29.8 C
Chania
Κυριακή, 30 Αυγούστου, 2026

Τζον Μιρσχάιμερ: Η μεγαλύτερη στρατηγική πανωλεθρία στην αμερικανική ιστορία – «Χειρότερο από το Ιράκ του 2003»

Ημερομηνία:

Συμπληρώνοντας έξι μήνες από την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον της Τεχεράνης, η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με τη βαθύτερη στρατηγική και επιχειρησιακή κρίση της σύγχρονης ιστορίας της. Η εξαγγελία της «Επιχείρησης Οικονομικός Παρίας» (Operation Economic Outcast) από τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ (Scott Bessent), η οποία προβλήθηκε από την κυβέρνηση ως μια σαρωτική «οικονομική D-Day» για τον καθολικό στραγγαλισμό των ιρανικών εσόδων, δεν αποτυπώνει την πυγμή μιας υπερδύναμης, αλλά τη δραματική εξάντληση των συμβατικών στρατιωτικών της επιλογών.

Σε μια εκτενή και αποκαλυπτική συνομιλία με τον δημοσιογράφο Κρις Χέτζες (Chris Hedges), ο κορυφαίος εκπρόσωπος του επιθετικού ρεαλισμού, απόφοιτος του West Point, πρώην αξιωματικός της αμερικανικής Αεροπορίας και καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, Τζον Μιρσχάιμερ (John Mearsheimer), προβαίνει σε μια αναλυτική ανατομία της σύγκρουσης.

Όπως υποστηρίζει, η στρατιωτική εμπλοκή στον Περσικό Κόλπο έχει ήδη εξελιχθεί σε ένα ανεπανόρθωτο στρατηγικό σφάλμα, το οποίο υπερβαίνει σε συνέπειες ακόμη και την εισβολή στο Ιράκ το 2003, οδηγώντας στην κατάρρευση των αμερικανικών συμμαχιών, στην εκκένωση των στρατιωτικών βάσεων της περιοχής και σε ένα επικίνδυνο παγκόσμιο ενεργειακό αδιέξοδο.

Η «Οικονομική D-Day» και η ψευδαίσθηση του στραγγαλισμού

Η νέα δέσμη οικονομικών μέτρων που παρουσίασε το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών περιλαμβάνει την επιβολή άμεσων και δευτερογενών κυρώσεων σε 60 οντότητες, εμπορικά πλοία και μεμονωμένα πρόσωπα σε κομβικά διεθνή χρηματοπιστωτικά κέντρα, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Χονγκ Κονγκ, η Κίνα, η Σιγκαπούρη και η Ελβετία, με την κατηγορία ότι υποστηρίζουν την «απερισκεψία του ιρανικού καθεστώτος». Συνοδεύεται μάλιστα από ένα ωμό τελεσίγραφο της κυβέρνησης Τραμπ προς τη διεθνή κοινότητα: «επιλέξτε μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν».

Ωστόσο, για τη ρεαλιστική σχολή σκέψης των διεθνών σχέσεων, η ξαφνική αυτή προσφυγή σε μαζικά οικονομικά αντίποινα αποτελεί σαφή ένδειξη αδυναμίας. Όπως εξηγεί ο καθηγητής Μιρσχάιμερ:

«Αυτό που συμβαίνει με τη στρατηγική Μπέσεντ ή την πολιτική που έχει σχεδιαστεί για να στραγγαλίσει το Ιράν οικονομικά, είναι ότι ρίχνουν μια “απεγνωσμένη ριψοκίνδυνη μπαλιά” (Hail Mary pass). Και αυτό δεν αποτελεί καλή διέξοδο. Είσαι απελπισμένος και απλώς παίρνεις τις πιθανότητές σου με μια κίνηση έσχατης ανάγκης — περί αυτού πρόκειται. Αν ήταν μια καλή στρατηγική, θα την είχαν εφαρμόσει πριν από πολύ καιρό. Προφανώς, ο λόγος που καταφεύγουν τελικά σε αυτήν τώρα, είναι ότι πρόκειται για μια κάκιστη στρατηγική με ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας. Και σίγουρα το κατανοούν αυτό».

Η επιβολή οικονομικών αποκλεισμών απαιτεί ιστορικά παρατεταμένο χρόνο για να αποδώσει καρπούς — έναν χρόνο που η Ουάσιγκτον δεν διαθέτει, καθώς η διεθνής οικονομία δοκιμάζεται ήδη σκληρά από τις διαταραχές στην προσφορά ενέργειας, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ πλησιάζουν απειλητικά για τον Λευκό Οίκο.

Το γεωπολιτικό ρήγμα: Η στάση Κίνας, Ρωσίας και το υπαρξιακό δίλημμα των Εμιράτων

Η αποτελεσματικότητα της επιχείρησης Economic Outcast προσκρούει άμεσα στη νέα πολυπολική γεωπολιτική πραγματικότητα. Η Κίνα, η οποία απορροφά περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, καθώς και η Ρωσική Ομοσπονδία, έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν προτίθενται να αναστείλουν τις εμπορικές τους συναλλαγές με την Τεχεράνη. Και οι δύο υπερδυνάμεις έχουν βαθύτατο στρατηγικό συμφέρον να δουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να υφίστανται μια ταπεινωτική ήττα στον Περσικό Κόλπο. Η δυνατότητα της Ουάσιγκτον να επιβάλει δευτερογενείς κυρώσεις σε κινεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα παραμένει πρακτικά ανεφάρμοστη, δεδομένης της ικανότητας του Πεκίνου να απαντήσει με συντριπτικά οικονομικά αντίποινα εις βάρος της αμερικανικής οικονομίας.

Εξίσου αποκαλυπτική είναι η κρίση που εκδηλώνεται στις παραδοσιακές αμερικανικές συμμαχίες στον Κόλπο, με επίκεντρο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ). Τα Εμιράτα, παρά την υπογραφή των Συμφωνιών του Αβραάμ και τη στενή ευθυγράμμισή τους με την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, βρίσκονται σε καθεστώς γεωστρατηγικής ομηρίας.

«Τα ΗΑΕ είναι στενά ευθυγραμμισμένα με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ», επισημαίνει ο Μιρσχάιμερ. «Θα περίμενε κανείς να συνεργαστούν με τη στρατηγική Μπέσεντ. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι οι Ιρανοί έχουν προειδοποιήσει τα ΗΑΕ πως εάν συνεργαστούν και διακόψουν κάθε οικονομική σχέση με το Ιράν, η Τεχεράνη θα τους επιτεθεί. Και όλοι γνωρίζουμε ότι το Ιράν διαθέτει τη στρατιωτική ικανότητα να διαλύσει τα ΗΑΕ ως λειτουργικό κράτος. Συνεπώς, τα ΗΑΕ βρίσκονται σε πραγματικό αδιέξοδο».

Η πρόσφατη αποκάλυψη της εφημερίδας Wall Street Journal, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το Άμπου Ντάμπι συμμορφώνεται με τις αμερικανικές απαιτήσεις, επιβεβαιώνει την απροθυμία των περιφερειακών δυνάμεων. Αν συνυπολογιστεί η άρνηση της Τουρκίας, του Πακιστάν και των υπολοίπων εμπορικών εταίρων του Ιράν να συνταχθούν με την Ουάσιγκτον, καθίσταται σαφές ότι η στρατηγική της οικονομικής απομόνωσης έχει καταρρεύσει προτού καν τεθεί σε πλήρη εφαρμογή.

Η αντιστροφή των όρων ισχύος στον Κόλπο: Από την επιθετική έπαρση στην αμυντική παραίτηση

Η εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων ανέδειξε μια θεαματική αντιστροφή των συσχετισμών δύναμης στο πεδίο των μαχών. Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν τον αρχικό μαζικό αεροπορικό πόλεμο κατά του Ιράν, η Ουάσιγκτον εμφανιζόταν ως ο απόλυτος ρυθμιστής των εξελίξεων, με την Τεχεράνη να μοιάζει καθηλωμένη σε ρόλο αμυνόμενου. Έξι μήνες αργότερα, η εικόνα έχει μεταβληθεί ριζικά.

Σήμερα, είναι η ιρανική ηγεσία εκείνη που απειλεί ανοιχτά με τη χρήση επιθετικής στρατιωτικής βίας, ενώ η αμερικανική διοίκηση έχει ουσιαστικά αποσύρει τη στρατιωτική επιλογή από το τραπέζι, αναγνωρίζοντας την αδυναμία της να επιβάλει τους όρους της. Οι δύο διαδοχικοί ναυτικοί αποκλεισμοί που επεχείρησε το αμερικανικό ναυτικό —ο πρώτος μετά το Μνημόνιο Συνεννόησης της 17ης Ιουνίου και ο δεύτερος από τις 14 Ιουλίου— απέτυχαν πλήρως να κάμψουν τη βούληση της Τεχεράνης.

Ο λόγος αυτής της ανθεκτικότητας, σύμφωνα με την ανάλυση του Μιρσχάιμερ, έγκειται στην ίδια τη φύση της σύγκρουσης:

«Είναι εξαιρετικά σημαντικό να μην χάνουμε ποτέ από τα μάτια μας το γεγονός ότι εμείς —δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ— αποτελούμε μια υπαρξιακή απειλή για το Ιράν. Και δεδομένου ότι συνιστούμε υπαρξιακή απειλή, θα πολεμήσουν μέχρι θανάτου εναντίον μας. Ο πήχης για να τους αναγκάσουμε να παραδοθούν έχει τεθεί τόσο ψηλά, που είναι σχεδόν αδιανόητο ότι θα μπορέσουμε ποτέ να τον υπερβούμε».

Η κατάρρευση της στρατιωτικής παρουσίας: Βάσεις, ραντάρ και η αναγκαστική εκκένωση

Η πιο εντυπωσιακή και απρόβλεπτη πτυχή της σύγκρουσης υπήρξε η σαρωτική καταστροφή των αμερικανικών στρατιωτικών υποδομών στον Περσικό Κόλπο. Πριν από την έναρξη του πολέμου, ελάχιστοι αναλυτές είχαν προβλέψει ότι το Ιράν θα ήταν σε θέση να εξουδετερώσει με τόση ακρίβεια και αποτελεσματικότητα το δίκτυο των αμερικανικών βάσεων και σταθμών επιτήρησης.

Οι ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές στις λιμενικές εγκαταστάσεις του Μπαχρέιν, διακόπτοντας τις γραμμές ανεφοδιασμού των ναυτικών δυνάμεων και καθιστώντας επισφαλή την παραμονή μεγάλων μονάδων επιφανείας, όπως το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln, το οποίο αναγκάστηκε να βασιστεί σε μακρινές γραμμές υποστήριξης προς τη νήσο Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό. Ταυτόχρονα, τα υπερσύγχρονα ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης των ΗΠΑ στην περιοχή καταστράφηκαν σχεδόν ολοσχερώς.

Μπροστά σε αυτή την επιχειρησιακή πραγματικότητα, η αμερικανική στρατιωτική διοίκηση υποχρεώθηκε σε μια σταδιακή, αναγκαστική εκκένωση:

  • Σημαντικός αριθμός αεροσκαφών και στρατιωτικών μέσων μεταφέρθηκε αρχικά εκτός Κόλπου, στην Ιορδανία.

  • Όταν οι ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι άρχισαν να στοχοποιούν τις θέσεις στην Ιορδανία, τα μέσα αυτά μετακινήθηκαν εκ νέου προς το Ισραήλ.

  • Τελικά, σημαντικό μέρος των αμερικανικών δυνάμεων αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί πίσω στις βάσεις της Ευρώπης.

Το συμπέρασμα του Τζον Μιρσχάιμερ είναι κατηγορηματικό: η εποχή της αμερικανικής στρατιωτικής κυριαρχίας στον Κόλπο έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

«Το γεγονός είναι ότι οι βαλλιστικοί πύραυλοι, οι πύραυλοι cruise και τα drones έχουν φτάσει σε τέτοιο επίπεδο εξέλιξης, που καθιστούν πρακτικά αδύνατη για τις Ηνωμένες Πολιτείες τη διατήρηση ενός δικτύου βάσεων και σταθμών ραντάρ στον Περσικό Κόλπο. Απλώς δεν μπορούμε να το κάνουμε. Η ιδέα ότι μπορούμε να διατηρήσουμε βάσεις, ραντάρ και σημαντική στρατιωτική παρουσία στον Κόλπο είναι πλέον ένα άπιαστο όνειρο (pipe dream). Δεν έχουμε πλέον καμία ουσιαστική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή».

Η οικονομία του πυραυλικού πολέμου: Το ασύμμετρο κόστος του PAC-3 και ο κορεσμός των αποθεμάτων

Πίσω από τη στρατιωτική κατάρρευση των αμερικανικών θέσεων στον Περσικό Κόλπο κρύβεται μια θεμελιώδης, αμείλικτη μαθηματική πραγματικότητα της σύγχρονης πολεμικής τεχνολογίας: η δραματική ανισορροπία στην αναλογία κόστους και αποτελεσματικότητας (cost-exchange ratio) μεταξύ επιτιθέμενου και αμυνόμενου. Κατά την ανάλυση του Τζον Μιρσχάιμερ, η ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ θα μπορούσαν να οικοδομήσουν μια αδιαπέραστη αντιπυραυλική ασπίδα απέναντι στο πυκνό ιρανικό πυρ απεδείχθη μια δαπανηρή ψευδαίσθηση.

Τα επιτιθέμενα βαλλιστικά βλήματα διατηρούν εγγενές τακτικό πλεονέκτημα έναντι των αναχαιτιστικών συστημάτων. Ωστόσο, το καθοριστικό στοιχείο παραμένει η οικονομική και παραγωγική ασυμμετρία:

«Ένας ιρανικός βαλλιστικός πύραυλος υπολογίζεται ότι κοστίζει μεταξύ 500.000 και 1 εκατομμυρίου δολαρίων. Ένας αμυντικός πύραυλος Patriot PAC-3 κοστίζει περίπου 4 εκατομμύρια δολάρια. Δεδομένου ότι πρέπει να εκτοξεύσεις δύο πυραύλους PAC-3 εναντίον κάθε εισερχόμενου βαλλιστικού πυραύλου για να έχεις καλές πιθανότητες κατάρριψης, αυτό σημαίνει ότι η αναλογία κόστους δεν είναι 4 προς 1, αλλά 8 προς 1 — δηλαδή 8 εκατομμύρια δολάρια απέναντι σε 1 εκατομμύριο. Κι αν δεχθούμε τη χαμηλότερη εκτίμηση, ότι το ιρανικό βλήμα κοστίζει 500.000 δολάρια, τότε η αναλογία κόστους εκτινάσσεται στο 16 προς 1 υπέρ του Ιράν».

Η ανισορροπία αυτή επιβαρύνεται από τη φύση της αμερικανικής στρατιωτικής βιομηχανίας, η οποία ειδικεύεται στην παραγωγή εξαιρετικά εξελιγμένων αλλά εξαιρετικά χρονοβόρων οπλικών συστημάτων «μπουτίκ» (boutique weapons). Σε αντίθεση με τη μαζική, βιομηχανοποιημένη παραγωγή πυραύλων και drones από την Τεχεράνη, οι αμερικανικοί αναχαιτιστές απαιτούν μήνες ή και χρόνια για να αναπληρωθούν.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο κορεσμός της αεράμυνας υπήρξε μαθηματικά βέβαιος: όπως συνέβη στον λεγόμενο «Πόλεμο των 12 Ημερών» τον Ιούνιο του 2025, έτσι και στην τρέχουσα σύγκρουση, η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ εξάντλησαν τα αποθέματα αμυντικών πυραύλων πολύ πριν η Τεχεράνη ξεμείνει από επιθετικά βλήματα, υποχρεώνοντας τον Λευκό Οίκο να τερματίσει την αρχική αεροπορική εκστρατεία μετά από 40 ημέρες άκαρπων βομβαρδισμών.

Η παγκόσμια γεωπολιτική απογύμνωση: Από τον Ειρηνικό και την Ταϊβάν στην Ουκρανία

Η ανάγκη τροφοδοσίας του μετώπου στον Περσικό Κόλπο με κρίσιμα πυρομαχικά προκάλεσε άμεσο στρατηγικό έλλειμμα σε όλα τα υπόλοιπα κρίσιμα θέατρα επιχειρήσεων των ΗΠΑ, διαταράσσοντας τις ισορροπίες δυνάμεων στην Ανατολική Ασία και στην Ανατολική Ευρώπη.

Προκειμένου να καλύψει τις επείγουσες ανάγκες αεράμυνας στη Μέση Ανατολή, το Πεντάγωνο προχώρησε σε εκτεταμένη απογύμνωση των συμμαχικών του διατάξεων:

  • Απέσυρε συστοιχίες πυραύλων Patriot PAC-3 και συστήματα THAAD από την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα.

  • Μετέφερε εκστρατευτικές δυνάμεις των Πεζοναυτών (Marine Expeditionary Force) από την περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού προς τον Κόλπο.

  • Όταν το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln αποσύρθηκε λόγω αδυναμίας ανεφοδιασμού, αντικαταστάθηκε από το USS George Washington — το μοναδικό μόνιμα σταθμευμένο αμερικανικό αεροπλανοφόρο στην Ιαπωνία, αφήνοντας ολόκληρη την Ανατολική Ασία χωρίς κανένα αεροπλανοφόρο εν μέσω της κρίσης στην Ταϊβάν.

  • Πάγωσε τις προγραμματισμένες παραδόσεις επιθετικών πυραύλων Tomahawk προς το Τόκιο, καθώς τεράστιες ποσότητες αυτών των πολύτιμων κατευθυνόμενων βλημάτων αναλώθηκαν στις επιδρομές κατά του Ιράν.

Η ίδια κατάσταση στρατηγικής εξάντλησης μεταφέρθηκε και στο ουκρανικό μέτωπο. Το Κίεβο, ευρισκόμενο σε κατάσταση απόγνωσης για την προμήθεια συστημάτων Patriot, βρέθηκε αντιμέτωπο με την πλήρη αδυναμία της Ουάσιγκτον να παράσχει νέα μέσα αναχαίτισης.

Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο καθηγητής Μιρσχάιμερ, η Ουάσιγκτον κατέφυγε στην τακτική του «να κλέβει από τον Πέτρο για να πληρώσει τον Παύλο» (robbing Peter to pay Paul), εξαντλώντας τα πολύτιμα αποθέματά της στον Κόλπο και υπονομεύοντας ανεπανόρθωτα την ικανότητά της να αναχαιτίσει την άνοδο της Κίνας στην Ασία ή να στηρίξει τις θέσεις της στην Ευρώπη.

«Χειρότερο από το Ιράκ του 2003»: Η σύγκριση των ιστορικών λαθών

Η ιστορική αποτίμηση του πολέμου με το Ιράν οδηγεί αναπόφευκτα στη σύγκριση με τις μεγαλύτερες αποτυχίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από την εποχή της Ανεξαρτησίας του 1783. Σε σχετική έρευνα που είχε διενεργήσει το Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων (Council on Foreign Relations – CFR) μεταξύ επιφανών Αμερικανών ιστορικών, η εισβολή στο Ιράκ το 2003 είχε αναδειχθεί με ευρεία διαφορά ως το κορυφαίο στρατηγικό σφάλμα στην ιστορία των ΗΠΑ.

Ο Μιρσχάιμερ, ωστόσο, υποστηρίζει ότι ο πόλεμος κατά του Ιράν συνιστά μια ασύγκριτα μεγαλύτερη καταστροφή:

«Θεωρώ ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, παρότι η κατάσταση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί πλήρως, πως αυτό είναι το μεγαλύτερο στρατηγικό σφάλμα που έχουν διαπράξει ποτέ οι Ηνωμένες Πολιτείες. Στο Ιράκ το 2003, παρά τη στρατηγική καταστροφή πρώτου μεγέθους, επιτύχαμε τουλάχιστον τον βασικό διακηρυγμένο στόχο: κατακτήσαμε τη χώρα και ανατρέψαμε τον Σαντάμ Χουσεΐν. Στην περίπτωση του Ιράν, δεν έχουμε επιτύχει απολύτως κανέναν από τους στόχους μας».

Η απόφαση για την έναρξη των εχθροπραξιών αποδίδεται σε μια σειρά από θεμελιώδεις αυταπάτες της ηγεσίας του Λευκού Οίκου. Ο Ντόναλντ Τραμπ πείστηκε από τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, και τον επικεφαλής της Μοσάντ, Ντέιβιντ Μπαρνέα, ότι το Ιράν βρισκόταν στο κατώφλι της απόκτησης πυρηνικού όπλου — έναν ισχυρισμό που διέψευδε κατηγορηματικά ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ), Ραφαέλ Γκρόσι.

Ταυτόχρονα, υιοθετήθηκε η πλάνη ότι μια επιχείρηση «Σοκ και Δέος» (Shock and Awe) αποκλειστικά από αέρος θα μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση του καθεστώτος της Τεχεράνης, αγνοώντας πλήρως τα ιστορικά διδάγματα και παρακάμπτοντας τις ρητές προειδοποιήσεις του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, Στρατηγού Κέιν, της CIA και του Υπουργείου Εξωτερικών για τον κίνδυνο ενός παρατεταμένου, καταστροφικού πολέμου φθοράς.

Το απόλυτο ναυάγιο των στόχων: «Μηδέν στα τέσσερα» για τον Λευκό Οίκο

Η συνολική αποτίμηση των αμερικανικών επιχειρήσεων αποκαλύπτει μια συντριπτική, καθολική αποτυχία σε όλα τα επίπεδα σχεδιασμού. Η Ουάσιγκτον εισήλθε στον πόλεμο θέτοντας τέσσερις συγκεκριμένους στρατηγικούς στόχους, εκ των οποίων δεν υλοποιήθηκε κανένας:

  1. Εξάλειψη της ικανότητας πυρηνικού εμπλουτισμού του Ιράν: Το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης όχι μόνο δεν εξουδετερώθηκε, αλλά πλέον η προοπτική μιας διπλωματικής συμφωνίας ελέγχου έχει απομακρυνθεί οριστικά.

  2. Εξουδετέρωση του ιρανικού βαλλιστικού οπλοστασίου μεγάλου βεληνεκούς: Οι πυραυλικές δυνατότητες του Ιράν αποδείχθηκαν πιο ισχυρές και καταστροφικές από ποτέ, διατηρώντας την ικανότητα πλήρους απαγόρευσης πρόσβασης στον Κόλπο.

  3. Αποκοπή των δεσμών μεταξύ της Τεχεράνης και των περιφερειακών της συμμάχων: Αντί για διάσπαση του «Άξονα της Αντίστασης», οι δεσμοί ισχυροποιήθηκαν. Το Ιράν θέτει πλέον ως ρητή προϋπόθεση για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ την άμεση κατάπαυση του πυρός στη Γάζα (υπέρ της Χαμάς), στον Νότιο Λίβανο (υπέρ της Χεζμπολάχ) και στην Υεμένη (υπέρ των Χούθι).

  4. Αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη (Regime Change): Η κεντρική πολιτική επιδίωξη κατέρρευσε ολοσχερώς, με την ιρανική ηγεσία να εδραιώνει τον έλεγχό της στο εσωτερικό.

«Είχαμε τέσσερις στόχους και έχουμε μηδέν στα τέσσερα», καταλήγει ο Τζον Μιρσχάιμερ. Πέρα από την πλήρη αποτυχία των διακηρυγμένων επιδιώξεων, οι Ηνωμένες Πολιτείες απώλεσαν τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, είδαν το δίκτυο των βάσεών τους να καταστρέφεται και τις συμμαχίες τους στην περιοχή να καταρρέουν, ευρισκόμενες πλέον μπροστά στον κίνδυνο ενός παγκόσμιου οικονομικού εκτροχιασμού.

Το ενεργειακό έμφραγμα: Στενά του Ορμούζ, στρατηγικά αποθέματα και πληθωρισμός

Η πιο άμεση και καταστροφική επίπτωση του πολέμου για τη διεθνή κοινότητα εντοπίζεται στον ασφυκτικό έλεγχο που ασκεί πλέον η Τεχεράνη στα Στενά του Ορμούζ — την κύρια αρτηρία διέλευσης των παγκόσμιων ενεργειακών ροών. Παρά τους επίσημους ισχυρισμούς της Ουάσιγκτον και τις επιχειρήσεις συνοδείας δεξαμενόπλοιων από το αμερικανικό ναυτικό, η διαβεβαίωση ότι 10 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου συνεχίζουν να εξέρχονται καθημερινά από τον Κόλπο απέχει παρασάγγας από την πραγματικότητα.

Το de facto κλείσιμο του θαλάσσιου περάσματος προκάλεσε άμεσο κραδασμό στις διεθνείς τιμές των καυσίμων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η τιμή της βενζίνης κατέγραψε άνοδο της τάξεως του 23%, ενώ η τιμή του πετρελαίου κίνησης (diesel) τριπλασιάστηκε, επιβαρύνοντας ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα. Μπροστά σε αυτό το κύμα ακρίβειας, οι εμπορικές εταιρείες πετρελαίου εξάντλησαν τα δικά τους αποθέματα για να εκμεταλλευτούν τις υψηλές τιμές, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να αποστραγγίσει το Στρατηγικό Πετρελαϊκό Απόθεμα (Strategic Petroleum Reserve – SPR) σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, φτάνοντας στα επίπεδα-τέλμα του 1982 («επίπεδα λάσπης»).

Η προσπάθεια παράκαμψης των Στενών μέσω εναλλακτικών οδών αποδείχθηκε ανεπαρκής:

  • Οι ροές σαουδαραβικού πετρελαίου μέσω της Ερυθράς Θάλασσας και των Στενών του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ διακόπηκαν σε μεγάλο βαθμό λόγω της περιφερειακής ανάφλεξης.

  • Ο λιμένας της Φουτζέιρα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ο οποίος βρίσκεται εκτός των Στενών του Ορμούζ, αδυνατεί από μόνος του να καλύψει το τεράστιο κενό της προσφοράς.

  • Η συγκράτηση των διεθνών τιμών κατά τους προηγούμενους μήνες κατέστη δυνατή μόνο χάρη στη συγκυριακή μείωση της ζήτησης εισαγωγών από την Κίνα και τη συντονισμένη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων διεθνώς.

Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Μιρσχάιμερ, το περιθώριο αυτό εξαντλείται ραγδαία. Καθώς η κινεζική ζήτηση ανακάμπτει και ο επερχόμενος χειμώνας αυξάνει τις ενεργειακές ανάγκες του δυτικού ημισφαιρίου, η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια επικίνδυνη ζώνη «ριζικής αβεβαιότητας», όπου μια παρατεταμένη κρίση απειλεί να εκτινάξει τις τιμές της ενέργειας σε πρωτοφανή επίπεδα.

Η επερχόμενη επισιτιστική καταιγίδα και η κρίση λιπασμάτων

Οι επιπτώσεις του πολέμου δεν περιορίζονται στα καύσιμα, αλλά διαχέονται άμεσα στην παγκόσμια παραγωγή τροφίμων, διαμορφώνοντας τις προϋποθέσεις για μια εκτεταμένη επισιτιστική κρίση. Ο Περσικός Κόλπος αποτελεί την πηγή για περίπου το ένα τρίτο των λιπασμάτων παγκοσμίως. Η δραματική μείωση των εξαγωγών λιπασμάτων λόγω του ναυτικού αποκλεισμού έπληξε ήδη την εαρινή σπορά, γεγονός που αναμένεται να αποτυπωθεί με σφοδρότητα στη φθινοπωρινή και χειμερινή συγκομιδή.

Η κρίση αυτή επιτείνεται από τη σύγκλιση πολλαπλών αρνητικών παραγόντων:

«Περίπου το ένα τρίτο των λιπασμάτων του πλανήτη προερχόταν από τον Κόλπο και υπήρξε ουσιαστική μείωση των εξαγωγών», εξηγεί ο Μιρσχάιμερ. «Αυτό επηρέασε τη σπορά την άνοιξη και θα έχει άμεσο αντίκτυπο στη συγκομιδή. Επιπλέον, έχουμε την εκτεταμένη ξηρασία στην Ευρώπη και σε άλλα μέρη. Και όταν συνδυάζεις αυτά τα στοιχεία με το γεγονός ότι οι ρωσικοί βομβαρδισμοί στα ουκρανικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας έχουν μετατρέψει την Ουκρανία σε περίκλειστο κράτος, ενώ οι Ουκρανοί επιτίθενται σε ρωσικά εμπορικά πλοία —περιορίζοντας τις εξαγωγές σιτηρών και από τη Ρωσία, που είναι ακόμη μεγαλύτερος παραγωγός— αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι τιμές των τροφίμων θα σημειώσουν σημαντική άνοδο».

Ο κρίσιμος κρίκος αυτής της αλυσίδας παραμένει το πετρέλαιο κίνησης. Η σύγχρονη γεωργία, θεμελιωμένη στις αρχές της «Πράσινης Επανάστασης», εξαρτάται απόλυτα από το diesel για τη λειτουργία των αγροτικών μηχανημάτων, των τρακτέρ και των εμπορευματικών αμαξοστοιχιών. Ο τριπλασιασμός της τιμής του diesel μεταφράζεται σε άμεση αύξηση του κόστους παραγωγής και μεταφοράς των αγροτικών προϊόντων, τροφοδοτώντας έναν ανεξέλεγκτο στασιμοπληθωρισμό που πλήττει πρωτίστως τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα διεθνώς.

Ο εφιάλτης του Χέρμπερτ Χούβερ και η παραφροσύνη των τακτικών πυρηνικών

Μπροστά στο φάσμα μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, ο πολιτικός χρόνος για τον Λευκό Οίκο μετρά αντίστροφα. Ο κίνδυνος μιας οικονομικής κατάρρευσης πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου απειλεί να καταστήσει τον Ντόναλντ Τραμπ έναν σύγχρονο «Χέρμπερτ Χούβερ» — τον πρόεδρο που συνέδεσε το όνομά του με τη Μεγάλη Ύφεση του 1929.

Αυτή ακριβώς η ασφυκτική πίεση εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον υπέγραψε το Μνημόνιο Συνεννόησης της 17ης Ιουνίου. Κατά την εκτίμηση του Μιρσχάιμερ, το κείμενο εκείνο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα de facto «έγγραφο συνθηκολόγησης» των ΗΠΑ, το οποίο ωστόσο εγκαταλείφθηκε γρήγορα, οδηγώντας στην επανεπιβολή του αδιέξοδου ναυτικού αποκλεισμού τον Ιούλιο.

Καθώς όλες οι συμβατικές επιλογές έχουν αποτύχει, η συζήτηση στο περιβάλλον του Αμερικανού Προέδρου και της ισραηλινής ηγεσίας διολίσθησε επικίνδυνα προς το ενδεχόμενο χρήσης τακτικών πυρηνικών όπλων. Ο Μιρσχάιμερ απορρίπτει κατηγορηματικά αυτή την επιλογή ως απόλυτη στρατηγική παραφροσύνη:

«Δεν μπορείς να αφηγηθείς κανένα εύλογο σενάριο για το πώς τα πυρηνικά όπλα θα μπορούσαν να διασώσουν την κατάσταση. Η εκτόξευση μιας σειράς τακτικών πυρηνικών κεφαλών στα Στενά του Ορμούς για να ανοίξουν δεν πρόκειται να λειτουργήσει. Αυτό που θα καταφέρεις είναι να μετατρέψεις τα Στενά σε ένα ραδιενεργό ερείπιο, να νομιμοποιήσεις τη χρήση πυρηνικών από χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα και να δώσεις ισχυρότατο κίνητρο σε δεκάδες κράτη να αποκτήσουν δικά τους πυρηνικά όπλα. Αυτό δεν συνιστά νίκη υπό καμία ουσιαστική έννοια».

Αποκλείοντας το πυρηνικό σενάριο, στον Αμερικανό Πρόεδρο απομένουν μόνο δύο επιλογές: είτε να αποδεχθεί μια ταπεινωτική συνθηκολόγηση υπογράφοντας μια νέα συμφωνία υπό πολύ δυσμενέστερους ιρανικούς όρους, είτε να συνεχίσει τον πόλεμο φθοράς ελπίζοντας σε ένα «θαύμα», με τον κίνδυνο η διεθνής οικονομία να κατακρημνιστεί στο κενό.

Η γεωπολιτική απομόνωση: Οι ΗΠΑ ως παρίας και το μέτωπο κατά του «Διδύμου»

Η τελική αποτίμηση της σύγκρουσης καταδεικνύει μια βαθιά ρωγμή στη διεθνή θέση των Ηνωμένων Πολιτειών. Στη συνείδηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης και ιδίως του Παγκόσμιου Νότου, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως ένας διεθνής «νταής» (bully), του οποίου η ήττα προκαλεί ανακούφιση σε μεγάλο μέρος του πλανήτη.

Η συμμαχία Ρωσίας και Κίνας διαθέτει βαθύτατο στρατηγικό συμφέρον να δει τον αμερικανικό στρατιωτικό μηχανισμό να συντρίβεται στην Τεχεράνη. Ταυτόχρονα, χώρες όπως η Τουρκία παρακολουθούν με έκδηλη ανησυχία, εκτιμώντας ότι εάν το Ιράν ηττηθεί, η Άγκυρα θα αποτελέσει τον επόμενο στρατηγικό στόχο του Ισραήλ και των ΗΠΑ.

Η ταύτιση της Ουάσιγκτον με την ισραηλινή πολιτική μετά τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου έχει μεταβάλει ριζικά τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή:

«Στη Μέση Ανατολή, σχεδόν όλες οι χώρες —ακόμη και τα κράτη του Κόλπου— αντιλαμβάνονται πλέον ότι το Ισραήλ λειτουργεί ως ένα επικίνδυνο κράτος, προσανατολισμένο στη δημιουργία ενός “Μείζονος Ισραήλ” και στην αποδυνάμωση όλων των γειτόνων του. Επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ είναι απολύτως ταυτισμένες (joined at the hip), οι χώρες της περιοχής δεν βλέπουν απλώς την αμερικανική σημαία, αλλά ένα αδιαίρετο δίδυμο (tag team). Αν εξετάσει κανείς την ιστορία, δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση στη νεότερη ιστορία όπου το σύγχρονο κράτος του Ιράν εξαπέλυσε απρόκλητη επίθεση εναντίον άλλης χώρας. Αντιθέτως, η επιθετικότητα του Ισραήλ και των ΗΠΑ υπήρξε διαρκής, με αποκορύφωμα τη γενοκτονία στη Γάζα».

Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμη και οι παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Κόλπο, όπως η Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ, αρχίζουν να επανεκτιμούν τους κινδύνους, βλέποντας στην αμερικανοϊσραηλινή στρατηγική μια απειλή μεγαλύτερη από εκείνη που αντιπροσωπεύει η Τεχεράνη.

Η οριστική διάγνωση μιας ιστορικής κατάρρευσης

Η ανάλυση του Τζον Μιρσχάιμερ καταλήγει σε ένα αμείλικτο συμπέρασμα: ο πόλεμος κατά του Ιράν αποτελεί τη μεγαλύτερη στρατηγική πανωλεθρία στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών από το 1783.

Η σύγκρουση αυτή δεν πέτυχε κανέναν από τους τέσσερις αρχικούς της στόχους, κατέστρεψε το αμερικανικό δίκτυο βάσεων και ραντάρ στον Περσικό Κόλπο, απογύμνωσε τα στρατηγικά αποθέματα όπλων στην Ασία και την Ευρώπη, παρέδωσε τον απόλυτο έλεγχο των Στενών του Ορμούζ στην Τεχεράνη και οδήγησε την παγκόσμια οικονομία στα πρόθυρα του στασιμοπληθωρισμού.

Η απεγνωσμένη προσφυγή σε οικονομικές κυρώσεις τύπου Operation Economic Outcast δεν μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα του πεδίου. Χωρίς βιώσιμες στρατιωτικές επιλογές και με την πυρηνική οδό να συνιστά παγκόσμια καταστροφή, η Ουάσιγκτον βρίσκεται παγιδευμένη στις συνέπειες της ίδιας της της υπεροψίας. Η αναγνώριση των ορίων της στρατιωτικής ισχύος και η αναγκαστική διπλωματική αναδίπλωση προβάλλουν πλέον ως η μόνη οδός διαφυγής, πριν το γεωπολιτικό τέλμα του Περσικού Κόλπου συμπαρασύρει οριστικά την παγκόσμια σταθερότητα.

 

Δεν μπορούν όλοι να πληρώσουν. Και το σεβόμαστε.

Αν βρίσκεσαι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, συνέχισε να μας διαβάζεις δωρεάν. Η ενημέρωση πρέπει να παραμένει προσβάσιμη για όλους.

Αν όμως μπορείς, στήριξέ μας σήμερα. Ορίστε δύο καλοί λόγοι για να το κάνεις:

  1. Η στήριξή σου ενισχύει άμεσα την ποιότητα και την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας μας.
  2. Κοστίζει λιγότερο από έναν καφέ και η διαδικασία διαρκεί λιγότερο από 1 λεπτό.

Επίλεξε σήμερα να γίνεις συνδρομητής ή δωρητής.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία.Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Γιατί μας λείπουν τόσο τα καλοκαίρια των 80s και 90s;

Του Βαγγέλη ΓεωργίουΠρόσφατα, μετά τον θάνατο του σπουδαίου ηθοποιού...

Η βιομηχανία των συνόρων: Η σκοτεινή οικονομία πίσω από την ευρωπαϊκή πολιτική μετανάστευσης

Της Σιμόνης Σωτηρέλη ΠαπαδοπούλουΉταν ένα καυτό καλοκαιρινό απόγευμα του...