Ο πρώην στενός σύμμαχος του Αμερικανού προέδρου κατηγορεί τον Νετανιάχου ότι «έσπρωξε» τις ΗΠΑ σε σύρραξη αντίθετη με τα εθνικά τους συμφέροντα — και προειδοποιεί για ραγδαία πτώση της στήριξης προς το Ισραήλ
Ο Τάκερ Κάρλσον, μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες φωνές της αμερικανικής δεξιάς και επί χρόνια ένθερμος υποστηρικτής του Ντόναλντ Τραμπ, στράφηκε δημοσίως εναντίον του Αμερικανού προέδρου μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν. Σε μια εκτενή συνομιλία με την αρχισυντάκτρια του Economist, Ζάνι Μίντον Μπέντοους, ο Κάρλσον κατηγόρησε ευθέως τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου ότι «έσπρωξε» τον Τραμπ σε μια σύρραξη που αντιβαίνει στα αμερικανικά εθνικά συμφέροντα — και έθεσε υπό αμφισβήτηση την πιστότητα του ίδιου του προέδρου στο δόγμα «America First».
«Δεν θα παίξω άλλο το παιχνίδι των ψεμάτων»
Ο Κάρλσον δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας ως προς τις ευθύνες. Υποστηρίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «σπρώχτηκαν» σε κάτι που δεν εξυπηρετεί τα εθνικά τους συμφέροντα, μέσω της πίεσης του Ισραήλ και της επιρροής μεγάλων δωρητών. Ο ίδιος τοποθετείται ξεκάθαρα: «Δεν μισώ τους Εβραίους. Δεν μισώ το Ισραήλ. Αγαπώ τη χώρα μου», είπε, επισημαίνοντας ότι η αλληλουχία των γεγονότων θυμίζει, κατά την άποψή του, αυτό που συνέβη με τον πόλεμο του Ιράκ επί προεδρίας Τζορτζ Μπους.
Αναφερόμενος στον πόλεμο του 2003, ο Κάρλσον δήλωσε ότι ήταν παρών και μιλούσε με τον πρόεδρο Μπους εκείνη την εποχή. «Τώρα όλοι προσποιούνται ότι δεν είχε σχέση με το Ισραήλ. Ήμουν εκεί. Αυτό είναι ψέμα», τόνισε. Κεντρικό του επιχείρημα: κάθε πολιτική μιας μεγάλης κυβέρνησης επηρεάζεται αναπόφευκτα από ενδιαφερόμενα μέρη — αυτό ισχύει για τη φαρμακευτική πολιτική, και δεν θα έπρεπε να αποτελεί εξαίρεση η εξωτερική πολιτική.
Ερωτηθείς από την Μπέντοους για τη μεγαλύτερη ευθύνη που θα έπρεπε να φέρει ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος, ο Κάρλσον διαφώνησε. Δεν αρνήθηκε ότι ο Τραμπ θα έπρεπε να είχε αντισταθεί, αλλά τόνισε ότι «ο Νετανιάχου τον έσπρωξε». Διευκρίνισε μάλιστα ότι δεν πρόκειται κατ’ ανάγκη για το Ισραήλ ως σύνολο — «υπάρχουν πολλοί που διαφωνούν εκεί, γνωρίζω ορισμένους» — αλλά ειδικά για τον πρωθυπουργό Νετανιάχου, ο οποίος επισκέφθηκε, κατά τον Κάρλσον, τις ΗΠΑ επτά φορές μέσα σε ένα χρόνο.
Πρόδωσε ο Τραμπ το δόγμα «America First»;
Η ερώτηση τέθηκε απευθείας από την αρχισυντάκτρια του Economist. Η απάντηση του Κάρλσον ήταν βαρυσήμαντη: ο πόλεμος αυτός είναι κάτι που ο Τραμπ είχε υποσχεθεί ότι δεν θα έκανε — όχι μία, αλλά αναρίθμητες φορές. «Και μέχρι να απαγορευτεί το YouTube, θα μπορούμε να το αποδείξουμε», σημείωσε. Κατά τον Κάρλσον, η ιδέα πίσω από τον πόλεμο δεν είναι απλώς αντίθετη με το «America First» — «μπορεί να είναι το ακριβώς αντίστροφό του».
Ο Κάρλσον υπογράμμισε ότι δεν υπάρχει κανένα πειστικό επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν βοηθά τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Αν υπάρχει τέτοιο επιχείρημα, θα ήθελα να το ακούσω. Και αν είναι λογικό και πειστικό, θα το στηρίξω. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες», δήλωσε. Χαρακτήρισε «προσβλητικό» το αφήγημα ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αποτελούσε τέτοια απειλή για τις ΗΠΑ που δικαιολογούσε πόλεμο πλήρους κλίμακας. «Κανείς δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο γιατί είναι ανόητο και τα γεγονότα δεν το στηρίζουν», πρόσθεσε.
Σε ό,τι αφορά το ζήτημα του χρονισμού, ο Κάρλσον ήταν κατηγορηματικός: «Γιατί το κάναμε τώρα; Επειδή το Ισραήλ ήθελε να γίνει. Αυτοί επέλεξαν τον χρόνο. Κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό». Ο χρονισμός, κατά τον ίδιο, σε έναν πόλεμο «αποτελεί μεγάλο μέρος της υπόθεσης, καθορίζει το αποτέλεσμα», και κατέληξε λέγοντας ότι δεν είχαν σκεφτεί τι θα ακολουθούσε.
Η ραγδαία πτώση της υποστήριξης προς το Ισραήλ
Η συζήτηση στράφηκε στη διαφαινόμενη πολιτική μετατόπιση στις ΗΠΑ σε σχέση με το Ισραήλ — μια μετατόπιση που η Μπέντοους χαρακτήρισε «μία από τις σημαντικότερες πολιτικές αλλαγές στις Ηνωμένες Πολιτείες τα τελευταία χρόνια». Η πτώση της υποστήριξης, που ξεκίνησε στο Δημοκρατικό Κόμμα, εξαπλώνεται πλέον στη συντηρητική πλευρά και είναι ιδιαίτερα αισθητή μεταξύ των νεότερων γενεών.
Ο Κάρλσον αντιμετώπισε το ερώτημα με σκεπτικισμό ως προς τη δυνατότητα της κοινής γνώμης να επηρεάσει πραγματικά την πολιτική. «Δεν φαίνεται να υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ αυτού που οι ηγέτες μας πιστεύουν και κάνουν, και αυτού που θέλει και σκέφτεται το κοινό», παρατήρησε — όχι μόνο στο ζήτημα του Ισραήλ αλλά και σε ευρύτερα θέματα. Δεν παρέλειψε ωστόσο να εκφράσει προειδοποίηση: αν ο κόσμος πιστέψει ότι δεν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα μέσα από νόμιμα μέσα, θα βρει «άλλους τρόπους, και αυτοί οι τρόποι είναι καταστροφικοί».
Η ρωγμή στο κίνημα MAGA
Η Μπέντοους ρώτησε πώς η μείωση της στήριξης προς το Ισραήλ επηρεάζει το κίνημα MAGA, δεδομένου ότι δημοσκοπήσεις δείχνουν 95-100% υποστήριξη στον πόλεμο μεταξύ οπαδών του Τραμπ, ενώ ο Κάρλσον — ένας άνθρωπος με τεράστιο κοινό — προβάλλει μια ριζικά διαφορετική θέση.
Ο Κάρλσον, ο οποίος βρισκόταν δίπλα στον Τραμπ τη βραδιά της εκλογής του, δήλωσε ότι δεν κατανοεί πλήρως τι είναι το MAGA, αλλά γνωρίζει τον πυρήνα της υπόσχεσης: «Η θεμελιώδης ιδέα ήταν ότι θα προσπαθούσες να τοποθετήσεις το συμφέρον της χώρας σου στο κέντρο κάθε υπολογισμού — για τη διαχείριση της χώρας και για την αλληλεπίδραση με τον κόσμο». Κατά τον ίδιο, πρόκειται για «την πιο αυτονόητη και πιο δημοφιλή πολιτική ιδέα που επινοήθηκε ποτέ».
Σε σημείο καμπής
Η ανοιχτή ρήξη του Τάκερ Κάρλσον με τον Ντόναλντ Τραμπ δεν αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο εσωκομματικής διαμάχης. Σηματοδοτεί μια πιθανά βαθιά αναδιάταξη εντός του αμερικανικού πολιτικού τοπίου. Η αποδοκιμασία δεν προέρχεται από τη φιλελεύθερη αριστερά αλλά από τον πυρήνα της αμερικανικής δεξιάς — από κάποιον που παρακολουθούν εκατομμύρια συντηρητικοί.
Αν η ρητορική του «America First» χρησιμοποιήθηκε ως εκλογικό εργαλείο αλλά εγκαταλείφθηκε στην πράξη, τότε η εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων κινδυνεύει να διαβρωθεί. Και, όπως προειδοποίησε ο ίδιος ο Κάρλσον, μια κυβέρνηση — «ακόμη και μια μη δημοκρατία, ακόμη και μια μοναρχία» — δεν μπορεί να αγνοεί τις ανησυχίες του πληθυσμού της επ’ αόριστον. «Αν τους αγνοήσεις πολύ, σε ανατρέπουν», κατέληξε.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν ο πόλεμος στο Ιράν ήταν σκόπιμος. Είναι αν η αμερικανική δημοκρατία μπορεί ακόμα να ανταποκριθεί στη βούληση των πολιτών της — ή αν, όπως φοβάται ο Κάρλσον, η ψήφος έχει πάψει να αρκεί.
Δείτε τη συνέντευξη ΕΔΩ
Πηγή: The Economist — Συνέντευξη στην αρχισυντάκτρια Ζάνι Μίντον Μπέντοους



