Στο καθιερωμένο πολιτικό και οικονομικό ραντεβού της Θεσσαλονίκης, η παραδοσιακή αντιπαράθεση μεταξύ κυβερνητικών εξαγγελιών και αντιπολιτευτικής κριτικής προσέλαβε φέτος τα χαρακτηριστικά μιας μετωπικής σύγκρουσης δύο ασυμβίβαστων κοσμοθεωριών.
Ενώ το κυβερνητικό επιτελείο επιχείρησε από το βήμα της 90ής ΔΕΘ να παγιώσει ένα αφήγημα σταθερής μακροοικονομικής σύγκλισης και επενδυτικής αναβάθμισης με ορίζοντα το 2030, ο γραμματέας του ΜέΡΑ25 και επικεφαλής του εκλογικού σχήματος «ΜέΡΑ25 – Ενωτική Αριστερά», Γιάνης Βαρουφάκης, ξεδίπλωσε μια εκ διαμέτρου αντίθετη ανάγνωση της πραγματικότητας.
Μιλώντας σε εκπροσώπους των μέσων ενημέρωσης, ο πρώην υπουργός Οικονομικών περιέγραψε μια χώρα βαθιά διαιρεμένη, όπου ο πακτωλός των ευρωπαϊκών πόρων και της φθηνής ρευστότητας των τελευταίων ετών κατέληξε σε μια κλειστή οικονομική ολιγαρχία, την ώρα που η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών βυθίζεται σε ένα καθεστώς σύγχρονης «χρεοδουλοπαροικίας».
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του τέθηκε το αίτημα για ριζική ανατροπή της μνημονιακής αρχιτεκτονικής, με αιχμή την άμεση αποκλιμάκωση των έμμεσων φόρων, την αποδόμηση της στεγαστικής φούσκας και την προστασία των δανειοληπτών απέναντι στους μηχανισμούς των διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων.
Το σκηνικό της ΔΕΘ και η σύγκρουση δύο αφηγημάτων
Η έναρξη της συνέντευξης Τύπου του κ. Βαρουφάκη κινήθηκε σε ευθεία αποδόμηση της πολιτικής σημειολογίας που συνοδεύει διαχρονικά τις πρωθυπουργικές παρουσίες στη συμπρωτεύουσα. Χαρακτηρίζοντας τις εξαγγελίες για επιδόματα και μελλοντική ευημερία ως έναν καλοστημένο μηχανισμό αποπροσανατολισμού, ο επικεφαλής του ΜέΡΑ25 υποστήριξε ότι η επίσημη ρητορική έχει αποκοπεί πλήρως από τα βιώματα της κοινωνικής βάσης:
«Κάθε Σεπτέμβρη η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης φιλοξενεί τον εκάστοτε πρωθυπουργό, ο οποίος διαπιστώνει ανάπτυξη πριν υποσχεθεί κι άλλη ανάπτυξη, η οποία κάποια στιγμή, λέει, θα μετατραπεί σε κοινωνικό μέρισμα. Λόγια του αέρα, που κανείς —ούτε καν οι οπαδοί του, ούτε η κοινωνία, ούτε βέβαια οι αγορές— δεν παίρνει στα σοβαρά. Τον ακούν μόνο και μόνο μπας και μάθουν κάτι για κάποιο επίδομα, μια απαλλαγή, κάποιο χαράτσι που θα γλιτώσουν. Τίποτα δηλαδή που θα αλλάξει τις ζωές τους πραγματικά, αλλά σκέφτονται “απ’ το ολότελα”. Έτσι και φέτος, ο κύριος Μητσοτάκης διαπίστωσε ανάπτυξη, έδωσε κάποια φιλοδωρήματα και υποσχέθηκε κι άλλη ανάπτυξη με ορίζοντα το 2030».
Στον αντίποδα των πανηγυρικών δεικτών, ο κ. Βαρουφάκης επικαλέστηκε τα επίσημα δεδομένα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), τα οποία κατατάσσουν την Ελλάδα στη θλιβερή πρωτιά της συρρίκνωσης του διαθέσιμου πλούτου. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, η χώρα κατέγραψε μείωση του κατά κεφαλήν εισοδήματος κατά 4% από το 2021 — μια απώλεια που, όπως υπογράμμισε, στην πραγματικότητα μεταφράζεται σε κατάρρευση της τάξεως του 15% για τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, εξαιτίας της άνισης και σφοδρής επίδρασης του πληθωρισμού στα βασικά αγαθά διαβίωσης.
Η κοινωνική γεωγραφία της κρίσης: Το 1/5 απέναντι στα 4/5
Αναλύοντας τη δομή της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, ο γραμματέας του ΜέΡΑ25 παρουσίασε μια χαρτογράφηση βαθιάς ταξικής ανισότητας, όπου η οικονομική δραστηριότητα δεν λειτουργεί ενιαία, αλλά συντηρεί δύο ασύμβατες μεταξύ τους πραγματικότητες. Από τη μία πλευρά τοποθετείται το προνομιούχο ένα πέμπτο (20%) του πληθυσμού —μια κλειστή κάστα κληρονόμων, μεγαλομετόχων και επιχειρηματικών ομίλων με στενή πρόσβαση στην κρατική εξουσία— και από την άλλη τα τέσσερα πέμπτα (80%) των μισθωτών, των αγροτών και των μικρομεσαίων, οι οποίοι επωμίζονται το σύνολο των φορολογικών και δανειακών βαρών.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παρέθεσε, ο συνολικός ιδιωτικός πλούτος στην Ελλάδα εκτιμάται στο 1 τρισεκατομμύριο ευρώ. Ωστόσο, η κατανομή του είναι συντριπτικά ετεροβαρής:
«Στα νοικοκυριά του ενός πέμπτου, του 20%, αντιστοιχεί για κάθε νοικοκυριό πλούτος 1 εκατομμυρίου ευρώ κατά μέσο όρο. Κάποιοι πολύ περισσότερο, κάποιοι λιγότερο. Για το υπόλοιπο 80%, για τα τέσσερα πέμπτα, ανά νοικοκυριό αντιστοιχούν μόνο 27.000 ευρώ. Αλλά ακόμα και αυτός ο ισχνός πλούτος των πολλών είναι εικονικός».
Αυτή η δυσαναλογία αποτυπώνεται ανάγλυφα στην καθημερινότητα των παραγωγικών δυνάμεων:
-
Η εργάτρια και η υπάλληλος του σούπερ μάρκετ, που παρά τις ονομαστικές οριακές αυξήσεις, διαπιστώνει ότι το εισόδημά της εξαντλείται στα μέσα του μήνα πολύ ταχύτερα από ό,τι πριν από πέντε χρόνια, αγοράζοντας λιγότερα αγαθά.
-
Ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας, ο οποίος βλέπει τον τζίρο του να αυξάνεται, αλλά ο τραπεζικός του λογαριασμός στο τέλος του μήνα να παραμένει άδειος, παγιδευμένος ανάμεσα στο λειτουργικό κόστος και τις ασφυκτικές ρυθμίσεις σε εφορία και ΕΦΚΑ.
-
Ο ελεύθερος επαγγελματίας και ο νέος επιστήμονας, ο οποίος καλείται να καταβάλει τέλος επιτηδεύματος και να φορολογηθεί επί ανύπαρκτου τεκμαρτού εισοδήματος 14.000 ευρώ από το πρώτο ευρώ, χωρίς το αφορολόγητο όριο που απολαμβάνουν οι υπόλοιποι φορολογούμενοι.
-
Οι νέοι δικηγόροι και οι γιατροί των 1.000 ευρώ, οι οποίοι αναγκάζονται να διαθέτουν 600 ευρώ για ενοίκιο και πάνω από 100 ευρώ για λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, προσπαθώντας να επιβιώσουν με τα εναπομείναντα 300 ευρώ.
Όπως επισήμανε ο κ. Βαρουφάκης, η θεσμοθετημένη μετατροπή του ιστορικού οκταώρου σε 13ωρη απασχόληση ολοκληρώνει τη μετάβαση από το παραδοσιακό προλεταριάτο σε ένα σύγχρονο, επισφαλές «πρεκαριάτο», το οποίο υφίσταται έναν ανελέητο ψηφιακό γραφειοκρατικό έλεγχο, όπου κάθε απόκλιση από τις πλατφόρμες του κράτους αντιμετωπίζεται ως ποινικό αδίκημα.
Το μέτωπο του ΦΠΑ: Η κυβερνητική ομολογία αποτυχίας και η πρόταση για το 15%
Ιδιαίτερη ένταση προσέλαβε η τοποθέτηση του Γιάνη Βαρουφάκη σχετικά με τη φορολογική πολιτική και συγκεκριμένα τη διατήρηση του βασικού συντελεστή ΦΠΑ στο 24%. Κληθείς να σχολιάσει τη δήλωση του πρωθυπουργού, σύμφωνα με την οποία μια οριζόντια μείωση του ΦΠΑ θα συνεπαγόταν τεράστιο δημοσιονομικό κόστος χωρίς να διασφαλίζεται ότι το όφελος θα περάσει τελικά στις τιμές καταναλωτή, ο κ. Βαρουφάκης έκανε λόγο για μια ιστορικών διαστάσεων παραδοχή αδυναμίας:
«Είναι πρωτόγνωρο αυτό. Δεν το ‘χω ακούσει σε καμιά άλλη χώρα του κόσμου: πρωθυπουργός να δηλώνει εκ προοιμίου την αποτυχία του. Γιατί τι λέει, για σκεφτείτε; Έχουμε αυτή τη στιγμή έναν εξωφρενικά ψηλό ΦΠΑ, που είναι δεδομένο ότι με αυτόν δεν μπορεί να αναπνεύσει η ελληνική οικονομία: 24%. Και τι λέει; Ότι “αν ρίξω τον ΦΠΑ από το 24% στο 20%, οι τιμές στο σούπερ μάρκετ δεν θα πέσουν και αυτά τα χρήματα θα τα πάρουν οι φίλοι μου οι ολιγάρχες”. Με άλλα λόγια, δηλώνει αποτυχία. Δηλώνει ότι υπάρχει ένα καρτέλ σούπερ μάρκετ το οποίο είναι κράτος εν κράτει, και ο ίδιος δεν είναι πρωθυπουργός, αλλά ατζέντης».
Απορρίπτοντας το επιχείρημα ότι το κράτος αδυνατεί να ελέγξει τους μηχανισμούς της αγοράς, παρουσίασε τη συγκεκριμένη θεσμική πρόταση του ΜέΡΑ25:
-
Άμεση μείωση του ανώτατου συντελεστή ΦΠΑ από το 24% στο 15%, μέτρο που θα απελευθερώσει άμεσα αγοραστική δύναμη για τα νοικοκυριά και θα μειώσει το κόστος λειτουργίας των μικρών επιχειρήσεων.
-
Ενεργοποίηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία οφείλει να αξιοποιήσει το επιστημονικό της προσωπικό για τη διενέργεια καθημερινών, εντατικών ελέγχων στην εφοδιαστική αλυσίδα.
-
Θέσπιση ρήτρας αναστολής λειτουργίας («λουκέτο») για όσες αλυσίδες λιανεμπορίου και επιχειρήσεις τροφίμων αρνηθούν να μετακυλίσουν τη μείωση του φόρου στις τελικές τιμές των προϊόντων στο ράφι.
Υπενθυμίζοντας τις ιστορικές συνθήκες επιβολής του 24%, ο κ. Βαρουφάκης υπογράμμισε ότι ο συγκεκριμένος συντελεστής δεν αποτέλεσε ποτέ εθνική επιλογή, αλλά εισήχθη κατ’ απαίτηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και εφαρμόστηκε από τον επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών Ντέκλαν Κοστέλο κατά τη μνημονιακή περίοδο. Κατά τον ίδιο, η σημερινή άρνηση αποκλιμάκωσης οφείλεται στην έλλειψη έγκρισης από τις Βρυξέλλες, την οποία η κυβέρνηση επιχειρεί να συγκαλύψει προβάλλοντας την υποτιθέμενη αδυναμία ελέγχου της εγχώριας αισχροκέρδειας.
Η φούσκα των ακινήτων, ο ΕΝΦΙΑ και η παγίδα του «εικονικού πλούτου»
Το ζήτημα της στέγασης και της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας αποτέλεσε τον τέταρτο βασικό άξονα της κριτικής του γραμματέα του ΜέΡΑ25. Περιγράφοντας τη σημερινή κατάσταση στην κτηματαγορά, προειδοποίησε για τη συγκρότηση μιας επικίνδυνης κερδοσκοπικής φούσκας, η οποία δημιουργεί μια απατηλή αίσθηση ευμάρειας στους ιδιοκτήτες, ενώ παράλληλα εξοβελίζει τις νεότερες γενιές από το δικαίωμα στη στέγη.
Όπως εξήγησε, η αύξηση των εμπορικών και αντικειμενικών αξιών δεν συνοδεύεται από πραγματική ρευστότητα, αλλά επιφέρει πρόσθετα φορολογικά βάρη μέσω του ΕΝΦΙΑ και των συναφών επιβαρύνσεων:
«Όταν το διαμέρισμα της οικογένειας πηγαίνει από τα 150 στα 250 χιλιάρικα, την ώρα που το πορτοφόλι παραμένει άδειο —είναι ακόμα πιο στεγνό από ό,τι ήταν πριν— φουσκώνει η εικονική περιουσία των γονιών, αλλά κλείνει για πάντα η πόρτα ενός σπιτιού για τα παιδιά τους».
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Βαρουφάκης άσκησε δριμεία κριτική στην επιδοματική πολιτική της κυβέρνησης στον τομέα των ακινήτων, υποστηρίζοντας ότι προγράμματα όπως τα επιδόματα ενοικίου ή η επιδότηση επιτοκίων στεγαστικών δανείων επιτείνουν το πρόβλημα αντί να το επιλύουν:
«Τα επιδόματα απλά ρίχνουν λάδι στη φωτιά. Το επίδομα ενοικίου απλά αυξάνει κι άλλο τα νοίκια. Το επίδομα στεγαστικού δανείου απλά αυξάνει κι άλλο τις τιμές των ακινήτων. Τα επιδόματα πλουτίζουν τους έχοντες. Τα επιδόματα δεν ανακουφίζουν τους μη έχοντες. Απλά φορτώνονται στην όλο και πιο συρρικνούμενη επόμενη γενιά».
Η διατήρηση του ΕΝΦΙΑ σε συνδυασμό με την τεχνητή ανατίμηση των ακινήτων λειτουργεί, κατά τον επικεφαλής του ΜέΡΑ25, ως μηχανισμός σταδιακής δήμευσης της λαϊκής κατοικίας, καθώς χιλιάδες πολίτες αδυνατούν να ανταποκριθούν στις τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις, την ίδια στιγμή που το κράτος διευκολύνει την εκποίηση του εγχώριου κτηριακού αποθέματος σε ξένους επενδυτές και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Το τραπεζικό σύστημα και ο αποκλεισμός των μικρομεσαίων: «Κουμπαράς για τράπεζες»
Η αποτύπωση της πιστωτικής πραγματικότητας αποτέλεσε ένα από τα πλέον αιχμηρά σημεία της ανάλυσης του επικεφαλής του ΜέΡΑ25, ο οποίος επιχείρησε να αποδομήσει το κυβερνητικό αφήγημα περί πλήρους εξυγίανσης και αναβάθμισης του εγχώριου τραπεζικού κλάδου. Ενώ οι συστημικοί δείκτες καταγράφουν ισχυρή κερδοφορία και ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων, η πραγματική οικονομία —και ιδίως ο κορμός των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων— βιώνει καθεστώς απόλυτου πιστωτικού αποκλεισμού.
Περιγράφοντας το χάσμα ανάμεσα στις μακροοικονομικές ανακοινώσεις και την καθημερινότητα των επαγγελματιών, ο κ. Βαρουφάκης συμπύκνωσε την εμπειρία της αγοράς σε μια χαρακτηριστική φράση:
«Όταν οι μικρομεσαίοι ακούν για αυτή την ανάπτυξη του τραπεζικού κλάδου, ξέρετε τι σκέφτονται; Σκέφτονται: “Δάνεια παντού τριγύρω μας, στην τσέπη μας κανένα”. Αυτό σκέφτονται. Σκέφτονται ότι η μικρή επιχείρησή τους, ακόμα και η εύρωστη μεσαία επιχείρηση, έμεινε έξω από τον χορό. Ακόμα και για εγγυητική επιστολή μιας νέας επιχείρησης, η τράπεζα της ζητάει collateral, δηλαδή της ζητάει να δεσμεύσει μετρητά ίσα με το ποσό της εγγυητικής επιστολής. Αυτό δεν είναι τράπεζα. Αυτό είναι κουμπαράς. Εκτός βέβαια κι αν είσαι ολιγάρχης, οπότε σου δίνουν περισσότερα από αυτά που ζήτησες. Άδικο έχουν οι μικρομεσαίοι να ακούν για τραπεζική αναβάθμιση και να πείθονται άλλη μια φορά ότι οι τράπεζες δανείζουν μόνο σε όσους δεν έχουν ανάγκη δανεικών;»
Σύμφωνα με τον πρώην υπουργό Οικονομικών, η ασύμμετρη πιστωτική πολιτική δεν περιορίζεται στην άρνηση παροχής ρευστότητας, αλλά εκδηλώνεται με όρους ακραίας δυσπιστίας. Όπως κατήγγειλε, τα τραπεζικά ιδρύματα απαιτούν δυσανάλογες εμπράγματες εξασφαλίσεις και υποθήκες από εγχώριους παραγωγούς «σαν να ήταν μικρομεσαίοι από την Γκάνα ή το Μπαγκλαντές», στερώντας από υγιείς επιχειρήσεις τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν κεφάλαιο κίνησης ή να διατηρήσουν τις ρυθμίσεις των χρεών τους προς τα ασφαλιστικά ταμεία και τη φορολογική διοίκηση.
Το καθεστώς των κόκκινων δανείων: Η ομηρία 2,4 εκατομμυρίων πολιτών από funds και servicers
Το μείζον κοινωνικό και οικονομικό ζήτημα του ιδιωτικού χρέους και των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αναδείχθηκε ως ο κεντρικός μηχανισμός μεταβίβασης πλούτου από τη λαϊκή βάση προς τα διεθνή επενδυτικά σχήματα. Ο κ. Βαρουφάκης παρουσίασε τα μεγέθη της κρίσης, κάνοντας λόγο για μια ιδιότυπη κατάσταση γενικευμένης χρεοκοπίας που έχει μετακυλιστεί εξ ολοκλήρου στις πλάτες της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, 2,4 εκατομμύρια δανειολήπτες τελούν σήμερα υπό καθεστώς πτώχευσης και ομηρίας από τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) και τα επενδυτικά funds, την ώρα που η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) διατηρεί υπό αναγκαστικά μέτρα είσπραξης 2,3 εκατομμύρια οφειλέτες. Πρόκειται, όπως τόνισε, για το επιστέγασμα μιας διακομματικής θεσμικής διαδρομής:
«Δεν είναι μόνο ότι την ώρα που το κράτος βοηθά τα funds και τους servicers να έχουν στην ομηρία τους 2,4 εκατομμύρια δανειολήπτες, πτωχευμένους δανειολήπτες, την ώρα που η εφορία έχει υπό αναγκαστικά μέτρα 2,3 εκατομμύρια οφειλέτες… Μιλάμε για επανάκτηση, για παράδειγμα, των κόκκινων δανείων απ’ τους servicers και τα funds. Μιλάμε για πτώχευσή τους, για εκδίωξή τους από τη χώρα, γιατί, ξέρετε, ετοιμάζονται να βγάλουν 80 δισεκατομμύρια εκτός της χώρας τα funds και οι servicers».
Ανατρέχοντας στο θεσμικό ιστορικό της απελευθέρωσης της δευτερογενούς αγοράς δανείων, ο γραμματέας του ΜέΡΑ25 επέρριψε ευθύνες τόσο στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για τη θέσπιση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και την πρώτη πώληση χαρτοφυλακίων σε distress funds, όσο και στη σημερινή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας για το πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής». Κατά τον ίδιο, η απαλλαγή των τραπεζικών ισολογισμών από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια δεν εξαφάνισε το χρέος, αλλά το μετέτρεψε σε μοχλό μαζικής πίεσης κατά της πρώτης κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης, επιβάλλοντας ως μόνη λύση την ακύρωση των τιτλοποιήσεων και την ανάκτηση των δανειακών συμβάσεων υπό δημόσιο έλεγχο.
Η άλωση της αγροτικής γης: Από την εκκαθάριση της ΑΤΕ στις μπίζνες των φωτοβολταϊκών
Απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με την κατάσταση στον πρωτογενή τομέα —με επίκεντρο τις εκτεταμένες κατασχέσεις αγροτικών περιουσιών στην Ήπειρο, στον κάμπο της Άρτας και της Πρέβεζας— ο Γιάνης Βαρουφάκης ξεδίπλωσε το ιστορικό χρονικό της απώλειας της ελληνικής γης, υποστηρίζοντας ότι η συγκέντρωση της αγροτικής ιδιοκτησίας σε funds δεν αποτελεί μελλοντικό κίνδυνο, αλλά μια συντελεσμένη πραγματικότητα.
Όπως εξήγησε, η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στο 2012, όταν η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (ΑΤΕ) —ο κατεξοχήν χρηματοδοτικός πυλώνας που εξυπηρετούσε το 90% των Ελλήνων αγροτών για δεκαετίες— διασπάστηκε βίαια σε «καλή» και «κακή» τράπεζα:
«Το καλό κομμάτι, το οποίο είχε μέσα το 70% της ελληνικής αγροτικής γης ως υποθήκες, το πήρε η Πειραιώς του κυρίου Σάλλα. Το 2015, με το τρίτο μνημόνιο και άλλη μία ανακεφαλαιοποίηση, την Πειραιώς την πήρε ένας άνθρωπος του κοινού ποινικού δικαίου… λέγεται John Paulson. Αυτός ο κύριος, λοιπόν, μαζί με τους συνεταίρους του, έχουν το 70% της ελληνικής γης. Και στο πλαίσιο της δημιουργίας των funds, των ηλεκτρονικών πλατφορμών πλειστηριασμών από τον κύριο Τσίπρα και μετά από τον κύριο Μητσοτάκη —και ιδίως τον “Ηρακλή”— αυτή πέρασε στα funds, όπως περάσαν και τα σπίτια σας».
Σύμφωνα με τον κ. Βαρουφάκη, η εξαγορά των αγροτικών δανείων σε εξευτελιστικές τιμές οδηγεί στον μαζικό αφελληνισμό και στον παραγωγικό παροπλισμό της υπαίθρου:
-
Αλλαγή χρήσης γης: Καλλιεργήσιμες εκτάσεις υψηλής παραγωγικότητας δεσμεύονται μέσω πλειστηριασμών και μετατρέπονται σε τουριστικά συγκροτήματα ή σε φαραωνικά φωτοβολταϊκά πάρκα.
-
Ενεργειακές στρεβλώσεις: Ενώ απαγορεύεται στους πολίτες των αστικών κέντρων να εγκαταστήσουν συστήματα αυτοπαραγωγής στις ταράτσες τους, η αγροτική γη καλύπτεται από φωτοβολταϊκά, τα οποία μάλιστα «κλείνουν μεταξύ 11 και 2 το μεσημέρι, επειδή οι εταιρείες δεν επενδύουν σε μπαταρίες αποθήκευσης και δεν θέλουν να μηδενιστεί η τιμή της κιλοβατώρας, διατηρώντας σε λειτουργία τις μονάδες φυσικού αερίου».
-
Εισαγωγική εξάρτηση: Η συρρίκνωση της εγχώριας παραγωγής τροφίμων ενισχύει την κερδοφορία των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ και των μεσαζόντων, οι οποίοι υποκαθιστούν τα ελληνικά προϊόντα με φθηνότερες εισαγωγές από χώρες όπως η Βουλγαρία.
Το ενεργειακό καρτέλ και η ριζοσπαστική πρόταση κοινωνικοποίησης της ΔΕΗ
Το τέταρτο κομβικό πεδίο της τοποθέτησης Βαρουφάκη αφορούσε την ενεργειακή κρίση και τον τρόπο λειτουργίας της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρισμού. Ο πρώην υπουργός Οικονομικών περιέγραψε ένα καθεστώς «ενεργειακής υποτέλειας», όπου ο μηχανισμός του Χρηματιστηρίου Ενέργειας επιτρέπει στους παραγωγούς να πωλούν ενέργεια που παράγεται με μηδενικό οριακό κόστος (από υδροηλεκτρικά και ανανεώσιμες πηγές) στην τιμή της ακριβότερης θερμικής μονάδας φυσικού αερίου.
Κατονομάζοντας τους ισχυρούς παίκτες της εγχώριας αγοράς (Μυτιληναίο, Βαρδινογιάννη, Περιστέρη, CVC), συνέδεσε την εγχώρια ακρίβεια με ευρύτερα γεωπολιτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα:
«Αμερικανικές πολυεθνικές επιχειρήσεις το είδαν και το σκέφτηκαν, και αποφάσισαν ότι το ξεζούμισμα των Ελλήνων καταναλωτών ενέργειας απ’ το υφιστάμενο καρτέλ είναι τόσο εντυπωσιακό, που —Chevron κτλ.— τους συμφέρει να έρθουν και να ρίξουν 20 δισεκατομμύρια δολάρια να επενδύσουν για να συμμετέχουν και αυτές σε αυτό το φαγοπότι. Τα 20 δισεκατομμύρια αυτά δεν θα είναι για να παράξουν φθηνότερο και πιο πράσινο ηλεκτρικό ρεύμα, όπως λένε οι ιθύνοντες ψευδώς. Τα ρίχνουν για να κρατήσουν τις τιμές στα ουράνια… καίγοντας ορυκτά καύσιμα τα οποία θα τα φέρνουν από το Τέξας και από το Νέο Μεξικό μέσω του Ατλαντικού, της Μάλτας, του Γιβραλτάρ».
Απορρίπτοντας ως «κοσμητική» την πρόταση άλλων δυνάμεων της Κεντροαριστεράς για επιβολή έκτακτης φορολογίας στα υπερκέρδη ή για έναν φόρο πλούτου 1% επί της αντικειμενικής αξίας των ολιγαρχών —τονίζοντας ότι «οι στρατοί των λογιστών και των φοροτεχνικών τους θα μεταμφιέσουν τα κέρδη σε κόστη, οδηγώντας το κράτος σε πολυετείς άκαρπες δικαστικές διαμάχες»— ο κ. Βαρουφάκης κατέθεσε τη δική του προγραμματική ρήξη:
-
Πλήρης κοινωνικοποίηση της ενιαίας ΔΕΗ: Επαναφορά υπό δημόσιο, κοινωνικό έλεγχο όχι μόνο του παραγωγικού δυναμικού, αλλά και των δικτύων μεταφοράς και διανομής (ΑΔΜΗΕ, ΔΕΔΔΗΕ).
-
Κατάργηση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας: Αντικατάσταση των κερδοσκοπικών δημοπρασιών από έναν αυστηρό κοινωνικό κανόνα διατίμησης.
-
Τιμολόγηση βάσει πραγματικού κόστους: Καθορισμός της λιανικής τιμής της κιλοβατώρας σε όλη την επικράτεια με περιθώριο κέρδους μόλις 5% πάνω από το πραγματικό μέσο κόστος παραγωγής.
Μόνο με αυτόν τον τρόπο, κατέληξε, τα κεφάλαια που σήμερα αποσπώνται βίαια από τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς θα παραμείνουν στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, καθιστώντας περιττά τα ανεπαρκή κρατικά επιδόματα ρεύματος.
Το τέλος του φθηνού χρήματος: Η εξάντληση των τεσσάρων πηγών ρευστότητας
Πέρα από την καταγραφή των υφιστάμενων κοινωνικών ανισοτήτων, η ανάλυση του Γιάνη Βαρουφάκη στη ΔΕΘ εστίασε σε μια κρίσιμη μακροοικονομική προειδοποίηση: το μοντέλο της «παραπλανητικής ανάπτυξης», το οποίο συντηρήθηκε τα τελευταία χρόνια μέσω εξωγενών χρηματοδοτικών ενέσεων, πλησιάζει με ταχύτητα στο εξαντλητικό του όριο. Όπως υποστήριξε, η ρευστότητα που διαχύθηκε στην ελληνική οικονομία μετά την πανδημία δεν οφειλόταν σε κάποια αυθεντική παραγωγική ανασυγκρότηση, αλλά σε συγκυριακούς παράγοντες που σήμερα εξασθενούν ταυτόχρονα.
Περιγράφοντας το τέλος αυτής της περιόδου, ο επικεφαλής του ΜέΡΑ25 προσδιόρισε τις τέσσερις πηγές εισροής κεφαλαίων που πλέον στερεύουν:
«Βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος αυτού του συγκεκριμένου κεφαλαίου της μνημονιακής Ελλάδας, του κεφαλαίου το οποίο θα μπορούσε να ονομαστεί “παραπλανητική ανάπτυξη”. Το χρήμα που πράγματι έρευσε πολύ πιο γάργαρο από ποτέ τα τελευταία χρόνια —το οποίο βέβαια δεν πέρασε ποτέ από τις τσέπες του 80%— τελειώνει. Να δούμε τις τέσσερις πηγές από τις οποίες προήλθε και οι τέσσερις στερεύουν σήμερα. Πηγή πρώτη: οι επιδοτήσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ. Χρήματα που οσονούπω θα μειωθούν όχι απλά θεαματικά, αλλά σαν σε πτώση από γκρεμό, καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης τελειώνει, κλείνει, και ο προϋπολογισμός της Κομισιόν είναι μείον, την ίδια στιγμή που Γαλλία και Γερμανία αρνούνται να τον αυξήσουν. Ξεχάστε τα ΕΣΠΑ».
Ως δεύτερη πηγή ανέφερε τους ξένους ιδιώτες πιστωτές και το διεθνές διατραπεζικό σύστημα, το οποίο δάνεισε αφειδώς τα εγχώρια ιδρύματα, διοχετεύοντας κεφάλαια σε μη παραγωγικές τοποθετήσεις: «Χρήμα που γινόταν αυτοκίνητα —έχουν πλημμυρίσει οι δρόμοι αυτοκίνητα— ακίνητα, γενικά μη παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία. Αυτοί οι πιστωτές ετοιμάζονται, όπως μετά το 2008, να κλείσουν τις κάνουλες και να αυξήσουν τα επιτόκια».
Στον κατάλογο προστέθηκε ο κύκλος εργασιών του μαζικού τουρισμού, ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως ένας μηχανισμός όπου τα έσοδα καταλήγουν σε μεγάλους τουριστικούς ομίλους και φυγαδεύονται στο εξωτερικό, αφήνοντας πίσω συνθήκες υπερεκμετάλλευσης για τους εργαζομένους. Τέλος, η τέταρτη πηγή —τα υπερκέρδη από τις εκποιήσεις, τα υψηλά ενοίκια και την ανατίμηση των ακινήτων— οδηγείται νομοτελειακά σε απότομη αποσυμπίεση.
Το επερχόμενο στέρεμα αυτών των τεσσάρων κρηνών ρευστότητας θα φέρει, κατά τον κ. Βαρουφάκη, την κοινωνία αντιμέτωπη με ένα νέο «τσουνάμι ανέχειας», επαναφέροντας τα εφιαλτικά ερωτήματα της δεκαετίας του 2010 σχετικά με το πού κατέληξε ο δανεικός πλούτος που δεν επενδύθηκε ποτέ στην πραγματική παραγωγή.
Ο μύθος της πρόωρης αποπληρωμής του χρέους και η ευρωπαϊκή εξάρτηση
Στο μικροσκόπιο της κριτικής του πρώην υπουργού Οικονομικών τέθηκε και η κυβερνητική ρητορική περί πρόωρης αποπληρωμής τμημάτων των δανείων διάσωσης προς τον επίσημο τομέα, κίνηση που προβάλλεται συστηματικά ως απόδειξη δημοσιονομικής αυτάρκειας. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση για το τι σηματοδοτεί αυτή η εξέλιξη για τις ασθενέστερες τάξεις, ο κ. Βαρουφάκης υπήρξε κατηγορηματικός: «Για τους πολλούς, για την ακρίβεια για όλους τους πολίτες, δεν σημαίνει απολύτως τίποτα».
Εξηγώντας τον χρηματοπιστωτικό μηχανισμό πίσω από αυτές τις συναλλαγές, κατέφυγε στην αναλογία μιας πιστωτικής κάρτας, αποδομώντας τη φύση του διαβόητου ταμειακού αποθέματος:
«Οι αποπληρωμές αυτές δεν γίνονται με δικά μας χρήματα. Γίνονται με άλλα δανεικά. Το μαξιλαράκι του κυρίου Τσίπρα και του κυρίου Τσακαλώτου, το οποίο τώρα διατηρεί ο κύριος Μητσοτάκης —αυτό το μαξιλαράκι των 39 δισεκατομμυρίων από το οποίο γίνονται οι αποπληρωμές— τι ήταν; Πιστωτικές κάρτες. Είναι σαν να παίρνεις να τραβήξεις χρήματα από μια πιστωτική κάρτα για να αποπληρώσεις το στεγαστικό σου δάνειο. Εάν η πιστωτική κάρτα έχει οριακά μικρότερο επιτόκιο, έχει μια λογική, αλλά η ανακούφισή σου θα είναι απειροελάχιστη, θα τείνει στο μηδέν. Όσον αφορά το δημόσιο, αυτή η αποπληρωμή δεν πρόκειται να περάσει ποτέ στον κόσμο, γιατί το ελληνικό δημόσιο παραμένει πτωχευμένο».
Σύμφωνα με τον γραμματέα του ΜέΡΑ25, η δυνατότητα αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους δεν εδράζεται στην πραγματική ισχύ της ελληνικής οικονομίας, αλλά αποκλειστικά στην προστατευτική ομπρέλα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αυτή η στήριξη, ωστόσο, παρέχεται με αυστηρούς πολιτικούς και οικονομικούς όρους:
«Η στήριξη της ΕΚΤ είναι δεδομένη μόνο εφόσον οι ελληνικές κυβερνήσεις ακολουθούν την πεπατημένη. Και ποια είναι η πεπατημένη; Να επιτρέψουν στα funds και στους servicers να σας πάρουν τα σπίτια και να βγάλουν 80 δισεκατομμύρια στο εξωτερικό. Όσο οι κυβερνήσεις επιτρέπουν στους servicers και στα καρτέλ ενέργειας να σας ληστεύουν, τόσο θα τους επιτρέπουν να παίρνουν χρήματα από τη μία τσέπη της τρόικας, να τα βάζουν στην άλλη τσέπη της τρόικας και να λένε πανηγυρικά ότι αποπληρώνουν πρόωρα το χρέος».
«Επανάκτηση» έναντι «Εναλλαγής»: Το στρατηγικό διακύβευμα και το σχέδιο των «7+3 Βημάτων»
Στο πεδίο των πολιτικών διεργασιών και των σεναρίων ανασύνθεσης του ευρύτερου προοδευτικού χώρου, ο Γιάνης Βαρουφάκης χάραξε μια αγεφύρωτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη δική του στρατηγική και στα καλέσματα για κυβερνητική συνεργασία των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς. Απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με την πιθανότητα κοινών ψηφοδελτίων με τη Νέα Αριστερά ή τον ΣΥΡΙΖΑ ενόψει των εθνικών εκλογών, ξεκαθάρισε ότι το ΜέΡΑ25 απορρίπτει τη λογική της απλής «εναλλαγής προσώπων στην εξουσία».
Η ουσία της πολιτικής σύγκρουσης, όπως την προσδιόρισε, δεν αφορά τη νομή των κυβερνητικών αξιωμάτων, αλλά τη σύγκρουση με τους ιδιοκτήτες της χώρας:
«Εμείς κάνουμε την ειδοποιό διαφοροποίηση μεταξύ προτάσεων που αφορούν την εναλλαγή στην εξουσία και την επιδοματική πολιτική, και των πολιτικών που εμείς ονομάζουμε πολιτικές της “Επανάκτησης”. Η επανάκτηση σημαίνει ρήξη με βασικές επιλογές των τελευταίων 10-15 ετών, όπως για παράδειγμα η κοινωνικοποίηση της ΔΕΗ, η ανάκτηση των κόκκινων δανείων, η εκδίωξη των funds. Όποιο κόμμα συμφωνεί με το πρόταγμα της επανάκτησης και ξεφεύγει από την παγίδα της εναλλαγής, εμείς είμαστε ανοιχτοί. Αλλά δεν έχω δει κανένα κόμμα που να θέλει να κάνει αυτή τη μετάβαση από το φιλοολιγαρχικό αφήγημα της εναλλαγής στο αντιολιγαρχικό αφήγημα της επανάκτησης. Και για να είμαι ακόμα πιο σύντομος: η απάντηση είναι όχι».
Ο επικεφαλής του ΜέΡΑ25 κατήγγειλε ότι η ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει δώσει «διαπιστευτήρια στην ολιγαρχία, ορκιζόμενη ότι δεν πρόκειται να αγγίξει τα περιουσιακά της στοιχεία». Απέναντι σε αυτό, αντιπαρέβαλε την «Επανάκτηση» ως μια βαθιά ριζοσπαστική διαδικασία που στοχεύει όχι στην επιφανειακή αναδιανομή των εισοδημάτων μέσω φόρων και επιδομάτων, αλλά στην αναδιανομή των ίδιων των περιουσιακών στοιχείων και των στρατηγικών υποδομών υπέρ της κοινωνίας.
Το πρόγραμμα αυτό εξειδικεύεται στον οδικό χάρτη των «7+3 Βημάτων» του ΜέΡΑ25 – Ενωτική Αριστερά:
-
Τα επτά άμεσα βήματα: Επανάκτηση του κράτους και της δικαιοσύνης, επανάκτηση της κοινωνικής στέγης, επανάκτηση της ενέργειας, των μεταφορών και των οικοσυστημάτων, επανάκτηση της φορολογικής πολιτικής και των εργαλείων κατά της ακρίβειας, επανάκτηση της συλλογικής διαπραγματευτικής ισχύος των εργαζομένων, επανάκτηση του συστήματος πληρωμών, της δημόσιας περιουσίας και των επενδύσεων, καθώς και επανάκτηση της δημόσιας υγείας, της παιδείας και της ανεξάρτητης ενημέρωσης.
-
Οι τρεις στρατηγικοί πυλώνες: Επανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας και της ασφάλειας, αποκατάσταση του διεθνούς ειρηνευτικού ρόλου της Ελλάδας, και επαναθεμελίωση του οράματος για έναν ελευθεριακό, αυτοδιαχειριζόμενο σοσιαλισμό.
Στο ερώτημα για τον εκλογικό πήχη του 3%, ο κ. Βαρουφάκης απάντησε ότι το κόμμα δεν θέτει αριθμητικούς περιορισμούς, υπογραμμίζοντας ότι προτιμά να μείνει εκτός Βουλής υπερασπιζόμενο τις αρχές του, παρά να μετατραπεί σε συνιστώσα μιας συνθηκολογημένης διαχείρισης.
Από το έγκλημα των Τεμπών και την Εγνατία στην εμπλοκή στη Μέση Ανατολή
Η συζήτηση με τους εκπροσώπους του Τύπου επεκτάθηκε αναπόφευκτα στα μεγάλα ανοιχτά τραύματα των εθνικών υποδομών, με επίκεντρο τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών και την παράδοση των οδικών δικτύων σε ιδιωτικά μονοπώλια. Ο Γιάνης Βαρουφάκης υποστήριξε ότι η σύγκρουση στα Τέμπη υπήρξε ένα προδιαγεγραμμένο συστημικό έγκλημα, άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μνημονιακή διάσπαση του ενιαίου σιδηροδρομικού φορέα:
«Το έγκλημα αυτό ήταν προδιαγεγραμμένο από την ώρα που έσπασε ο σιδηρόδρομος στα δύο: άλλη εταιρεία στις υποδομές, άλλη εταιρεία στους συρμούς. Είναι σαν να οδηγείτε ένα αυτοκίνητο και να ‘μαι εγώ να κρατάω το τιμόνι κι εσείς με τα πόδια σας να προσπαθείτε να πατάτε το γκάζι και το φρένο. Θα έχουμε ατύχημα. Όποτε έχει σπάσει σιδηροδρομικό δίκτυο, αυτό συνέβη, όπως στην Αγγλία με το έγκλημα του Ladbroke Grove και του Hatfield. Η πολιτική απάντηση είναι η άμεση επανένωση και κοινωνικοποίηση του σιδηροδρόμου».
Αποκαλύπτοντας το παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων του 2015, κατήγγειλε ότι η πώληση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ στην ιταλική Ferrovie dello Stato δεν υπάκουε σε τεχνοκρατικά κριτήρια: «Όταν ρώτησα τους τροϊκανούς γιατί φέρνουν αυτή την εταιρεία, η απάντηση ήταν: “Να μη δώσουμε κάτι και στους Ιταλούς; Στους Γερμανούς δώσαμε τα περιφερειακά αεροδρόμια, στους Κινέζους το λιμάνι του Πειραιά, να μην πάρουν και οι Ιταλοί κάτι;”». Για την αναστροφή αυτής της κατάστασης, πρότεινε τη συγκρότηση ενός ενιαίου δημόσιου φορέα υπό κοινωνικό έλεγχο —μέσω Διαβουλευτικών Συμβουλίων κληρωτών και εκλεγμένων πολιτών— και την υλοποίηση ενός εκτεταμένου επενδυτικού σχεδίου ύψους 50 δισεκατομμυρίων ευρώ για την ασφάλεια και τον εκσυγχρονισμό του δικτύου.
Ανάλογη υπήρξε η κριτική του για την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού στον όμιλο ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, όπου παρά τις συνεχείς καθυστερήσεις και τις κλειστές λωρίδες κυκλοφορίας, τα διόδια καταβάλλονται κανονικά: «Εάν δώσεις την εποπτεία των αρνιών σε έναν λύκο και ο λύκος αρχίσει να τα κατασπαράζει, γιατί παραξενεύεσαι; Είναι στη φύση του ιδιώτη να μεγιστοποιεί το κέρδος του. Όταν στέλνετε επιστολές διαμαρτυρίας στο υπουργείο, γαβγίζετε σε λάθος λύκο. Μόνη λύση είναι η ανάκτηση των οδικών αξόνων από το δημόσιο».
Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, ο επικεφαλής του ΜέΡΑ25 εξαπέλυσε σφοδρότατη επίθεση στην κυβέρνηση για τη στρατηγική ευθυγράμμιση με το Τελ Αβίβ, χαρακτηρίζοντας τον πρωθυπουργό «συνεργό του γενοκτόνου Νετανιάχου» στη σύγκρουση της Γάζας. Στηλιτεύοντας την απόφαση διάθεσης 3 δισεκατομμυρίων ευρώ για εξοπλιστικά προγράμματα και πυραυλικά συστήματα από το Ισραήλ, την ώρα που το σύνολο της εγχώριας δημόσιας εκπαίδευσης υποχρηματοδοτείται με μόλις 5 δισεκατομμύρια ευρώ, κατέληξε αποδομώντας το αφήγημα της ισραηλινής αποτρεπτικής ασπίδας: «Πιστεύει κανείς πραγματικά ότι εάν ένας Τούρκος πρόεδρος επιχειρήσει απόβαση στη Ρόδο, θα κινητοποιηθεί η ισραηλινή αεροπορία υπέρ της Ελλάδας; Υπάρχει κάποιος τόσο αφελής; Με την Άγκυρα θα τα βρουν οι Ισραηλινοί».
Η συνολική παρουσία του Γιάνη Βαρουφάκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης του 2026 κατέστησε σαφές ότι το ΜέΡΑ25 επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τον χώρο της ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης, μετατοπίζοντας τη συζήτηση από τη διαχείριση της ακρίβειας και των επιδομάτων στην αμφισβήτηση της ίδιας της ιδιοκτησιακής δομής της ελληνικής οικονομίας. Απορρίπτοντας τόσο τον κυβερνητικό εφησυχασμό περί διαρκούς ανάπτυξης όσο και τις συμβιβαστικές προτάσεις της υπόλοιπης αντιπολίτευσης, το πρόταγμα της «Επανάκτησης» φιλοδοξεί να αποτελέσει τη μήτρα ενός νέου κοινωνικού μετώπου, καλώντας τους πολίτες να διεκδικήσουν πίσω τον δημόσιο και ιδιωτικό πλούτο που εκχωρήθηκε στα χρόνια των μνημονίων, προτού το νέο κύμα λιτότητας καταστήσει την υποτέλεια οριστική.



