευνοεί τη συγκέντρωση.
Χωρίς στοχευμένες πολιτικές ενίσχυσης της ρευστότητας, μείωσης του λειτουργικού κόστους και διασφάλισης ίσων όρων ανταγωνισμού, η πίεση θα ενταθεί. Και τότε η ζημιά δεν θα είναι μόνο επιχειρηματική. Θα είναι κοινωνική και αναπτυξιακή.
Οι μικρές επιχειρήσεις δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν χώρο να αναπνεύσουν. Και το 2026 δείχνει ότι αυτός ο χώρος στενεύει επικίνδυνα.
*Πολιτική και Οικονομική Αναλύτρια
tvxs.gr



