Τον έντονο προβληματισμό του για τη συνεχιζόμενη πληθυσμιακή αποψίλωση και την εγκατάλειψη των ορεινών οικισμών της Κρήτης κατέθεσε δημόσια ο γνωστός σεφ με καταγωγή από τα Χανιά Μανώλης Παπουτσάκης, με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψή του στη Σκλαβοπούλα Σελίνου.
Μέσα από την καταγραφή της εικόνας του μικρού χωριού στα νότια των Χανίων και την επαφή του με το παραδοσιακό καφενείο-παντοπωλείο του οικισμού —έναν χώρο που χαρακτηρίζει ως «αληθινό μουσείο»—, ο κ. Παπουτσάκης ανέδειξε τη ραγδαία δημογραφική υποχώρηση των κοινοτήτων της ενδοχώρας, αλλά και τη σημασία που έχει η διατήρηση των λιγοστών εστιών κοινωνικής ζωής που απομένουν όρθιες.
Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά:
Άκρα θεού η Σκλαβοπούλα στο Σέλινο. Μια σταλιά χωριό στέκει θαρρείς παραπονεμένο πια από την εγκατάλειψη στην πλαγιά ενός βουνού που κοιτά το Λυβικό από ψηλά.
Λίγα πέτρινα σπίτια έχουν απομείνει όρθια, το τσιμέντο έχει κάνει κι εδώ τις ασχήμιες του μα παλιώνει ευτυχώς με τον καιρό, γίνεται πιο ανεκτό στο μάτι ή κρύβεται με ενοχή κάτω από τον φουσκωμένο πολυκαιρισμένο ασβέστη.
Όλα τα χωριά έχουν 3 καρδιές: Την εκκλησία, το σχολειό και το καφενείο- παντοπωλείο. Στη Σκλαβοπούλα το καφενείο το κρατά ο μπάρμπα Γιάννης ακόμα ζωντανό.
Πριν λίγο καιρό έχασε τη γυναίκα του και ήταν πολύ συγκινημένος. Το μυαλό του λιγάκι θολό από την πίκρα της απώλειας μα το κέφι του για τη ζωή ήταν ακόμα εκεί. Γλυκός και ευγενικός άνθρωπος, παλιάς κοπής Κρητικός: Καλομίλητος, γεναιόδωρος, ταπεινός και φιλόξενος. Ήθελε να μας κεράσει οπωσδήποτε, να μας μιλήσει, να μας πει τις ιστορίες του και να μνημονεύσει μέσα από αυτές τη μακαρίτισσα γυναίκα του.
Το καφενείο του είναι ένα αληθινό μουσείο. Παρά τη φθορά του χρόνου διατηρεί όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του παλιού κρητικού καφενείου. Λίγα τέτοια έχουν απομείνει ακόμα ατόφια ζωντανά.
Δυστυχώς πεθαίνουν τα χωριά. Πέφτουν οι ξερολιθιές και τα σπίθια τα πέτρινα, φεύγουν και οι τελευταίοι που τα κρατούν έστω κι έτσι ζωντανά. Κάθε που βρίσκομαι σε τέτοια μέρη ένας κόμπος κάθεται στον λαιμό μου, νιώθω συγκίνηση μα και τύψεις που είμαι από αυτούς που έφυγαν και άφησαν τους τόπους μας αυτούς αβοήθητους να μαραίνονται.
Γι’ αυτό και έχω σε μεγάλη εκτίμηση όσους έμειναν ή γύρισαν σε τέτοια μέρη, παλεύουν με τη γη και τη μοναξιά μα δεν φεύγουν. Άλλωστε ξέρουν πως παρά τις δυσκολίες και τους κόπους έχουν δυο πολύτιμα αγαθά: Την επαφή με τη φύση και την αληθινή ηρεμία.
*Η Σκλαβοπούλα το 1900 είχε 345 κατοίκους, το 1951 157, το 1981 106 και το 2011 28…
Σήμερα είναι ακόμα λιγότεροι.



