Η διασφάλιση της υγειονομικής συνοχής στην περιφέρεια αναδεικνύεται σε ένα από τα πλέον πιεστικά ζητήματα για την τοπική κοινωνία, καθώς οι δομικές ελλείψεις πλήττουν πλέον οριζόντια όλες τις βαθμίδες του συστήματος περίθαλψης.
Κατά την ειδική συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Χανίων με αποκλειστικό αντικείμενο την πορεία και τις προκλήσεις του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων, αναδείχθηκαν οι πολυσύνθετες παράμετροι της κρίσης που διέρχεται το δημόσιο σύστημα υγείας στην περιφέρεια.
Τον λόγο πήρε και ο Περιφερειακός Συντονιστής του Τομέα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας της Περιφερειακής Ενότητας Χανίων, Στέφανος Ντουκάκης, ο οποίος κατέγραψε ανάγλυφα πώς οι παθογένειες της υποστελέχωσης έχουν μετακυλιστεί από το κεντρικό νοσηλευτικό ίδρυμα στις πρωτοβάθμιες δομές, διαμορφώνοντας ένα ασφυκτικό περιβάλλον για το ιατρικό προσωπικό και τους πολίτες της Δυτικής Κρήτης.
Το οικονομικό αδιέξοδο της επαρχίας και το μειονέκτημα έναντι του Ηρακλείου
Η αδυναμία ανανέωσης του ιατρικού δυναμικού, τόσο σε επίπεδο ειδικευόμενων όσο και επιμελητών, συνδέεται άρρηκτα με τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Οι τουριστικές ιδιαιτερότητες των Χανίων και του Ρεθύμνου έχουν οδηγήσει σε κατακόρυφη αύξηση των ενοικίων, καθιστώντας απαγορευτική τη διαβίωση για έναν επιστήμονα με μηνιαίες απολαβές της τάξεως των 1.200 ευρώ, ο οποίος αδυνατεί να ανταπεξέλθει στα βασικά έξοδα διαβίωσης.
Παράλληλα, οι δομές της Δυτικής Κρήτης αντιμετωπίζουν ένα σημαντικό μειονέκτημα όσον αφορά την επιστημονική και πανεπιστημιακή ανατροφοδότηση, η οποία παραμένει συγκεντρωμένη στο Ηράκλειο. Η γειτνίαση του Βενιζελείου με το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου (ΠΑΓΝΗ) δημιουργεί ένα επιπλέον κίνητρο προσέλκυσης, καθώς εκεί οι γιατροί έχουν το πλεονέκτημα ότι δεν εφημερεύουν καθημερινά και αποφεύγουν την εργασιακή εξόντωση. Όλο αυτό το πλαίσιο συνθέτει έναν φαύλο κύκλο που διώχνει το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό μακριά από τα Χανιά και το Ρέθυμνο.
Η διάχυση της κρίσης στην περιφέρεια και η αποδυνάμωση των ΤΟΜΥ
Η λειτουργική κόπωση του συστήματος έχει πλέον επεκταθεί και στο σώμα των αγροτικών γιατρών, επηρεάζοντας άμεσα τα Κέντρα Υγείας της περιφέρειας του νομού. Χαρακτηριστική είναι η κατάσταση στο Κέντρο Υγείας Βάμου, όπου, όπως μετέφερε ο διευθυντής του κ. Βροχάρης, κατά το προηγούμενο έτος αρκετοί από τους προγραμματισμένους αγροτικούς γιατρούς που είχαν υποχρέωση να παρουσιαστούν δεν πήγαν ποτέ, επιλέγοντας είτε τη μετανάστευση στο εξωτερικό είτε αποθαρρυνόμενοι από την αδυναμία εύρεσης κατοικίας. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνει ότι σήμερα δεν νοσεί βαριά μόνο το κεντρικό νοσοκομείο, αλλά και η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.
Στην πόλη των Χανίων, η στασιμότητα των πόρων αποτυπώνεται καθαρά στην ιστορική πορεία των Τοπικών Ομάδων Υγείας (ΤΟΜΥ). Κατά την περίοδο ίδρυσής τους το 2017-2018 στο παλιό νοσοκομείο, η αρχική δυναμική στελέχωσης ανερχόταν σε επτά γιατρούς: τρεις παθολόγους, δύο παιδιάτρους και έναν καρδιολόγο. Μετά από τόσα χρόνια, η συνολική δύναμη ανέρχεται σε μόλις οκτώ γιατρούς (δύο γενικούς γιατρούς, τρεις παθολόγους, έναν καρδιολόγος και δύο παιδιάτρους).
Στην πραγματικότητα, ο αριθμός των γιατρών παραμένει ο ίδιος εδώ και χρόνια, με μόνη μεταβολή τη μετατροπή της εργασιακής τους σχέσης από συμβασιούχους μέσω ΕΣΠΑ σε μόνιμους γιατρούς του ΕΣΥ. Ωστόσο, οι λειτουργικές ανάγκες ανατρέπουν τον σχεδιασμό:
«Το χειρότερο είναι ότι όλοι αυτοί οι παθολόγοι και οι γενικοί γιατροί των ΤΟΜΥ αναγκάζονται να εφημερεύουν στο νοσοκομείο, κάνοντας σχεδόν καθημερινά βάρδιες στο Τμήμα Διαλογής. Το σύστημα ουσιαστικά ανατρέπει τις δομές του και τρώει τις σάρκες του.»
Για να καταστεί δε εφικτό να παραμείνουν οι ΤΟΜΥ ανοιχτές κατά τις πρωινές και βραδινές ώρες, οι υπεύθυνοι αναγκάζονται να προχωρούν στη μεταφορά γιατρών από το Κέντρο Υγείας.
Το βάρος του μεταναστευτικού και το μισθολογικό παράδειγμα της Ρουμανίας
Οι πρωτοβάθμιες δομές καλούνται ταυτόχρονα να διαχειριστούν σημαντικά κοινωνικά βάρη, όπως αυτό του μεταναστευτικού ζητήματος. Κατά το περασμένο έτος, η Πρωτοβάθμια Φροντίδα των Χανίων περιέθαλψε περίπου 11.000 με 12.000 μετανάστες, επιτυγχάνοντας μια στενή και υποδειγματική συνεργασία με τον Δήμο, την Περιφέρεια και το Λιμενικό Σώμα.
Παρά την επαρκή επιχειρησιακή ανταπόκριση των τοπικών φορέων, η ρίζα του προβλήματος παραμένει αμιγώς οικονομική, καθώς χωρίς την αλλαγή του μισθολογικού καθεστώτος δεν αναμένεται βελτίωση. Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Ντουκάκης υπέδειξε τη Ρουμανία ως παράδειγμα επιτυχούς κεντρικής παρέμβασης, όπου οι μέσες απολαβές των γιατρών, που κυμαίνονταν στα 1.000 ευρώ, τριπλασιάστηκαν μέσα σε μία ημέρα με πολιτική απόφαση, με αποτέλεσμα το ρουμανικό εθνικό σύστημα υγείας να γεμίσει άμεσα από ιατρικό προσωπικό.
Ακολουθούν όσα είπε ο Στέφανος Ντουκάκης:
Έχουμε πλέον καταλάβει όλοι ότι οι γιατροί δεν έρχονται εδώ κυρίως για λόγους οικονομικούς. Δεν μπορούμε να ανανεώσουμε το δυναμικό μας, ούτε σε ειδικευόμενους ούτε σε επιμελητές, γιατί η οικονομική πραγματικότητα της πόλης μας τους στραγγαλίζει. Δυστυχώς, αυτή είναι η μοίρα τουριστικών περιοχών όπως είναι τα Χανιά και το Ρέθυμνο, όπου τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί στα ύψη και ένας άνθρωπος που έρχεται να εργαστεί για 1.200 ευρώ είναι αδύνατον να ανταπεξέλθει.
Παράλληλα, οι γιατροί εδώ στερούνται της επιστημονικής και πανεπιστημιακής ανατροφοδότησης, καθώς αυτή είναι συγκεντρωμένη στο Ηράκλειο. Εκεί υπάρχει ένα επιπλέον κίνητρο για να πάει κάποιος· γι’ αυτό και το Βενιζέλειο γεμίζει πιο εύκολα από εμάς, επειδή είναι δίπλα στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο (ΠΑΓΝΗ). Εκεί οι γιατροί έχουν το πλεονέκτημα ότι δεν εφημερεύουν κάθε μέρα, άρα δεν εξοντώνονται. Όλο αυτό συνθέτει έναν φαύλο κύκλο που διώχνει το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό μακριά από τα Χανιά και το Ρέθυμνο.
Η Κρίση στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας
Αυτό που δεν έχουμε θίξει επαρκώς είναι ότι το πρόβλημα έχει μεταφερθεί πλέον και στους αγροτικούς γιατρούς. Πρόσφατα μιλούσα με τον διευθυντή του Κέντρου Υγείας Βάμου, τον κύριο Βροχάρη. Πέρυσι, από την ομάδα των αγροτικών γιατρών που είχαν υποχρέωση να παρουσιαστούν στον Βάμο, αρκετοί δεν πήγαν ποτέ.
Όταν ο κύριος Βροχάρης έψαξε τον λόγο, διαπίστωσε ότι είτε αποφάσισαν να φύγουν τελείως για το εξωτερικό, είτε δεν έβρισκαν σπίτι να μείνουν. Είναι τρομερό αυτό το πράγμα. Σήμερα δεν νοσεί βαριά μόνο το νοσοκομείο, αλλά νοσεί πλέον και η Πρωτοβάθμια Φροντίδα.
Για να καταλάβουμε την κατάσταση στην πόλη των Χανίων —γιατί πραγματικά θα θέλαμε να υποστηρίξουμε το νοσοκομείο περισσότερο, και πιστέψτε με, ως Πρωτοβάθμια κάνουμε ό,τι μπορούμε σε συνεργασία με τον Δήμο σε ένα σωρό κοινωνικές δράσεις, όπως κάναμε και την εποχή του COVID-19:
-
Το 2017-2018, όταν δημιουργήθηκαν οι ΤΟΜΥ (Τοπικές Ομάδες Υγείας) στο παλιό νοσοκομείο, η δυναμική μας ήταν επτά γιατροί: τρεις παθολόγοι, δύο παιδίατροι και ένας καρδιολόγος.
-
Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, έχουμε συνολικά οκτώ γιατρούς (δύο γενικούς γιατρούς, τρεις παθολόγους, έναν καρδιολόγο και δύο παιδιάτρους).
Το χειρότερο είναι ότι όλοι αυτοί οι παθολόγοι και οι γενικοί γιατροί των ΤΟΜΥ αναγκάζονται να εφημερεύουν στο νοσοκομείο, κάνοντας σχεδόν καθημερινά βάρδιες στο Τμήμα Διαλογής. Το σύστημα ουσιαστικά ανατρέπει τις δομές του και τρώει τις σάρκες του.
Στην πραγματικότητα, ο αριθμός των γιατρών παραμένει ο ίδιος εδώ και χρόνια· το μόνο που άλλαξε είναι η εργασιακή τους σχέση, καθώς από συμβασιούχοι μέσω ΕΣΠΑ έγιναν μόνιμοι γιατροί του ΕΣΥ. Μάλιστα, για να καταφέρουμε να κρατήσουμε τις ΤΟΜΥ ανοιχτές πρωί και βράδυ, αναγκαστήκαμε να κάνουμε το “τρικ” να μεταφέρουμε γιατρούς από το Κέντρο Υγείας.
Το Βάρος του Μεταναστευτικού και το Παράδειγμα της Ρουμανίας
Θέλω επίσης να σημειώσω τη μεγάλη εμπλοκή της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας στο μεταναστευτικό. Μόνο πέρυσι περιθάλψαμε περίπου 11.000 με 12.000 μετανάστες, σε στενή και υποδειγματική συνεργασία με τον Δήμο, την Περιφέρεια και το Λιμενικό Σώμα.
Ωστόσο, όσο δεν αγγίζουμε το οικονομικό σκέλος, δεν πρόκειται να καταφέρουμε τίποτα. Στη Ρουμανία —νομίζω το γνωρίζουμε όλοι αυτό— οι μέσες απολαβές των γιατρών, που ήταν στα 1.000 ευρώ, τριπλασιάστηκαν μέσα σε μία μέρα με πολιτική απόφαση. Και ξαφνικά, το ρουμανικό εθνικό σύστημα υγείας γέμισε από γιατρούς. Τα πράγματα είναι τελικά πάρα πολύ απλά και το καταλαβαινουμε όλοι.
Η Στάση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Χαίρομαι ιδιαιτέρως για τις τοποθετήσεις και των τριών δημάρχων. Θα σταθώ ειδικά στην τοποθέτηση του δημάρχου Χανίων, του κυρίου Σημανδηράκη, και στη διάθεση που δείχνει —όπως και οι υπόλοιποι δήμαρχοι— να βρεθούν εργαλεία στήριξης, όπως μέσω του Τέλους Ανθεκτικότητας στην Κλιματική Κρίση (πρώην τέλος διανυκτέρευσης), εφόσον αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο. Αυτό το σημειώνω πολύ θετικά.
Επίσης, είναι εξαιρετικά θετική η στάση του Δήμου στο θέμα της δημιουργίας παιδικού σταθμού για τα παιδιά των εργαζομένων μέσα στο νοσοκομείο. Σήμερα μπαίνουν σιγά-σιγά οι βάσεις για να μιλήσουμε για κάτι καλύτερο.
Ομολογώ ότι αγνοούσα τους νομικούς περιορισμούς που εμποδίζουν έναν μεγάλο Δήμο να χρηματοδοτήσει μια παρόμοια επιδοματική ενίσχυση. Γνώριζα, για παράδειγμα, ότι ο Δήμος Μεγίστης στο Καστελλόριζο επιδοτεί τη στέγαση των γιατρών του με 1.000 ευρώ τον μήνα, ενώ η Περιφέρεια τους δίνει ένα επιπλέον μπόνους 500 ευρώ. Από την τοποθέτηση του δημάρχου κατάλαβα ότι εκεί πρόκειται για έναν μικρό, ακριτικό δήμο που έχει θεσμικά αυτή τη δυνατότητα. Όσο όμως δεν καταφέρνουμε κεντρικά να βελτιώσουμε τις απολαβές του προσωπικού, τα ημίμετρα —έστω και σε επιδοματικό επίπεδο— είναι απαραίτητα για να κρατηθούμε όρθιοι μέχρι να έρθει μια συνολική αλλαγή.
Σύγχρονα Μηχανήματα Χωρίς Ακτινολόγους
Θέλω να κλείσω τονίζοντας ότι, αν η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας ενισχυθεί πραγματικά, θα μπορέσει να αποσυμφορήσει ουσιαστικά το νοσοκομείο. Αυτή τη στιγμή, η Πρωτοβάθμια μέσα στην πόλη των Χανίων, εκτός από τους γιατρούς που προανέφερα, διαθέτει μόλις άλλους δύο γιατρούς στο άλλο Κέντρο Υγείας, οι οποίοι μάλιστα είναι άνω των 67 ετών. Αυτή είναι όλη κι όλη η δυναμική μας· δεν έχουμε καμία αφθονία πόρων.
Το πιο τραγικό όμως είναι ότι δεν έχουμε εργαστήρια. Δεν διαθέτουμε μικροβιολογικό τμήμα, ούτε ακτινολογικό. Έχουμε στην κατοχή μας δύο υπερήχους και έναν ολοκαίνουργιο, σύγχρονο μαστογράφο. Πρόκειται για εξαιρετικά μηχανήματα, αλλά δεν έχουμε ακτινολόγο για να τα δουλέψει. Είναι πραγματικά εξοργιστικό. Μέχρι πέρυσι είχαμε δύο ακτινολόγους: η μία γιατρός μας συνταξιοδοτήθηκε και ο δικός μας ακτινολόγος μετακινήθηκε αναγκαστικά στο νοσοκομείο για να καλύψει τα εκεί κενά.
Είναι κρίμα αυτά τα ακριβά μηχανήματα να κάθονται ανεκμετάλλευτα. Αν είχαμε την απαραίτητη εργαστηριακή υποστήριξη και τους κατάλληλους χώρους, δεν θα είχαμε καμία αντίρρηση να προσφέρουμε και να βοηθήσουμε ακόμα περισσότερο την κοινωνία των Χανίων.»



